Πέμπτη, Οκτωβρίου 23, 2008

Βαρέθηκα αδερφέ...βαρέθηκα, αλήθεια σου λέω (updated)

Όταν συναντώ αυτιά και μάτια ανοιχτά, τότε αισθάνομαι ότι το blogging είναι πολύ σπουδαίο πράγμα Όταν συναντώ πολιτικούς με αντανακλαστικά που αφουγκράζονται και τον παραμικρό ψίθυρο τότε ελπίζω πως τα πράγματα θα αλλάξουν. Νιώθω πως πολιτικοί με ήθος υπάρχουν σε κάθε πολιτικό χώρο. Και πως θα έρθουν καλύτερες μέρες. Και είναι επιταγή της ηλικίας μου, η ελπίδα ακόμα κι όταν βλέπω μόνο τη σκούρα πλευρά.

Ευχαριστώ κ. Παπανδρέου.


Μας έμαθαν πως ότι είναι νόμιμο, είναι και ηθικό. Μας έδειξαν πως οι μεγαλύτερες βρωμιές γίνονται σεμνά και ταπεινά. Μας έπεισαν πως ότι η δικαιοσύνη δεν αγγίζει, απλά δεν υπάρχει. Μας αποκοίμισαν με ιστορίες για κακούς δράκους και ληστές. Μας δίδαξαν το ψέμα. Το χαμηλωμένο βλέμμα. Την υποκρισία.

Και τους πιστέψαμε. Τους ακούσαμε. Τους ανεχτήκαμε. Και τώρα, τώρα παρακολουθούμε το θέατρο του παραλόγου. Την ώρα που η οικονομική κρίση έχει αγγίξει κάθε πλευρά του πλανήτη. Την ώρα που μέσα σε μια μέρα εδώ απολύθηκαν 750 άνθρωποι. Την ώρα που η Αγγλική κυβέρνηση στηρίζει τις τράπεζες της με 50 δις λίρες, την ίδια ώρα εμείς ασχολούμαστε με τον Εφραίμ. Ο Εφραίμ να βάλει το χέρι του.

Και θα την πατήσουμε. Θα ξυπνήσουμε μια μέρα, χαρά θεού με λιακάδα για να ζήσουμε το σκηνικό των πυραμίδων του Μπερίσα. Ίδια εικόνα, χίλιες λέξεις, άλλη γλώσσα αλλά το νόημα θα είναι το ίδιο. Θα ξυπνήσουμε μια μέρα από το πρώτο κανόνι που θα βαρέσει η πρώτη ελληνική τράπεζα. Το προηγούμενο βράδυ θα έχουμε αποκοιμηθεί αγκαλιά με το τηλεκοντρόλ και την εικόνα του Ρουσόπουλου. Θα παραιτηθεί; Δεν θα παραιτηθεί. Μ’αγαπάει; Δεν μ’ αγαπάει. Μαργαρίτες να μαδάω; Κι αν έχουν φυτρώσει στη Βιστωνίδα; Αμαρτία δεν είναι;

Όχι δεν λέω να μην ασχοληθούμε μαζί τους. Ποια είμαι εγώ άλλωστε που θα αποφασίσω για το γεύμα στου καθενός μπροστά από το χαζοκούτι. Λαμπίρη θες μάτια μου; Λαμπίρη. Μόνο να, μην το παρακάνουμε παιδιά. Μην το ξευτιλίσουμε τελείως. Στην εποχή της πληροφόρησης, του διαδικτύου, σε αυτή την εποχή εκείνη η χώρα η μικρή, η τόση…έχει καταφέρει το ακατόρθωτο. Να κλείνει τα αυτιά και τα μάτια στις εξελίξεις. Να μένει εκτός. Να μην θυμάται καν ονόματα. Κι αν…αν λέμε τώρα η κακιά η ώρα το φέρει και ξεφύγει καμιά εικόνα και μαθευτεί το κακό τότε γενικολογούμε, αποσιωπούμε, κρύβουμε και το κεφάλι στην άμμο άμα λάχει. Δεν λέω να μην ασχοληθούμε με τα του οίκου μας. Μια οικογένεια είμαστε άλλωστε. Δεν λέω να μην αντιδράσουμε. Δεν αντιδράμε όμως. Δεν λέω να μην αγανακτήσουμε. Αγανακτούμε, δεν μπορώ να πω. Αγανακτούμε αλλά ψηφίζουμε. Κι όμως. Απλά λεω το πιο απλό. Λέω να αφουγκραστούμε τα παρακάτω. Έρχονται δύσκολες μέρες και οι καιροί είναι πονηροί. Αυτοί που μας έμαθαν το νόμιμο, το ηθικό, το σεμνό, το ταπεινό δεν θα μας προφυλάξουνε. Εμείς που μάθαμε να τους αποδεχόμαστε και να τους ανεχόμαστε πρέπει να αλλάξουμε πορεία. Δεν είναι όλα καλά. Κι ας το λένε. Ας μην τους πιστέψουμε. Ή τουλάχιστον ας μην πούμε ξανά «δεν βαριέσαι ρε αδερφέ». Ρε αδερφέ, αλήθεια, δεν βαρέθηκες πια;

Κυριακή, Οκτωβρίου 19, 2008

Μαγειρεύοντας στην εστία...

Κάθε πόλεμος έχει τις παράπλευρες απώλειές του. Τα αθώα θύματά του. Στην προκειμένη περίπτωση τους Λατινοαμερικανούς που ζουν στην εστία και μοιράζονται την κουζίνα με μένα. Φυσικά εγώ είμαι με τους καλούς Ευρωπαίους και πολεμώ τους κακούς Ασιάτες. Όλοι εμείς έχουμε κάτι κοινό. Την κουζίνα, τα ψυγεία, το φούρνο. Οι δόλιοι οι Λατινοαμερικάνοι έχουν μόνο μπύρες στα ράφια τους και τρώνε απέξω. Το πολύ - πολύ να φτιάξουν καμιά ομελέτα για πρωινό με 6 αυγά. Αυτοί θα πάθουν χοληστερίνη, εμένα σκασίλα μου. Εγώ μαγειρεύω. Η Ινδή το παρακάνει, ο Ιάπωνας τώρα μαθαίνει και ο Τούρκος θέλει να μας ξεπαστρέψει μπαμπέσικα.

Η Ινδή έχει ένα τεράστιο τάπερ με θηκούλες οι οποίες είναι γεμάτες με μπαχάρια. Σε κάθε μαγείρεμα χρησιμοποιεί το 80% αυτών. Οι μυρωδιές είναι αποπνικτικές. Το κάρυ έχει την τιμητική του, εδώ δίπλα μου. Επίσης μαγειρεύει μεσημέρι βράδυ οπότε δεν υπάρχει περίπτωση να μην την πετύχεις στην κουζίνα ότι ώρα και να μπεις. Είμαι πάντα ευγενική και της λέω ότι το φαγητό της μυρίζει υπέροχα. Στην πραγματικότητα απορώ με το στομάχι της. Μέσα σε όλα, το παράθυρο της κουζίνας δεν ανοίγει. Φοβούνται μήπως πηδήξουμε. Μήπως πεθάνουμε από τις αναθυμιάσεις δεν το σκέφτηκε κανείς;

Ο Ιάπωνας έχει αγοράσει έναν πυρηνικό αντιδραστήρα όπου μαγειρεύει και καλά το ρύζι. Έχει ένα περίεργο σχήμα και ανάβουν κάτι φωτάκια μπλε. Αν δεν έγραφε Τεφάλ πάνω θα είχα φωνάξει την υπεύθυνη της εστίας. Πιάνει το μισό τραπέζι και έχει χρώμα ασημί. Είναι και βαρύ. Ναι, πήγα και το επεξεργάστηκα φυσικά. Ότι χρησιμοποιεί παράλληλα Ιαπωνικό τσελεμεντέ είναι λεπτομέρεια.
Ο τύπος καμιά μέρα θα μας σφάξει και θα το ακούσετε στις ειδήσεις. Όχι μόνο έχει έναν τεράστιο μπαλτά αλλά μαγειρεύει και με το σακάκι. Εγώ δεν τον εμπιστεύομαι. Προχτές τον πέτυχα στο διάδρομο. Έκρυβε κάτι κάτω από το ίδιο πάντα σακάκι. Μα τι άνθρωπος είναι αυτός; Ανταλλάσω ένα χάι και πολύ του είναι. Φυσικά και τα ψαρικά που μαγειρεύει βρωμάνε. Αυτοί υποτίθεται πως ωμά δεν τα τρώνε; Ναι, είμαι παράξενη, τι θέλετε;

Ο Τούρκος μας έστειλε για κεμπάπ εδώ στη γειτονιά σε ένα εκπληκτικό κατά την άποψή του, μαγαζί. Πήγα και έλεγε Cyprus απέξω. Από Λευκωσία και βόρεια βέβαια. Φυσικά και δεν έφαγα. Ένας γείτονας, υπέρμαχος του Ναι στο σχέδιο Ανάν πήγε και δοκίμασε. Την ώρα που πλήρωνε είδε τον μάγειρα να διαλέγει το ωμό κοτόπουλο με την ίδια πηρούνα που είχε για τη σαλάτα. Μόνο η σαλμονέλα μας έλειπε εδώ πέρα. Ακούει και τσιφτετέλια. Όταν θα ακούσει και Άντζελα Δημητρίου τότε θα πειστώ πως έχει κάνει καριέρα στη γείτονα χώρα και θα τηλεφωνήσω στην υπεύθυνη της εστίας για διατάραξη της κοινής ησυχίας.

Η Ελληνίδα είναι η πιο ύπουλη. Αγόρασε σκορδόψωμα από το σούπερ μάρκετ και ενώ έγραφαν πως μαγειρεύονται στο φούρνο, θεωρώντας εαυτόν πολύ ξύπνιο, τα έβαλε στο φούρνο μικροκυμάτων. Κάηκαν. Η Ελληνίδα το πήρε αργά είδηση και όχι μόνο είχαν μαυρίσει αλλά χτύπησε και ο συναγερμός για φωτιά. Ο φούρνος ακόμα μυρίζει καμμένο. Και τώρα όλοι μου μιλούν με μια δόση φόβου. Άντε γιατί παραγνωριστήκαμε! Είμαι θεά το ξέρω. Είμαι και Ελληνίδα. Α ναι!! Ψήνω και χοιρινό.

Σάββατο, Οκτωβρίου 11, 2008

Το ξένο είναι πιο γλυκό;

Μάθαμε πως το ξένο είναι πιο γλυκό. Μας έπεισαν και πως για να εκτιμήσουμε κάτι πρέπει πρώτα να το πληρώσουμε αδρά. Μύθοι και τα δύο. Συντηρήθηκαν και εξακολουθούν να συντηρούνται σε δύο ουσιώδεις περιπτώσεις. Στον έρωτα και στις σπουδές. Κι αν ο έρωτας αποτελεί καθαρά προσωπική επιλογή, το πανεπιστήμιο αποτελεί μια βασική ανάγκη. Ο κοινός γνώμονας και των δύο είναι πως όσοι δεν τα έχουν δοκιμάσει αποτελούν τους πιο ένθερμους υποστηρικτές και κάνουν τη ζημιά, χαλώντας την πιάτσα. Και στον έρωτα και στο πανεπιστήμιο πάντα. Κι αν για τον έρωτα τα έχουμε πει για το πανεπιστήμιο αξίζει να τα τονίσουμε.

Ναι, το ελληνικό πανεπιστήμιο συντηρείται από τους άμισθους υποψήφιους διδάκτορες – αυτούς τους ρομαντικούς νέους που δουλεύουν 12 ώρες για 500 € από το ΙΚΥ. Από τους λέκτορες των 1500 €. Από το 4 και κάτι πολύ ψηλά του ΑΕΠ. Δηλαδή με τρίχες κατσαρές. Παράλληλα βάλλεται από μια κυβέρνηση που προσπαθεί να το αποδεκατίσει στο βωμό των κέντρων ελευθέρων σπουδών και από τις φοιτητικές παρατάξεις που έχουν στήσει το παραμάγαζό τους μέσα σε αυτό για όφελος τους. Σαν και τον έρωτα κι αυτό συντηρείται με τη φλόγα των ανθρώπων που το περιβάλλουν και αντέχει στις εξωγενείς δυσκολίες. Α ναι. Δεν αντέχει απλά. Παράγει επιστήμονες. Όχι εργαλεία. Ούτε μηχανές. Παράγει σκεπτόμενους ανθρώπους, το χειρότερο είδος δηλαδή εργαζόμενου, το δυσκολότερο είδος για χειραγώγηση.

Μας μάθανε πως το ξένο είναι πιο γλυκό. Το Αγγλικό που τουλάχιστον γνωρίζω εγώ αυτό τον καιρό είναι απλά γεμάτο με αμερικανιές. Κάρτα με barcode για την είσοδο στη Σχολή, τηλεχειριστήριο σαν αυτά που ο Παπαδόπουλος μοίραζε στο κοινό για να βοηθήσει τον παίκτη, ώστε να απαντάμε στις ερωτήσεις του καθηγητή. Πολύ ωραία. Πολύ γυαλιστερά. Πολύ φιγουρατζίδικα. Αλλά ως εκεί. Από μέσα το περιεχόμενο δεν είναι το ίδιο. Γιατί το δυναμικό διαφέρει. Γιατί οι γνώσεις κάνουν τη διαφορά. Ποτέ κανείς Έλληνας καθηγητής δεν μας είπε πως δεν χρειάζεται να μάθουμε κάτι γιατί υπολογίζεται από τον υπολογιστή. Πάντα μας μάθαιναν πως εμείς είμαστε ένα σκαλί πιο πάνω. Εμείς θα πρέπει να έχουμε τις γνώσεις να ελέγξουμε και την παραμικρή λεπτομέρεια. Ποτέ κάνεις Έλληνας καθηγητής δεν μας είπε πως δεν απαντά στις ερωτήσεις μας πάνω στην εργασία που μας έβαλε γιατί βαθμολογείται. Ποτέ κανείς δεν μας έπιασε από το χέρι κι έτσι μάθαμε να κολυμπάμε στα βαθιά. Ποτέ όμως κανείς δεν μας άφησε να πνιγούμε κι έτσι μάθαμε να βγαίνουμε στη στεριά.

Μόλις προχτές δημοσιεύτηκε η έρευνα για την αξιολόγηση των πανεπιστημίων παγκόσμια. Η ειδοποιός διαφορά είναι πως τα πρώτα πανεπιστήμια έχουν πάρει τη δουλειά τους πολύ σοβαρά. Τα ελληνικά που δεν φιγουράρουν στις πρώτες θέσεις απλά δεν ξέρουν πως αυτό που παράγουν ονομάζεται γνώση και μάλιστα υψηλού επιπέδου. Βρίσκομαι σε ένα από τα πρώτα πανεπιστήμια με βάση την αξιολόγηση. Την προηγούμενη όμως εβδομάδα στο μάθημα των μαθηματικών οι Έλληνες ήταν οι μόνοι που ήξεραν τι θα πει παράγωγος. Πως λύνεται μια ταυτότητα. Για ολοκλήρωμα ούτε λόγος. Οι υπόλοιποι απλά κοιτούσαν εμάς, κι εμείς απλά κοιτούσαμε χαμηλά. Γιατί το ελληνικό πανεπιστήμιο μας έμαθε πως αυτό δεν είναι κάτι. Ενώ εδώ μας τόνισαν πως αυτό είναι πολύ.

Οι καθηγητές μπορεί να είναι κορυφαίοι. Αλλά μου θυμίζουν δημοσίους υπαλλήλους από αυτούς που βαριούνται. Από αυτούς που περιμένουν να περάσει η ώρα και διαβάζουν την παρουσίαση που ήδη έχουν αναρτήσει στην ιστοσελίδα τους στο νετ. Μα για πόσο ηλίθιους μας περνάνε; Η καθηγήτρια μου από το ελληνικό πανεπιστήμιο είναι απλά πολύ πιο πάνω από αυτούς. Όχι μόνο γιατί είναι επιστήμονας. Αλλά γιατί είναι και άνθρωπος. Χτες μου έστειλε μάιλ να δει αν τρώω, αν ντύνομαι ζεστά, αν κοιμάμαι καλά. Στο τέλος μου έγραφε πως με αγαπά πολύ. Το χειρότερο δεν είναι ότι το έγραψε. Είναι ότι το εννοούσε. Κι εγώ το διάβασα την ώρα του εργαστηρίου κι ένιωσα την ζεστασιά του 356ου πανεπιστημίου να απλώνεται μέχρι την κορυφή. Ελληνικό πανεπιστήμιο απλά είσαι μοναδικό. Γι αυτό δεν το ξέρεις.

Τρίτη, Οκτωβρίου 07, 2008

Λονδρέζικες ματιές



Καμιά φορά δεν μετράνε οι άνθρωποι μα το μέρος. Εγώ πάλι πιστεύω ότι μετράει το μέρος μαζί με τους ανθρώπους. Το Σαββατοκύριακο ένας φίλος από τα παλιά ήρθε στο Λονδίνο. Απλά για 48 ώρες. Σκάρτες.

Κι ένιωσα πως ένας δικός μου άνθρωπος με επισκέφτηκε. Είναι πολύ ωραίες οι καινούργιες γνωριμίες. Το άγνωστο. Είναι εκπληκτική η συστολή του πρώτου καιρού όταν γνωρίζεις κάποιον. Είναι όμως δώρο να μπορείς να νιώσεις εκείνο το συναίσθημα πως κάποιος σε ξέρει και δεν σε παρεξηγεί. Πως μπορείς να του ανοιχτείς και να συζητήσεις κάτι πιο προσωπικό, κάτι πιο ζεστό.

Το Λονδίνο είναι υπέροχο.



Ειδικά όταν το τριγυρνάς με φιλαράκια.


Όταν σε πιάνει η βροχή έξω από το Μουσείο μοντέρνας τέχνης.
Όταν σηκώνεσαι στις μύτες των ποδιών για να απολαύσεις το σόου του πεζοδρομίου.




Όταν θα θελες για λίγο να βρεθείς στη θέση του.



Όταν τρως σπιτικό hamburger σε pub.

Όταν μοιράζεσαι…

Παρασκευή, Οκτωβρίου 03, 2008

Η Ιθάκη μου

Εκείνο το ξώπλατο μαύρο φόρεμα το έχω ακόμα. Δείγμα θηλυκότητας πανάθεμά με. Κι εκείνα τα πέδιλα επίσης. Ψηλά. Τόσο που να με κουράσουν και να καταλήξω εκείνο το βράδυ ξυπόλητη στην Κηφισίας να ψάχνω για ταξί. Με τα μαλλιά πεσμένα. Ήταν που είχε περάσει η ώρα και η σταχτοπούτα είχε μεταμορφωθεί. Έφταιγε που οι μπούκλες δεν μου στέκονται και ήταν κι εκείνο το πείσμα γαρνιρισμένο με σιγουριά, πως μου πάνε. Φυσικά και είχαν χαλάσει. 17 χρονών, τελευταία μέρα αποφοίτησης, με εκείνη πάντα την άγνοια κινδύνου, διαβατήριο για τα επόμενα στο μικρό μαύρο τσαντάκι. Δυο μέρες νωρίτερα είχαν βγει οι βαθμολογίες. Δυο μέρες μετά, το μυαλό σχεδόν άδειο από σκέψεις είχε αποφασίσει πως θα έμενε Αθήνα. Πως θα συνέχιζε να πορεύεται με εκείνες τις τρεις που λίγο πριν χόρευε ξέφρενα. Ακόμα και σήμερα, χρόνια μετά, μίλια μακριά με εκείνες πορεύεται.

Είχε αρχίσει να αχνοχαράζει. Μαγεία η ανατολή, μαγεία εκείνη η στιγμή και η ηλικία που την υποστήριζε. Στο μικρό τσαντάκι το γράμμα εκείνης. «Θα γινόσουνα μια πολύ καλή φιλόλογος και μετανιώνω που δεν στο είπα νωρίτερα». Τότε έβαλα τα κλάματα γιατί μου το είχε πει πολύ αργά. Σήμερα την ευγνωμονώ που με άφησε ανεπηρέαστη να ακολουθήσω αυτό που ήθελα. Εκείνη η μέρα ήταν η τελευταία φορά που την έβλεπα. Δεν βρήκα καν το κουράγιο να ξαναπεράσω από το παλιό μου σχολείο. Μου είχε αφήσει όμως φυλαχτό την Ιθάκη του Καβάφη στο τελευταίο αποχαιρετισμό που έβγαλε από το μικρόφωνο. Για μένα.

Εκείνο το καλοκαίρι, που ήταν από τα πιο ξέγνοιαστα μου έπεσα με τα μούτρα στη μελέτη του Ποιητή. Έκτοτε έχω πάντα - αυτή την τραχιά από το τσιγάρο- φωνή της στα αυτιά μου όταν τον διαβάζω. Με τα γαλανά μάτια της, διαπεραστικά πίσω από τα στρογγυλά γυαλάκια της, αισθάνομαι ότι με κοιτά. Και ξέρω πως μου ψιθυρίζει:

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες,
γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μεν' η σκέψις σου υψηλή,
αν εκλεκτή συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους,
να σταματήσεις σ' εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν' αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ' έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ' τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί ειν' ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πια ν' αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ'έδωσε τ' ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις,
η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Καμιά φορά πεισμώνω και σκέφτομαι την ακτή. Ξέρω όμως πως πάντα το ταξίδι με συνάρπαζε. Σήμερα, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά, αυτήν έχω στο μυαλό μου συντροφιά με τον Ποιητή να μου μιλά και να με προστάζει να συνεχίσω αυτό που τόσο αγάπησα. Απλά την ευγνωμονώ και δεν της κακιώνω. Ακόμα δεν έμαθα οι Ιθάκες τι σημαίνουν. Μονάχα πως αξίζουν. Κι αν φοβάμαι κάτι, είναι μήπως τις ανακαλύψω και δεν εκπλαγώ. Μην με εξετάσετε σήμερα. Δεν έχω διαβάσει. Οι Λαιστρυγόνες και οι Κύκλωπες...κυκλοφορούν εκεί έξω.

Υ.Γ. Αυτή η ανάρτηση πρόεκυψε μετά από πρόσκληση της batgirl. Το παιχνίδι ζητούσε να αναφερθούμε σε ένα ποίημα ή ένα ρητό ή ένα τραγούδι που μας έχει στιγματίσει. Το άλλαξα λιγάκι. Ξέρω ότι δεν είναι του στυλ της, αλλά με αυτή την σιγουριά πως δεν θα μου χαλάσει χατίρι, καλώ την Κατερίνα να αλλάξει κι άλλο αυτό το παιχνίδι.

Καλημέρες από το συννεφιασμένο Λονδίνο.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 01, 2008

Ένας χρόνος «στον καναπέ»


Να μωρέ, θα μπορούσα να γράψω κάτι συγκινητικό. Κάτι δακρύβρεχτο ή μελό. Στην αρχή σκέφτηκα να σας ευχαριστήσω καθένα ξεχωριστά. Να διάλεγα τα πιο ιδιαίτερα σχόλια σας και να τα αναρτούσα. Να έγραφα σεντόνια ολόκληρα για αυτούς τους δώδεκα μήνες. Η γκάμα μου τελικά περιορίζεται σε ντεπόν και ασπιρίνες όμως. Έσουρα το κουφάρι μου από το κρεβάτι μέχρι τον υπολογιστή, δυο βήματα δρόμος, με τον πυρετό και το συνάχι να με έχουν εξουθενώσει για να σας πω ένα τεράστιο ευχαριστώ.

Ευχαριστώ για αυτόν τον ένα χρόνο διαδικτυακής αλληλεπίδρασης και ζωντανής επαφής.

Ευχαριστώ όσους με διαβάζετε, με σχολιάζετε, μου έχετε απλωμένα χέρια και ανοιχτές αγκαλιές. Όσους με μαθαίνετε και όσους με έχετε αλλάξει. Αυτό το blog έχει αλλάξει πολύ από την πρώτη μέρα που ξεκίνησε. Κι όμως, το μεράκι μου είναι το ίδιο. Η αγάπη μου για αυτό το χώρο επίσης. Μόνο που να…είστε όλοι εσείς επίσης συντροφιά και γεμίζετε τους καναπέδες, τις μαξιλάρες, τις πολυθρόνες, το σαλονάκι αυτό.

Και χαίρομαι γαμώτο. Αλήθεια.
Αν δεν ήμουν άρρωστη θα σας φιλούσα έναν – έναν ξεχωριστά. Αλλά ας μην σας κολλήσω καλύτερα!

Αν δεν ήμουν άρρωστη θα έκανα πάρτυ από αυτά με τα καπελάκια, τις μπόμπες – σάντουιτς και τις κορδέλες πως “the party is here”.

Δεν πειράζει. Καλύτερα έτσι. Ένα μεγάλο ευχαριστώ λοιπόν από μέρους μου για αυτόν τον χρόνο που κάνουμε όλοι μαζί τσιγάρο και πίνουμε παρέα καφέ.
Τις ασπιρίνες ποιος τις πήρε από το τραπεζάκι;;

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 24, 2008

Ζώντας σε εστία. (Καλά πως κάνεις έτσι;)

Το πρώτο πράγμα που χάρηκα πριν ακόμα φτάσω στο Λονδίνο ήταν η εστία. Πόσο υπέροχο είναι να μένεις στη καρδιά του κέντρου, ένα βήμα από τα πάντα, με όλους τους λογαριασμούς πληρωμένους από τον μπαμπά, σε καινούργιο κτίριο, με τη θεία Λένα στην είσοδο; Πολύ. Η θεια Λένα είναι η φύλακας και με καλοδέχτηκε με τη γκρίζα κουπ της, το μαργαριταρένιο κολιέ και την πλεχτή ζακετούλα της. Κουκλίτσα.

Και ενώ ήμουν φορτωμένη μέχρι τα αυτιά με 2 βαλίτσες, ένα λαπτοπ, μια eastpack, ένα πάπλωμα και τη τσάντα μου, βρέθηκα σε ένα χώρο εκπληκτικό.
Το δωμάτιο μου ευρύχωρο, η κουζίνα πολύ σύγχρονη και μακάρι να ήξερα να τη χρησιμοποιώ, θα τη χαιρόμουνα. Το μπάνιο μου καινούργιο. Ο Μεξικανός δίπλα κούκλος.

Και επειδή όπου και να πας έναν Έλληνα θα τον βρεις, εγώ για να έχω επιλογή έχω πέσει σε ελληνική κοινότητα. Τον πρώτο Έλληνα τον πέτυχα στο ασανσέρ. Του είπα hi, μου απάντησε «γεια σου ρε πατριώτισσα, σε θυμάμαι πρόπερσι στη Πέγκυ Ζήνα». Τη δεύτερη Ελληνίδα την πέτυχα στο εστιατόριο που πήγα να τσιμπήσω. Η τρίτη με κέρασε στριφτό τσιγάρο και θα την αγαπώ για πάντα γιατί το είχα ανάγκη. Η τέταρτη Ελληνίδα εμφανίστηκε σαν από μηχανής θεός την ώρα που έπλενα τα κουζινικά που δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσω ποτέ. Μπήκε στη κουζίνα, μου συστήθηκε, της συστήθηκα για να εισπράξω ένα υποτιμητικό «Ελληνίδα είσαι μωρή;;». Περιττό να πω ότι είναι Πολυτεχνείτισσα, από τα βόρεια μέρη και μένει ακριβώς δίπλα μου.
Μια ακόμα Ελληνίδα που πέτυχα ήταν με τη μαμά της και η μαμά της επέμενε να με πάρει αγκαλιά μόλις άκουσε πως η δικιά μου δεν είναι εδώ.

Να είμαι ειλικρινής. Δεν είναι μόνο Έλληνες. Είναι και Κύπριοι. Πάντως στους διαδρόμους ελληνικά ακούς. Σαν στο σπίτι σου ένα πράγμα.

Δεν γνώρισα μόνο Έλληνες όμως. Την πρώτη μέρα μου χτύπησαν την πόρτα και δύο Αγγλιδούλες. Εγώ εκείνη την ώρα απολύμαινα με dettol το χώρο φορώντας πλαστικά γάντια μιας χρήσης, ενώ η μυρωδιά του απορρυπαντικού ήταν αφόρητη καθώς για λόγους ασφαλείας το παράθυρο δεν ανοίγει τελείως. Ήμουν μια ζωγραφιά, αλλά οι αγγλιδούλες δεν ξαναφάνηκαν. Γιατί;

Τέλος, το δωμάτιο μου έχει ένα μειονέκτημα. Το παράθυρό μου βλέπει σε μια εταιρία στην οποία ο κόσμος δουλεύει. Πρέπει μάλιστα να δουλεύει πολύ. Αυτό πρέπει να το κοιτάξω. Είχα συνηθίσει στην Αθήνα να είμαι με κατεβασμένες τις τέντες. Εδώ τους βλέπω. Σκασίλα μου. Και με βλέπουνε. Καθόλου σκασίλα μου.

Με απασχολούν πολλά αυτές τις μέρες. Το πιο σημαντικό όμως είναι ένα. Πόσο Αγγλάκι θα γίνω;;

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 22, 2008

Λονδίνο...εδώ...

Κανονικά το πόστ αυτό θα έπρεπε να είχε τίτλο «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως». Κάναμε το βήμα. Δύο βαλίτσες με υπέρβαρο 8 κιλά που δεν πληρώσαμε, δυο χαμογελαστές αεροσυνοδοί της Ολυμπιακής και 3.30 ώρες πτήσης.

Αν το δώρο που μου έστειλε ο Θεός είχε όνομα, θα λεγόταν Λίζα. Μαζί στο check in, μαζί στην πτήση, μαζί 6 μπουκαλάκια κρασί κερασμένα από την Ολυμπιακή.

Και έφτασα. Και αποβιβάστηκα. Μπορώ να καυχηθώ πως πήρα τον ήλιο μαζί μου. Το καλοκαίρι στην αγκαλιά μου. Την αγωνία στις αποσκευές μου.

Και είναι βάλσαμο ακόμα και του μεγαλύτερου πόνου να συλλογίζεσαι αυτά που άφησες πίσω και αυτά που σε περιμένουν.

Γενικά δεν έχω σήμα. Χτες ειδικά προσπαθούσα να μιλήσω με τη μαμά μου. Το απαιτούσα, δεν το διαπραγματευόμουνα. Είχα βγει λοιπόν με τις φόρμες και το μπουφάν στον κοινόχρηστο και προσπαθούσα να νιώσω εκείνη τη μαγική ζεστασιά που έχει μάθει να διαπερνά το ακουστικό, να αγγίζει όλα τα κύτταρά μου. Τα κατάφερα. Μια ελληνίδα πέρασε, έκατσε δίπλα μου και μου πρόσφερε στριφτό τσιγάρο. Καταλήξαμε τέσσερις μέσα στο κρύο, να γελάμε, να καπνίζουμε, να νιώθουμε αμηχανία.

Σήμερα πρώτη μέρα στη σχολή. Ξανά φοιτήτρια. Ξανά σε ουρές. Ξανά σε τάξεις. Αν για κάτι παινεύομαι είναι που μπορώ να πορευτώ κομμένη στα δυο. Μισή εκεί, μισή εδώ.

Μόνο τα κομοδίνα δεν κουβάλησα. Εσάς σας χώρεσα, εσάς σας βόλεψα. Κι ίσως είναι η μοναδική σχέση, αυτή που έχω μαζί σας που δεν πρόκειται να μεταβληθεί. Γιατί πολύ απλά μια σύνδεση μας ενώνει. Στο Λονδίνο λοιπόν. Μέχρι πρότινος λάτρευα το Παρίσι. Νομίζω σαν κάθε θηλυκό που σέβεται τον εαυτό του θα συνεχίσω να έχω σταθερή σχέση με την πόλη του φωτός και παράνομο δεσμό δίπλα στον Τάμεση.

Βολευτείτε…και μην γκρινιάζετε. Μπορεί να μην βλέπετε πια ήλιο από τα παντζούρια, αλλά εγώ εδώ, συνεχίζω ακόμα να προσφέρω ζεστό καφέ.

Υ.Γ. Μια εβδομάδα πριν ανεβαίνοντας τη Μεσογείων άκουγα αυτό το τραγούδι και τα μάτια μου έτρεχαν ζεστά ποτάμια. Η εικόνα είχε χαθεί, και μόνο φώτα μου σιγομουρμούριζαν τους στίχους.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 16, 2008

Δέσμια των αγκαλιών...

Οι αγκαλιές. Περισσότερο και πάνω από όλα αυτές. Για μένα και για τους δικούς μου ανθρώπους. Οι αγκαλιές της ζωής μου, πιο ζεστές από λόγια, πιο έντονες από φιλιά, πιο συναισθηματικά φορτισμένες από δάκρυα. Αυτό το άγγιγμα. Αυτή η προστασία και αυτή η ασφάλεια δεν μπορούν να συγκριθούν, δεν μπορούν να ζυγιστούν. Υπάρχουν εκεί για δύο. Γι αυτούς, που ρίχνοντας τα τείχη του μικρόκοσμού τους ανοίγουν διάπλατα τις φωλιές τους.

Η μόνη κίνηση που φέρνει τον άλλον τόσο κοντά. Τελεσίδικα. Σχεδόν αιχμάλωτα, σε μια παράδοση χωρίς πισωγυρίσματα. Η δύναμη του να ακουμπήσουν δύο κορμιά, όχι δυο χείλη, όχι δυο χέρια σε ένα τυχαίο άγγιγμα, όχι δυο βλέμματα φευγαλέα. Δυο σώματα με πλήρη συναίσθηση. Με πλήρη υποταγή. Εκεί. Μαζί. Ίσως ο προθάλαμος της σαρκικής ένωσης. Σίγουρα η επιβεβαίωση της πνευματικής ταύτισης. Κι είναι οι αγκαλιές σαν τις σιωπές. Κλείνουν μέσα τους αυτά που δεν μπορούν να ειπωθούν, αυτά που εννοούνται, αυτά που υπάρχουν. Όπως κι αυτές. Άϋλες κρατούν συντροφιά μόνο με τη θύμησή τους και αποτελούν ένα ρίσκο. Ίσως το μεγαλύτερο. Να σφίξεις πάνω σου τον άλλο, νιώθοντας τη μυρωδιά του κορμιού του αργότερα πάνω σου. Έχοντας ακόμα την υφή και την εικόνα στο μυαλό.

Δέσμια των αγκαλιών από τα πρώτα χρόνια της ζωής μου όταν Εκείνη μου έμαθε πως το να δίνεις είναι πολύ πιο σπουδαίο πράγμα από το να παίρνεις.

Δέσμια των αγκαλιών πάντα παρέκαμπτα τα λόγια, προσπερνούσα τις χειρονομίες και δεν εμπιστεύτηκα ποτέ τα βλέμματα. Παραδόθηκα άνευ όρων στις αγκαλιές. Που δεν γνωρίζουν φύλο, ηλικία, ταμπέλες. Όπως εγώ. Εγώ που από καιρό έχω καταργήσει τους τύπους και έχω πάψει να δίνω το χέρι μου σε αγνώστους. Που έχω μάθει όμως να μοιράζω αγκαλιές. Ζεστές και γεμάτες. Σε αυτούς που έχουν μάθει να ρίχνουν τους φράχτες τους και πατώντας έστω στις μύτες των ποδιών τους ρίχνουν κλεφτές ματιές στον δικό μου κήπο.

Δέσμια των αγκαλιών, ευτυχώς…γιατί ότι δεν άγγιξα δεν μου ανήκει κι ότι δεν κράτησα πάνω μου δεν το έχω νιώσει. Τόσο εγωιστικά. Έτσι απλά.


Σάββατο, Σεπτεμβρίου 13, 2008

Αγάπη μου...δεν είναι αυτό που νομίζεις!!

Το να ζεις σε αυτή την πόλη θέλει πολύ μεγάλη μαγκιά, τεράστια ψυχικά αποθέματα και αρκετή δόση τρέλας. Γιατί όταν Παρασκευή βράδυ ξεκινάς για ποτό στο Θησείο, μετά από λίγο βρίσκεσαι σε μια διαδήλωση για τη σωτηρία της εξόδου του άμοιρου Αθηναίου στο Γκάζι όπου θα συναντήσεις τουλάχιστον 347 γνωστούς - όχι γιατί είσαι κοινωνικός απλά επειδή είσαι κοινότυπος και πας εκεί που πάνε όλοι – και καταλήγεις για πίτσα στις 2.30 τα ξημερώματα, εντάξει δεν είναι και ότι πιο φυσιολογικό. Η μάλλον είναι ότι πιο φυσιολογικό μπορεί να σερβίρει αυτή η πόλη σε αυτούς τους κατοίκους. «Μου ζήτησε να κάνουμε αρπαχτή» μας έφτυσε την ατάκα με νεύρα η μια κολλητή στα μούτρα. Μπουκωμένη καθώς ήμουν από τις μακαρονάδες που τσακίζαμε σε γνωστό στέκι του κέντρου την ρώτησα τι σημαίνει αρπαχτή. Τι περιέχει, πως σερβίρεται και κυρίως πόσο κοστίζει. Είναι με απ’ όλα; Είναι χωρίς κρεμμύδι; Κι αν μας κάτσει βαριά τι γίνεται. Με αγριοκοίταξε αλλά ο τύπος που της σέρβιρε την ατάκα ήταν αρκετά κατατοπιστικός. «Για σένα θα μπορούσα να χωρίσω.» Κι εκεί, πάλι μπουκωμένη την ρωτώ τι εννοεί πως θα μπορούσε. Ο άνθρωπος είναι αναμφισβήτητα πρακτικός. Τον παραδέχομαι. Κατά την ταπεινή του άποψη αν δεν περάσει ένα διάστημα δοκιμασίας μαζί της, αυτός δεν χωρίζει από την κοπέλα του. Το πιο τρομερό είναι πως αυτή δεν τον θέλει ενώ αυτός της την πέφτει. Το επίσης φοβερό είναι πως όλα αυτά της τα λέει από το msn και με sms. Και είναι κοντά στα τριάντα. «Μα τι παιδάκι» σκέφτηκα! «Εκπληκτική η μακαρονάδα μου» είπα.
........................................................................................................................
Μας θυμάμαι στο Λύκειο, να χαζεύουμε κανέναν ωραίο και μετά να πέφτουμε στα μαύρα τάρταρα γιατί μαθαίναμε πως έχει σχέση. Αυτή η σχέση με την τάδε ήταν πάντα σεβαστή. Η τάδε ήταν μισητή αλλά είχε μορφή και υπόσταση και ποτέ μα ποτέ δεν θα μπλεκόμασταν στα πόδια της όσα βελάκια κι αν της πετούσαμε το βράδυ στη φωτογραφία που είχαμε πίσω από την πόρτα του εφηβικού μας δωματίου. Σήμερα, η φράση πως έχει σχέση συνοδεύεται από ένα ξερό «Ε και;». Σκέτο. Και επειδή γενικά είμαι ψυχοπονιάρα και η καλοσύνη στις μέρες μας εκλαμβάνεται ως αδυναμία αν είδες κάποια να ωρύεται πως έχει σχέση στου Ψυρρή ένα από τα προηγούμενα βράδια τρέχοντας, ναι ήμουν εγώ. Αυτός που με κυνηγούσε, μου φώναζε πως απλά ήθελε να με πάει και να με βάλει για ύπνο. Εγώ τον βοήθησα να περάσει ένα μάθημα. Αυτός σκέφτηκε να μου το ξεπληρώσει. Εγώ δεν του έχω ξαναμιλήσει έκτοτε. Φυσικά.
......................................................................................................................
Ήταν καλός, ήταν γλυκός είχε τις χάρες όλες. Ήταν λίγο δεξιός, δηλαδή ψήφιζε ΔΑΠ αλλά δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα. Προσπέρασε τις κομματικές του επιλογές και τελικά βγήκε μαζί του. Χάρηκα με τη χαρά της και περίμενα τηλεφώνημα. Με πήρε να μου πει ότι πλήρωσε εκείνη στο πρώτο ραντεβού. Γέλασα με την καρδιά μου και της είπα να με ξαναπάρει μόλις τον σχολάσει. Τον σχόλασε παραμονές επετείου «μήνα». Γονυπετής της παρακάλεσε να ξαναβγεί μαζί του για να επανορθώσει. Την πήγε στο Λαγονήσι για να το γιορτάσουν και εκείνη απλά αυτή τη φορά πλήρωσε τα περισσότερα. «Βελτιώνεστε» της ξαναείπα και περίμενα να δω που θα πάει αυτή η βαλίτσα. Φοράει μάρκες, οδηγεί Golf αλλά του πληρώνεις τα τσιγάρα. Τι τα θες; Δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα. Εδώ κατάπιαμε αμάσητο πως είναι δεξιός, ο λογαριασμός στο Kitchen bar θα μας πέσει βαρύς; Μη λέμε και ότι θέλουμε.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 09, 2008

Τι καλά, τι καλά σκίζει η βάρκα τα νερά

Η μέρα κυλούσε σεμνά και ταπεινά στην έπαυλή μου στο Χαλκούτσι. Είχα δει την εκπομπή της Φαίης Σκορδά και είχα κάψει και τα ελάχιστα εναπομείναντα εγκεφαλικά κύτταρα μου. Την ώρα που έπεφτε το τελευταίο ρεπορτάζ με τη μαμά της Καλομοίρας στο χωριό όπου έκανε αποκλειστικές δηλώσεις – θεματάρα δεν το συζητώ – χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν αυτός. Και μου πρότεινε να γίνω Υπουργός ΧΩ.ΔΕ.(ποιος το χέζει το ΠΕ;)

Φυσικά στα κανάλια είπα ότι η πρόσκληση του Πρωθυπουργού με τίμησε ιδιαίτερα και δεν μπόρεσα να μην ανταποκριθώ στο ειλικρινές κάλεσμά του. Οι φήμες περί ξένου δακτύλου – με λευκή ποδιά (όχι τρελού αλλά γιατρού) πως μοίρασε την υπουργική τράπουλα και έκανε ξερή χαρακτηρίζονται ως αναληθείς.

Η χαρά μου ήταν τεράστια. Έχασα τη Λαμπίρη και δεν είδα ούτε Beverly Hills που για μένα αυτό το τελευταίο δεν υπάρχει. Αν έχεις γεννηθεί μεταξύ του 1975 και του 1985 με καταλαβαίνεις απόλυτα και συμμερίζεσαι την θυσία μου. Βλέπω ακόμα τον Dylan και λιώνω. Τώρα που έγινα Υπουργός θα τον φέρω σε ένα στάδιο με δωρεάν είσοδο για όλα τα κοριτσούδια. Εντάξει θα φέρω και τον Μπράντον κι ας μην είναι του γούστου μου. Την Κέλι την είχε φέρει η Ρούλα το 99 στο Μπράβο θυμάσαι;

Το βράδυ ο πρωθυπουργός μας κάλεσε για ανεπίσημο δείπνο. Μας πήγε για τσίπουρα στο Πασαλιμάνι. Εκεί κοντά μένει ένας πρώην μου και εγώ δεν ήθελα να κατεβώ μην πέσουμε μούρη με μούρη αλλά είπα να μην το παίξω σνόμπ. Φυσικά και δεν πήγαμε στον ναυτικό όμιλο. Εμείς δεν είμαστε δεξιοί. Ήπιαμε, φάγαμε και γνωριστήκαμε καλύτερα μεταξύ μας, κάτι δηλαδή σαν τους παίκτες του Survivor που πριν ξεκινήσει το παιχνίδι τους είχαν πάει κρουαζιέρα και μετά τους έριξαν με τα ρούχα στη θάλασσα.

Ότι έγινα Υπουργός από σπόντα το προσπερνάμε γιατί πολύ απλά πήρα Υπουργείο φιλέτο. Έχω μια μικρή υποψία πως με τον Υπουργό Περιβάλλοντος σε λίγο καιρό θα παίζουμε ξύλο αλλά λεπτομέρειες!!

Γνώρισα και τους υπόλοιπους Υπουργούς. Ορισμένους τους ήξερα βέβαια όπως τον Samael που έχω καιρό να σχολιάσω αλλά αυτός δεν με παρεξηγεί και όταν, αραιά και που ανεβάζω κανένα κείμενο της προκοπής με σχολιάζει κιόλας. Την Roadartist που είναι σοβαρή γυναίκα και γι’ αυτό το λόγο δεν μπορούμε να κάνουμε παρέα, τον γκρινιάρηκαι τον geokalp. Κατά τα’ άλλα δεν μίλησα και πολύ μιας και μίλαγε ο πρωθυπουργός και μας έλεγε ανέκδοτα από το στρατό. Φυσικά χαιρέτησα τον πρόβατο και ένιωσα και λίγο άσχημα γιατί το διαβάζω φανατικά αλλά ποτέ δεν έχω αφήσει σχόλιο. Αυτό οφείλεται στις διαδικτυακές μου ντροπές, οι οποίες δεν είναι επί του παρόντος.

Η πρώτη μέρα στο Υπουργείο κύλησε σχετικά ήσυχα. Υπέγραψα να γίνει στάση μετρό στη γωνία, δέκα μέτρα από το σπίτι μου και να λειτουργεί νυχθημερόν, να διαπλατυνθεί η Κηφισίας κατά δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση όπως και η Μεσογείων. Ζήτησα να μου φέρουν τηλεόραση στο γραφείο από εβδομάδα γιατί αρχίζει η Μενεγάκη και προσέλαβα τον μπαμπά μου ειδικό σύμβουλο μιας και τα ξέρει όλα μην γίνουμε και ρεζίλι. Θα κάνω όλα τα ρουσφέτια στους φίλους μου, όλα όμως και θα σταματήσω κάθε έργο στη Θεσσαλονίκη για να μάθει να βγάζει με 50% Ψωμιάδη εδώ και 3456 τετραετίες. Τζονάκο τι θα κάνουμε με αυτόν;
Στα προσεχή, έχω να δώσω την καντίνα του Υπουργείου στον Τερκενλή όχι με μειοδοτικό διαγωνισμό. Με απευθείας ανάθεση!

Ήξερα ότι τα «πολυτεχνεία» μου θα έπιαναν τόπο αλλά δεν το περίμενα τόσο γρήγορα!!
Το μάιλ του blog λειτουργεί κανονικά για όλους εσάς. Οι υπόλοιποι ας κλείσουν ραντεβού με τον Σπαλιάρα που προσέλαβα ως γραμματέα!

Υ.Γ. Ξέρω ότι τα πόστς μου πάνε από το κακό στο χειρότερο. Δεν φταίω εγώ. Μου δίνετε πάσες!!

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 06, 2008

Blog - o - therapy

Πιο πολυφορεμένες εκφράσεις από το ότι «τα πράγματα προχωράνε», «οι καιροί αλλάζουν» και «ο κόσμος πάει μπροστά» δεν υπάρχουν. Κι όμως είναι αλήθεια. Κάποτε υπήρχε ο παγοπώλης. Μετά ανακαλύφθηκε το ψυγείο. Κάποτε υπήρχε ο καρβουνιάρης. Μετά ήρθε ο ηλεκτρισμός να του γνέψει το μαντήλι. Ο χαλκουργός μέχρι που ανακαλύφθηκε το ατσάλι. Ο ντελάλης μέχρι που ανακαλύφθηκε η τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Ο ψυχολόγος. Ναι, ο ψυχολόγος. Μέχρι που ανακαλύφθηκε το blogging.

Τo blogging που αποτελεί την καλύτερη και πιο φτηνή ψυχοθεραπεία σήμερα. Την πιο ανώδυνη και την πιο ενδιαφέρουσα. Γιατί μάτια μου ο ψυχολόγος είναι ένας, θα του τα πεις, θα σε ακούσει και αυτό είναι όλο. Στο blogging θα σε διαβάσουν πολλοί. Ο ψυχολόγος ποτέ δεν θα σου πει «Α το μαλάκα». Ο blogger θα σου το πει. Ο ψυχολόγος δεν θα σου στείλει ποτέ μάιλ να δει τι κάνεις. Ο blogger εύκολα. Ο ψυχολόγος ποτέ δεν θα ασχοληθεί πάνω από 45 λεπτά με το πρόβλημά σου. Ο blogger με ένα κλίκ είναι δίπλα σου. Ο ψυχολόγος δεν θα πει ποτέ κάτι πρωτότυπο ή αστείο. Ο blogger ακόμα και σοβαρό να έχει σκεφτεί στην πλάκα θα το ρίξει, γιατί ρε γαμώτο σε νοιάζεται και ξέρει ότι περνάς δύσκολα οπότε το πρώτο που τον νοιάζει είναι να σε κάνει να γελάσεις. Τον ψυχολόγο τον πληρώνεις. Τους αναγνώστες απλά τους αγαπάς.

Εντάξει δεν είναι όλοι αγαπητοί. Και χωρίς να τους δεις ορισμένοι σου τη σπάνε. Θα είμαι ειλικρινής, τους θεωρείς και λίγο μαλάκες. Αλλά και πάλι μια χαρά. Δεν τους διαβάζεις, οπότε ότι δεν διαβάζεις, δεν υπάρχει.
Από την άλλη υπάρχουν μορφές μέσα στο μπλογκοχωριό. Απίστευτοι άνθρωποι που γράφουν αριστουργήματα γέλιου, πόνου, καθημερινότητας. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας που είναι μοναδικοί και αναντικατάστατοι.

Ξεκινώντας, είχα στο μυαλό μου μια καθαρά προσωπική διαδικασία, με στεγανά και διαχωριστικά από την έξω ζωή. Την πάτησα. Αυτό που με τόση μυστικότητα ξεκίνησα, κάπου χαλάρωσε εξαιτίας της επιμονής και της υπομονής που έδειξαν ορισμένοι «συνάδερφοι» απέναντι στα καπρίτσια μου. Ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι διαδικτυακές συμπάθειες θα έπαιρναν σάρκα και οστά. Κι όμως. Υπάρχουν άνθρωποι που σε αυτό το διάστημα μου άπλωσαν το χέρι τους και μετά άνοιξαν και την αγκαλιά τους. Σε αυτό το διάστημα έχω κλάψει με κείμενα, έχω γελάσει, έχω στεναχωρηθεί. Έχουν υπάρξει σχόλια που έχω λατρέψει, κείμενα που έχω ζηλέψει, άνθρωποι που έχω θαυμάσει. Και δεν θα τους είχα γνωρίσει ποτέ. Ίσως γιατί είναι πολύ δύσκολο σήμερα να χτυπήσεις το κουδούνι του ανθρώπου της διπλανής πόρτας και να απαιτήσεις από αυτόν να σου βγάλει τον αληθινό του εαυτό αφήνοντας στην άκρη το περιτύλιγμα. Να εκτεθείς και να εκθέσεις. Να δείξεις ποιος πραγματικά είσαι χωρίς να πεις το ονοματεπώνυμό σου.

Κάποια στιγμή το καλοκαίρι κάποιος από τους γνωστούς αλητάμπουρες των διακοπών…ξέρετε από αυτούς που δεν κόβουν απόδειξη, σου δίνουν τρεις ελιές για χωριάτικη, σου νοικιάζουν δωμάτιο με κατσαρίδες και περιμένουν να τους πεις ευχαριστώ με έκανε έξαλλή. Μέσα στα νεύρα μου του φώναξα πως θα του δείξω εγώ. Τρόμαξε. Αυτός φοβόταν ότι θα πήγαινα στην αστυνομία. Εγώ πολύ απλά εννοούσα ότι θα τον έκραζα μέσα από το blog μου. Αμέσως μετά κατάλαβα και ξέσπασα σε γέλια. Κι είναι κι αυτή μια τεράστια δύναμη που παρέχει αυτό το μέσο. Να στήνεις στα δέκα μέτρα αθώους και ενόχους ανάλογα με την ψυχή που κουβαλάς. Να στοιβάζεις προσωπικές εμπάθειες και πραγματικές αλητείες και να τις δημοσιεύεις. Κι όση δύναμη μπορεί να προσφέρει αυτό το μέσο, άλλη τόση μπορεί να σου αφαιρέσει. Αν έχω κερδίσει κάτι τόσο καιρό εδώ μέσα είναι να μπορώ να ξεχωρίσω αυτούς που εμπορεύονται το blogging κι αυτούς που το αγαπάνε πραγματικά.

Ο φανατικός κρυφοδεξιός αναγνώστης μου, του οποίου το όνομα δεν αποκαλύπτω γιατί φοβάμαι ότι θα μου χακερέψει τη σελίδα και θα αναρτήσει τη σημαία του βάζελου για αντιπερισπασμό είπε κάτι πολύ σωστό. Υπήρξαν πέρυσι τρία γεγονότα ορόσημα που έπαιξαν καταλυτικό ρόλο ώστε να ανοίξουν τα περισσότερα από τα blogs του 2007. Ο θάνατος της Αμαλίας, οι καταστροφικές πυρκαγιές του Αυγούστου και οι εσωκομματικές εκλογές του ΠΑΣΟΚ. Είμαι νομίζω λοιπόν η μόνη που όταν η Αμαλία έφυγε αγνοούσα τα blogs, αποφάσισα να το ανοίξω στις πυρκαγιές και τελικά το έκανα λίγο πριν τις εκλογές του ΠΑΣΟΚ. Κι ας μην είμαι Πασόκα.

Τελικά είναι η πρώτη ανάρτηση που έγραψα και δεν ξέρω τον ακριβή σκοπό της. Έτσι, περισσότερο σαν σκέψεις που ήθελα να καταγράψω μου βγήκε. Αυτό που θέλω όμως να πω είναι πως το blogging το λατρεύω. Αν κάποια στιγμή πω ότι το παρατώ να είστε σίγουροι πως τα πράγματα δεν θα είναι καθόλου καλά, ότι κι αν γράψω εκείνη την κούφια ώρα.

Προς το παρόν δίνω αγώνα για να μην κλείσει κάποια άλλη το δικό της. Προς το παρόν είμαστε ακόμα εδώ. Κλεμμένη η ατάκα. Και πάλι ξέρω ότι αυτός που την εμπορεύεται μου την δίνει με όλη του την καρδιά.

Σας παπιοαγαπώ λοιπόν

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 02, 2008

6 bloggers στη Μελίκη

Όταν η Κατερίνα με πήρε τηλέφωνο, με πέτυχε στο περίπτερο την ώρα που ζητούσα το Cosmopolitan Σεπτεμβρίου. Ο περιπτεράς δεν είχε το cosmo αλλά με ρώτησε αν ήθελα να μου το φέρει την επομένη. Η Κατερίνα με ρώτησε αν θα πάμε να βοηθήσουμε στη συγκομιδή των τεύτλων. Είπα «ναι» στον περιπτερά, αστόχησε η φράση, ένα «τέλεια» ακούστηκε από την άλλη γραμμή και πριν προλάβω να πω όχι είχε κλείσει για να ειδοποιήσει τους υπολοίπους.
Και καταλαβαίνω ότι έχω κάνει μεγάλη γκάφα. Την ξαναπαίρνω και τη ρωτώ πολύ γλυκά τι εννοούσε για να εισπράξω το λίγο απαξιωτικό σχολιάκι «Καλά δεν είδες στο blog του Λιολιόπουλου ότι αρχίζει η συγκομιδή στη Μελίκη και θα απέχει για λιγάκι;». «Όχι» ψέλλισα. «Δεν πειράζει, αρκεί που είπες ναι». Κατάλαβες φίλε αναγνώστη; Ατσίδας είσαι, το έπιασες.

Και ξεκινήσαμε. Πέντε bloggers σε ένα θηρίο. Ο Αντώνης είπε ότι είναι jeep. Εμένα περισσότερο σε ερπυστριοφόρο μου έφερνε αλλά δεν μίλησα. Φυσικά και οδήγησε αυτός. Αν και όλοι είχαμε δίπλωμα αμφιβάλλω αν τα πόδια μας θα έφταναν στα πετάλια. Και αρχίζει το ταξίδι του μαρτυρίου. Εγώ γκρίνιαζα. Ο Αντώνης ήταν αμίλητος. Και ο Matrix με τον Vk είχαν βαλθεί να μας σπάσουν τα νεύρα. Στο Σείριο ζήτησε ο Matrix στάση για καφέ. Στο Λεβέντη, ο Vk για τυρόπιτα. Στο καμμένα βούρλα ο Matrix για λουκουμάδες. Στα Τρίκαλα ο Vk για χαλβά φαρσάλων. Στα επόμενα δέκα χιλιόμετρα πολύ σοβαρά ο Αντώνης τους είπε ότι θα τους κατεβάσει. Η Κατερίνα δεν θέλει και ρώτημα. Έστριβε τσιγάρα μανιωδώς και σήκωνε ανά δέκα λεπτά το κινητό να απαντήσει στις κλήσεις του Λιολιόπουλου που ήθελε να δει που φτάσαμε.

Και φτάσαμε. Και παθαίνω σοκ. Στην κεντρική πλατεία της Μελίκης να έχει βάλει ο Λιολιόπουλος 4 αρνιά στη σούβλα και να παίζουν λάιβ κλαρίνα. Όλο το χωριό να έχει μαζευτεί για να μας χαιρετήσει, φίλοι και γνωστοί του Λιολιόπουλου να μας καλωσορίζουν και – στο Θεό που πιστεύεις- ο Λιολιόπουλος να έχει τυπώσει τα αγαπημένα του κείμενα από τα blog μας και να θέλει να τα διαβάσει. Τέτοια λαχτάρα είχα καιρό να πάρω. Ξεκίνησε με το πόστ της Κατερίνας «γιατί δεν έγινα λεσβία». Εντάξει, το παραδέχομαι. Το χάρηκα!!!
Πάντως κάτι το ταξίδι, κάτι ο καφές, η τυρόπιτα, οι λουκουμάδες, ο χαλβάς που είχα φάει, ήρθε και η μυρωδιά του αρνιού που δεν τρώω και είπα ότι θα πεθάνω στη Μελίκη. Ο Μatrix να έχει ενθουσιαστεί με κάτι πιτσιρίκες, ο Vk με το φαγητό, ο Αντώνης με το κρασί κι εγώ με τον 25χρονο γιατρό του χωριού που έκανε το αγροτικό του εκεί.

Η επόμενη μέρα μας βρήκε στους αγρούς. Φυσικά όχι όλους. Ο Vk έμεινε στην πλατεία να κλέψει στο τάβλι τους παππούδες. Ο Matrix είπε ότι θα βοηθούσε κάτι κοριτσάκια στα Μαθηματικά – ήμαρτον Παναγία μου. Η Κατερίνα ήταν η πρώτη που ανέβηκε στο τρακτέρ για να επιτηρήσει, ο Αντώνης μπήκε αμέσως στο κλίμα και εγώ στο νόημα. Στο πρώτο πονάκι που ένιωσα δεν έδωσα σημασία. Στο δεύτερο φοβήθηκα πάρα πολύ γιατί είμαι και σε κρίσιμη ηλικία, οπότε στο τρίτο κίνησα για το κέντρο υγείας. Τόσο χάλια.

Το βράδυ βρήκε τον καθένα από εμάς ξεχωριστά. Γυρίζοντας στον ξενώνα έπεσα πάνω στο Matrix που κι εκείνος από κάπου γύριζε. Και μπαίνοντας στο δωμάτιο πέτυχα την Κατερίνα ντυμένη να έχει γυρίσει κι αυτή από κάπου. Εντάξει, φυσικά και είμαι πολύ διακριτική. Φυσικά και δεν ρώτησα κανέναν τους που ήταν. Για χαζή με περνάς; Μην απαντήσεις. Βέβαια ο Vk είναι απορίας άξιο που κοιμήθηκε το βράδυ αλλά ούτε αυτό δεν ρώτησα.

Η Κυριακή ξημέρωσε λαμπρή. Φυσικά επειδή θα φεύγαμε. Ο Λιολιόπουλος ήταν σκασμένος. Από το πρωί είχε βάλει ένα κοκορέτσι στη σούβλα για μεζέ. Ο Αντώνης δεν του χάλασε χατίρι και κατά το μεσημέρι ακόμα το καραβάνι δεν είχε ξεκινήσει δεδομένου ότι ο οδηγός είχε κεφάκια. Καλά δεν το συζητώ ότι κάτι κοριτσάκια ήρθαν να χαιρετήσουν το Matrix και κλαίγανε. Ούτε πως εγώ χαιρέτησα το γιατρό κλαίγοντας. Το ρεμάλι ο Vk έμαθα ότι από το τάβλι, το είχε γυρίσει στην πόκα και είχε μαδήσει τους παππούδες του χωριού. Βέβαια τα παππούδια δεν το είχαν καταλάβει και είχαν έρθει να αποχαιρετήσουν αυτό το χρυσό παιδί. Οι τσέπες του ήταν έτοιμες να σκάσουν. Μα τι άνθρωπος!! Την Κατερίνα ήρθε ένας Ιταλός να τη χαιρετήσει. Μου θύμισε τον τύπο που της είχε κουβαλήσει την βαλίτσα στην Τήλο αλλά όρκο δεν παίρνω. Εγώ αποφάσισα πως δεν τους ξανακάνω παρέα. Σας παρακαλώ. Μην με αφήνετε μόνη μαζί τους!



Το όχημα που οδηγήσαμε στο χωράφι του Νίκου!!

Κυριακή, Αυγούστου 31, 2008

Σχέση παρκαρίσματος

Σαν μια προσπάθεια για παρκάρισμα. Όχι στο περίπου, όχι γενικά και καθόλου αόριστα. Ακριβώς έτσι είναι μια σχέση. Κάθε σχέση, οποιασδήποτε υφής και γεύσης. Όλοι μας, ακόμα κι αν δεν έχουμε δίπλωμα, οδηγούμε ένα όχημα. Η σχέση είναι ο χώρος. Η προσπάθεια που καταβάλλουμε να παρκάρουμε αποτελεί το χτίσιμο αυτής. Τόσο απλά, τόσο γλαφυρά, ίσως και πεζά αλλά σίγουρα μεταφορικά. Και αμφίδρομα. Ακριβώς γιατί ο χώρος αποτελεί τη γέφυρα που η αντίπερα όχθη ρίχνει προς το μέρος μας για να την πλησιάσουμε και να παρκάρουμε.

Κάθε θέση έχει τα δικά της χαρακτηριστικά. Κάθε σχέση αναμφίβολα. Άλλες βρίσκονται σε πολύβουους δρόμους, πολύ κοντά ή ακριβώς εκεί που θέλουμε. Από πίσω ανυπόμονοι οδηγοί κορνάρουν, βρίζουν ενώ εμείς προσπαθούμε να παρκάρουμε. Με άγχος, με αγωνία, με μια δόση υπεροψίας. Άλλες πάλι είναι πολύ στενές. Ακόμα χειρότερα αν βρίσκονται και πάλι σε δρόμο με μεγάλη κίνηση. Άλλες θέσεις σε αναγκάζουν να καβαλήσεις πεζοδρόμιο. Να ζορίσεις το όχημα, να ζοριστείς εσύ. Το βλέπεις, το βλέπω. Αξίζει…γαμώτο. Αυτές οι θέσεις, αυτές οι σχέσεις, αυτά τα παρκαρίσματα είναι που μας ιντριγκάρουν. Το γεγονός ότι πολλές θέσεις – πάντα – παρκαρίσματος δεν είναι για τα κυβικά του οχήματος ας πάει στο καλό.

Κι αν τον πρώτο καιρό που το δίπλωμα είναι ακόμα ζεστό, κάποιες θέσεις προσπερνιούνται από φόβο, από τρόμο, από βαρεμάρα, όταν στα πόδια προστεθούν πολλά χιλιόμετρα, πολλά παρκαρίσματα σε μακρινές περιοχές, πολλοί γρατζουνισμένοι προφυλακτήρες…τα πράγματα σκουραίνουν επικίνδυνα. Μπορεί το νεαρό της ηλικίας να δικαιολογούσε τις στραβοτιμονιές, γιατί ναι, σε μικρή ηλικία πήραμε το δίπλωμα, αλλά όσο τα χρόνια περνούν, τόσο ένα καλό παρκάρισμα αποδεικνύει την αξία του οδηγού. Στην τελική, το ζήτημα είναι πως τα θέλω μεταβάλλονται, τα χρόνια περνάνε, οι προτεραιότητες αλλάζουν, και η ζωή μας κάνει πιο απαιτητικούς. Γιατί η ρουφιάνα η ζωή δεν υπακούει σε νόμους και έχει γραμμένους κάθε λογής τροχονόμους και κώδικες.

Κι είναι κάθε φορά, κάθε παρκάρισμα τόσο ξεχωριστό, τόσο μοναδικό, που διαγράφει όλα τα παρκαρίσματα του παρελθόντος. Αφήνει μόνο την εμπειρία ώστε να μην γίνουν τα ίδια λάθη. Λίγο πιο κοντά, λίγο πιο δεξιά, κόφ’ το αριστερά…μάταιος κόπος. Αποτελεί το παρκάρισμα μια από τις ελάχιστες διαδικασίες…που δεν μαθαίνεται, δεν συνταγογραφείται, δεν αποστηθίζεται τυφλοσούρτη. Κάθε θέση ξεχωριστή, κάθε σχέση αλλιώτικη. Αν δεν παιδευτείς, αν δεν κουραστείς, αν δεν ζοριστείς, πολύ απλά θα παρκάρεις πολύ μακριά. Στις θέσεις – αλάνες. Χιλιόμετρα μακριά από τον στόχο. Μίλια μακριά από τον σκοπό.

Το πιο βασικό είναι όμως πως όσο διαρκεί μια σχέση, κρατά και το παρκάρισμα. Μπορεί κάποια στιγμή να συνειδητοποιήσεις πως οι ανάγκες, τα θέλω, οι επιθυμίες αλλάζουν. Τότε και πάλι…ξεπαρκάρεις με προσοχή. Χαιρετάς τη θέση που σε φιλοξένησε. Κρατάς το συναίσθημα της πρώτης φοράς, της προσπάθειας, του συναισθήματος. Σίγουρα, σε λίγα ή πολλά χιλιόμετρα παρακάτω μια άλλη σχέση θα σου κλείσει το μάτι. Θα σε αναγκάσει να πατήσεις αλάρμ, να ξεφυσήσεις στιγμιαία και να ξεκινήσεις την διαδικασία του παρκαρίσματος. Που κάθε φορά είναι όπως την πρώτη φορά.

Κι αυτό που με αγχώνει, πλέον σε πρώτο ενικό εκμυστήρευσης είναι πως η άγνοια κινδύνου που εγώ κουβαλώ, δεν δόθηκε δώρο με το δίπλωμα, δεν διδάχτηκε σε κανένα βιβλίο οδήγησης…φοβάμαι ότι απλά είναι γονιδιακό κουσούρι, σφάλμα του κατασκευαστή…

Αφιερωμένο …