Από την Notre Dame
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 24, 2008
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 22, 2008
ΠΑΜΕ μόνοι μας...

Τους θυμάμαι από τότε. Τότε που μια νεολαία εν βρασμώ ψυχής και συνείδησης κατέβαινε κάθε Πέμπτη στην πορεία. Τους θυμάμαι από τότε που παλεύαμε για το Άρθρο 16. Απέναντι στη Μαριέττα, τις Hermes της τσάντες, την αλαζονεία μιας Δεξιάς κυβέρνησης.
Τους θυμάμαι από τότε. Από την μια εμείς. Όλοι μαζί. Αριστεροί του Σύριζα, των ΕΑΑΚ, των Οικολόγων, της ΠΑΣΠ και φοιτητές ανένταχτοι. Απλά συνειδητοποιημένοι. Αφυπνισμένοι. Απέναντι όλοι μαζί στον κοινό εχθρό.
Από την άλλη εκείνοι. Οι Κνίτες. Το ΠΑΜΕ. Μια γκετοποιημένη ομάδα που κάποιοι έδωσαν και τη ζωή τους για να έχουν αυτό το υφάκι το αφ’ υψηλού, αυτό που δεν σε έχω ανάγκη μωρέ. Περνώ και μόνος μου καλά. Εγώ κι ο κούκος. Και κάνουμε κι αντίσταση. Αμέ. Με κομματική ταμπέλα πάνω. Πρώτα Κουκουές, μετά άνθρωπος.
Οι καλύτερες πορείες. Οι πιο καλά περιφρουρημένες. Ξεκινούσαν την ίδια μέρα, από το ίδιο μέρος μια ώρα πιο μπροστά. Ποιος τους φτάνει!! Με αλυσίδα που δεν έσπαγε. Μα φυσικά. Ο κομματικός φερετζές ταιριάζει μούρλια με την πολιτική αφύπνιση. Με τον ξεσηκωμό. Έτσι νομίζουν, έτσι τους έχουν πείσει.
Και οι υπόλοιποι; Απλά μη Κουκουέδες. Αχταρμάς. Μα το σηκώνει η Αριστεροσύνη σου να περπατάς δίπλα δίπλα με τον Πασόκο; Έλα ντε. Πες τα χρυσόστομε.
Το ίδιο και σήμερα. Το ίδιο και τώρα. Σε μέρες που οι ματατζήδες χτυπούν με ισραηλινά τοξικά δακρυγόνα τους μαθητές. Τα δεκαπεντάχρονα. Τα πιτσιρίκια. Αυτοί αγκαλιά με το σφυροδρέπανο. Και την αδιαφορία. Αφού το πιτσιρίκι από τα γεννοφάσκια του δεν έχει γραφτεί στην Κνε καλά να πάθει. Πολύ ωμά. Πολύ απλά. Πολύ αληθινά.
Την ίδια μέρα, στο ίδιο μέρος αλλά μια ώρα νωρίτερα πάντα η πορεία τους. Τα είπαμε αυτά. Σήμερα που οι μαθητές χρειάζονται την προστασία. Σήμερα που η μαζικότητα δεν αποτελεί αριστερή φανφάρα. Σήμερα αυτοί εξακολουθούν να γυρίζουν την πλάτη στον κόσμο που δεν κατεβαίνει με κομματικές παρωπίδες στο δρόμο.
Μην χαλάς την μοναξιά σου, αριστερά μου. Πολλές γενιές, πολλές νιότες χάθηκαν πάνω από μια φθαρμένη ιδεολογία. Μια παραπάνω…μα τι σημασία έχει.
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 18, 2008
Χριστουγεννιάτικο Λονδίνο
Οι καιροί είναι περίεργοι. Τα τελευταία χρόνια τα Χριστούγεννα πάντα με μελαγχολούσαν και πάντα υπήρχε λόγος. Δεν πίστεψα ποτέ στον Άγιο Βασίλη. Πίστεψα όμως στην αγάπη της οικογένειας που με ζεστασιά διάλεγε τα δώρα. Φέτος ειδικά τα πράγματα στην αυλή μας και στον κόσμο είναι πολύ σκούρα. Πίσω από τα λαμπάκια υπάρχουν καμένες βιτρίνες. Πίσω από τα χριστουγεννιάτικα στολίδια υπάρχει η οικονομική κρίση. Πίσω από το λαμπερό, το γυαλιστερό, το στολισμένο υπάρχει πόνος, υπάρχει δυστυχία. Πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν μπορεί να πει κάποιος κυνικός.
Φέτος τα Χριστούγεννα έχουν μια περίεργη υφή. Μια περίεργη γεύση και πολύ ανασφάλεια για το μέλλον.
Αλλά. Να το ξεπρόβαλε. Πήδηξε μέσα από τις λέξεις. Ένα τόσο δα αλλά. Τα Χριστούγεννα είναι γιορτή ελπίδας.
Και θέλω να στολίσω το σαλόνι μου. Το blog μου. Το χώρο μου. Το Λονδίνο είναι υπέροχο έτσι κι αλλιώς. Αυτό τον καιρό όμως είναι μαγευτικό. Στολισμένο και παραμυθένιο. Κι ίσως η μεγαλύτερη αλήθεια είναι αυτό το παραμύθι που ζεσταίνει καρδιές και γεμίζει αγκαλιές.


Στο Hyde park στήθηκε υπαίθρια Χριστουγεννιάτικη αγορά.
Με λούνα παρκ.
Φέτος τα Χριστούγεννα έχουν μια περίεργη υφή. Μια περίεργη γεύση και πολύ ανασφάλεια για το μέλλον.
Αλλά. Να το ξεπρόβαλε. Πήδηξε μέσα από τις λέξεις. Ένα τόσο δα αλλά. Τα Χριστούγεννα είναι γιορτή ελπίδας.
Και θέλω να στολίσω το σαλόνι μου. Το blog μου. Το χώρο μου. Το Λονδίνο είναι υπέροχο έτσι κι αλλιώς. Αυτό τον καιρό όμως είναι μαγευτικό. Στολισμένο και παραμυθένιο. Κι ίσως η μεγαλύτερη αλήθεια είναι αυτό το παραμύθι που ζεσταίνει καρδιές και γεμίζει αγκαλιές.
Στο Hyde park στήθηκε υπαίθρια Χριστουγεννιάτικη αγορά.
Με λούνα παρκ.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 16, 2008
O Vk, η περιέργεια του και η ταπετσαρία μου.
Φυσικά και το έκανε για να με εκθέσει. Να με ρεζιλέψει και να δείξει πόσο τεχνολογικά αναλφάβητη είμαι. Τα ξέρω εγώ αυτά τα κολπάκια. Έλα cindy να μας δείξεις την ταπετσαρία με όλα τα μπιχλιμπίδια που έχεις στον υπολογιστή σου. Που δεν μας νοιάζει μόνο η ταπετσαρία αλλά και το τασάκι, το κομπολόι, τα σουπλά, τα ρεσό και ακόμα 466 άγνωστες λέξεις που απαρτίζουν τη διακόσμηση του πισιού σου.
Και αν και το ήξερα πως η πρόσκληση σε αυτό το μπλογκοπάιγνιδο περιείχε παγίδα, σαν την πρωτάρα έπεσα μέσα. Πως η Βουγιουκλάκη έλεγε Ναυσικάααα γιατί δεν ήξερε το παρακάτω; Έτσι κι εγώ χάρηκα που με κάλεσε αλλά δεν ήξερα πώς να παίξω. Και ρώτησα. Και το τσουλουφόπαιδο έσκασε στα γέλια. Έχε χάρη. Είναι που είμαι καλός άνθρωπος. Είναι που είμαι μεγάλη ψυχή. Είναι που είμαι ανώτερη ύπαρξη. Θεά με λίγα λόγια. Και αρνούμαι να βγάλω στη φόρα την ανάρτηση «Ο Vk στα χακί…ναι του πάνε πολύ…στον Έβρο». Να γελάσει κάθε πικραμένος. Και φυσικά να το στείλω και συστημένο στη μανούλα του. Αλλά κρατώ το μεγάλο όπλο για άλλες ώρες.
Μου ζήτησε να σας δείξω την ταπετσαρία μου. Και ρώτησα και έμαθα πως. Και όταν το έκανα, γιατί το έκανα Vk και δεν χωράνε αμφισβητήσεις είδα ότι στη δεξιά μεριά έχω γραμμένο το αγγλικό κινητό που δεν μπορώ να το μάθω με τίποτα απέξω!!! Στην αριστερή έχω ένα φάκελο με τα έγγραφά μου που έχει ως τίτλο το ονοματάκι μου. Ναι, Cindy…περίπου!!
Και αποφάσισα πως σιγά μην σβήσω όλα αυτά τα χρήσιμα πράγματα για να σας δείξω την άχρηστη πληροφορία της ημέρας!!! Φυσικά θα μπαρούσα να χρησιμοποιούσα το photoshop. Ναι, άλλη δουλειά δεν είχα. Που έχω την υποψία ότι αυτό το blogoπαίγνοδο το έχω ξαναπαίξει αλλά δεν είμαι σίγουρη και βαριέμαι να το ψάχνω τώρα! Που επίσης αν δεν είχα καιρό να παίξω σιγά μην έπαιζα! Και κακιώνω μαζί του γιατί εκείνο το εκπληκτικό παιχνίδι με τα ντολμαδάκια το είχε φάει μόνος του χωρίς να με καλέσει! Ενώ είχα την ανάρτηση στο τσεπάκι, με τα ντολμαδάκια, το Μεξικανό της εστίας και τη μανούλα. Αμέ.
Δεν πειράζει. Όλοι οι υπόλοιποι πάρτε μια φωτογραφία του Λονδίνου που ταιριάζει πολύ σε κάθε λαπτοπάκι που σέβεται τον εαυτό του.
Και αν και το ήξερα πως η πρόσκληση σε αυτό το μπλογκοπάιγνιδο περιείχε παγίδα, σαν την πρωτάρα έπεσα μέσα. Πως η Βουγιουκλάκη έλεγε Ναυσικάααα γιατί δεν ήξερε το παρακάτω; Έτσι κι εγώ χάρηκα που με κάλεσε αλλά δεν ήξερα πώς να παίξω. Και ρώτησα. Και το τσουλουφόπαιδο έσκασε στα γέλια. Έχε χάρη. Είναι που είμαι καλός άνθρωπος. Είναι που είμαι μεγάλη ψυχή. Είναι που είμαι ανώτερη ύπαρξη. Θεά με λίγα λόγια. Και αρνούμαι να βγάλω στη φόρα την ανάρτηση «Ο Vk στα χακί…ναι του πάνε πολύ…στον Έβρο». Να γελάσει κάθε πικραμένος. Και φυσικά να το στείλω και συστημένο στη μανούλα του. Αλλά κρατώ το μεγάλο όπλο για άλλες ώρες.
Μου ζήτησε να σας δείξω την ταπετσαρία μου. Και ρώτησα και έμαθα πως. Και όταν το έκανα, γιατί το έκανα Vk και δεν χωράνε αμφισβητήσεις είδα ότι στη δεξιά μεριά έχω γραμμένο το αγγλικό κινητό που δεν μπορώ να το μάθω με τίποτα απέξω!!! Στην αριστερή έχω ένα φάκελο με τα έγγραφά μου που έχει ως τίτλο το ονοματάκι μου. Ναι, Cindy…περίπου!!
Και αποφάσισα πως σιγά μην σβήσω όλα αυτά τα χρήσιμα πράγματα για να σας δείξω την άχρηστη πληροφορία της ημέρας!!! Φυσικά θα μπαρούσα να χρησιμοποιούσα το photoshop. Ναι, άλλη δουλειά δεν είχα. Που έχω την υποψία ότι αυτό το blogoπαίγνοδο το έχω ξαναπαίξει αλλά δεν είμαι σίγουρη και βαριέμαι να το ψάχνω τώρα! Που επίσης αν δεν είχα καιρό να παίξω σιγά μην έπαιζα! Και κακιώνω μαζί του γιατί εκείνο το εκπληκτικό παιχνίδι με τα ντολμαδάκια το είχε φάει μόνος του χωρίς να με καλέσει! Ενώ είχα την ανάρτηση στο τσεπάκι, με τα ντολμαδάκια, το Μεξικανό της εστίας και τη μανούλα. Αμέ.
Δεν πειράζει. Όλοι οι υπόλοιποι πάρτε μια φωτογραφία του Λονδίνου που ταιριάζει πολύ σε κάθε λαπτοπάκι που σέβεται τον εαυτό του.
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 08, 2008
Τ' ακους ομορφιά μου;
Πολλά ειπώθηκαν αυτό το διήμερο.
Ακούστηκε όμως μόνο ένα.
Και είναι η δύναμη της φωνής για πρώτη φορά πιο μεγάλη από της εικόνας. Σε κάποια στιγμή όταν ο ένας από τους περαστικούς καταλαβαίνει πως πρόκειται για δημοσιογράφο του λέει «την κάμερα αδερφέ, την κάμερα».
Ακούστηκε όμως μόνο ένα.
Και είναι η δύναμη της φωνής για πρώτη φορά πιο μεγάλη από της εικόνας. Σε κάποια στιγμή όταν ο ένας από τους περαστικούς καταλαβαίνει πως πρόκειται για δημοσιογράφο του λέει «την κάμερα αδερφέ, την κάμερα».
Κατάλαβες ομορφιά μου; Ότι δεν βλέπουμε απλά δεν υπάρχει.
Ότι δεν έχει αποτυπωθεί στο φακό, μπορεί να διαστρεβλωθεί, να διανθιστεί από το θύτη φορώντας τη μάσκα του θύματος. Η σφαίρα θα είχε εξοστρακιστεί πρώτα στη μαρκίζα, μετά στην τέντα, έπειτα στην άσφαλτο και μετά πάνω στο παιδί. Τυχαία. Δυστυχώς. Πολύ δυστυχώς.
Όπως και τότε…που έφταιγε η ζαρντινιέρα.
Θυμάσαι τη ζαρντινιέρα ομορφιά μου; Τον φοιτητή που είχαν λιντσάρει μερικά ομορφόπαιδα των ΜΑΤ αλλά δεν κατάφεραν να σκοτώσουν;
Θυμάσαι πως και τότε πάλι για μεμονωμένο περιστατικό μιλάγανε;
Γεμίσαμε με μεμονωμένα περιστατικά ομορφιά. Γεμίσαμε με θύτες με το προσωπείο του θύματος.
Και δεν φταίει ο ειδικός φρουρός ομορφιά που πυροβόλησε εν ψυχρώ. Φταίει το παιδί. Που τον απείλησε με το στυλό διαρκείας. Με τα βιβλία της Γ γυμνασίου. Με τη σχολική τσάντα. Με τον αυθορμητισμό και το θράσος της εφηβείας. Με τα δεκαπέντε του χρόνια φόρα παρτίδα.
Όπως και τότε που έφταιγε η ζαρντινιέρα. Γι αυτό την είχε πληρώσει αυτή. Και μόνο. Α ναι, και ο φοιτητής που φορούσε πράσινα All stars. Μην πάρεις πράσινα ομορφιά. Δεν σου πάνε. Και συνδυάζονται δύσκολα. Ρώτα και τον φοιτητή που τα φορούσε.
Κι επειδή πολλά ειπώθηκαν…ένα ακούστηκε και αρκετά θα δούμε ακόμα…όχι ρε ομορφιά μου. Δεν είναι επανάσταση να καις το περίπτερο, τους κάδους σκουπιδιών, τα Ζάρα και παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Ξεκόλλα ομορφιά…γιατί γι αυτό μας έχουν καβαλήσει οι «ειδικοί φρουροί». Επειδή εμείς δεν ξέρουμε πώς να επαναστατήσουμε και έτσι πετάμε πέτρες παίζοντας κλέφτες κι αστυνόμους. Θυσιάζοντας εκτός από ανθρώπινες ζωές και την αξιοπρέπεια μας.
Σπίτια τους ομορφιά μου…σπίτια τους.
Υ.Γ.1 Σήμερα οι φυλλάδες που μοιράζουν εδώ στο Λονδίνο δωρεάν στο μετρό, μας είχαν πρωτοσέλιδο. Μια τεράστια φωτογραφία που έδειχνε ένα καμένο αμάξι, ένα κείμενο λίβελος και από πίσω καταχωρημένη διαφήμιση για διακοπές στην Ελλάδα…
Υ.Γ.2 Χαθήκαμε. Πέρασαν πολλές μέρες χωρίς καν να μπω και να κάτσω στον καναπέ μου. Κάπως έτσι νομίζω αδειάζουν και ερημώνουν τα blogs. Κάπως έτσι ξεχνιούνται άπλυτες οι σίτες. Κάπως έτσι αδειάζουν τα στέκια. Ας είναι. Χρειαζόμουνα ένα διάλειμμα. Χρειαζόμουνα μια παύση. Και δεν είχα κάτι να πω. Οι επόμενες μέρες θα είναι δύσκολες. Αλλά λένε ότι το πιο βαθύ σκοτάδι είναι ακριβώς πριν από την Ανατολή. Γι αυτήν παλεύω.
Σας ευχαριστώ όλους όσους περνούσατε από εδώ και από το mail. Σας ευχαριστώ όσους με έχετε πάρει αγκαλιά. Ξέρετε εσείς. Ξέρω κι εγώ.
Χρωστάω ακόμα μερικές απαντήσεις. Οι αποδέκτες ξέρω ότι δεν με παρεξηγούν.
Υ.Γ.3 Το video το είδα στου Matrix. Και φυσικά το αντέγραψα. Συνήθης τακτική του κακού (εν προκειμένω ανενημέρωτου μαθητή ) να αντιγράφει από τον καλό.
Τετάρτη, Νοεμβρίου 26, 2008
Save Cindy - Δεν είναι spam

Αγαπητή φίλη αναγνώστρια, που τα συνδυάζεις όλα. Και καλλιέργεια και παιδεία και νοικοκυροσύνη θέλω τα φώτα σου. Αγαπητέ φίλε αναγνώστη συγγνώμη που σε βάζω στην άκρη αλλά έχω πρόβλημα. Και είμαι σίγουρη πως δεν μπορείς να βοηθήσεις. Δεν το βλέπω φεμινιστικά το ζήτημα, το βλέπω πρακτικά! Ας μην ξεφεύγουμε από το στόχο μας!
Φίλη αναγνώστρια επιστρέφω σε σένα και στη χρυσή συμβουλή σου που θέλω!
Λοιπόν, είχα αγοράσει μια σίτα για το τηγάνισμα για να μην πετιούνται τα λάδια και γίνεται χάλια η εκπληκτική κοινόχρηστη κουζίνα! Είχα ξετρελαθεί με αυτή την αγορά και την θεωρούσα πάρα πολύ καλή, ένα σκαλί πιο κάτω από το ανοιχτήρι κονσέρβας που όμως δεν έχω χρησιμοποιήσει ποτέ και το κουβαδάκι για την κομπόστα που εγώ έχω κάνει μίνι κουβά καθαριότητας και με έχει καταβολέψει.
Μέχρι προχτές λατρεμένη φίλη αναγνώστρια που τηγάνισα και ενώ έπλυνα τα πάντα, το ομολογώ αυτή ξέχασα να την πλύνω. Δεν ξέρω πως την πάτησα φίλη αναγνώστρια, μην τα ρωτάς. Την επομένη την έπλυνα αλλά μύριζε!. Την ξανάπλυνα, την έτριψα, τελείωσα ένα άβα κουζίνας, έλαμψε αλλά η μυρωδιά εκεί. Την άφησα να στραγγίξει και επέστρεψα το απόγευμα φίλη αναγνώστρια. Όπως τα περίμενα. Έλαμπε αλλά μύριζε. Την ξανάπλυνα και την έτριψα και με ξύδι. Τίποτα. Τελικά αποφάσισα να της βάλω χλωρίνη.
Και σε ρωτώ φανταστική, φίλη αναγνώστρια. Πόσο μεγάλη ανακάλυψη είναι το πλυντήριο πιάτων; Τι να τους κάνω 2 φούρνους μικροκυμάτων, 2 ψυγεία και 1 μάγειρα ρυζιού του Ιάπωνα στην εστία όταν μας λείπει το πολύ βασικό; Το πλυντήριο;
Να μην στα πολυλογώ φίλη, φανατική και φανταστική αναγνώστρια της έβαλα χλωρίνη και αυτή έβγαλε λίγη σκουριά. Την έπλυνα και έφυγε στο περίπου. Η σκουριά. Η μυρωδιά εξαφανίστηκε. Τι κάνω; Την πετάω; Την πάω δώρο σε καμιά αδυναμία που έχω για τα Χριστούγεννα; Την κρατάω για τον Αύγουστο που εδώ δεν έχει μύγες; Να το πω στη μανούλα δεν παίζει. Αυτό άστο.
Κι αυτό που με τρελαίνει είναι ότι ξέρω ποιος με μάτιασε. Αυτός που μύρισε το χωριάτικο λουκάνικο που έψησα και κατάλαβε ότι δεν είναι αγοραστό από το εδώ super market. Έλληνες…τι περιμένεις;
Κυριακή, Νοεμβρίου 23, 2008
Οικογενειακές υποθέσεις
Στην αρχή ξεκίνησε με μια δόση απαισιοδοξίας και φόβου. «Δεν θα τα καταφέρω». Συνεχίστηκε με εύλογες απορίες. «Μα γιατί ένας υπολογιστής να τερματίζει πατώντας ένα κουμπί που γράφει επάνω έναρξη;» Και προχώρησε με αρκετές διεκδικήσεις. «στο username εμένα ή τον μπαμπά σου θα βάλεις;».
Τα μαθήματα κράτησαν λιγότερο από δύο ώρες. Κάτι που η ασύρματη σύνδεση άργησε να γίνει, κάτι που η κάμερα δεν αγοράστηκε έγκαιρα και κάτι που το παιδί την επομένη πέταγε για Λονδίνο και είχε να χαιρετήσει ξανά και ξανά κόσμο με αυτή τη βεβαιότητα πως δεν πάει στο κέντρο του κόσμου αλλά στην άκρη της γης.
Τα μαθήματα κράτησαν λιγότερο από δύο ώρες αλλά απέδωσαν. Απέκτησαν σουρεαλιστικούς διαλόγους που θα μείνουν στην ιστορία. «Σε πόση ώρα θα είσαι σπίτι να μπω msn να τα πούμε;». «Τι εννοείς δεν βρίσκεσαι στο υπολογιστή αφού εγώ εκεί σε βλέπω;», «Γιατί φοράς κοντομάνικο παιδί μου Νοέμβρη μήνα, χαζό είσαι;»
«Να σου δείξω τι ψώνισα ή έχεις δουλειά;». Μην ξεγελιέστε. Το τελευταίο το ρώτησα εγώ.
Όπως επίσης και το θεϊκό;
«Να σου δείξω το φόρεμα που θέλω να αγοράσω;»
«Παιδί μου έχεις χαζέψει;; Πώς να μου το δείξεις αφού δεν το έχεις ακόμα πάρει;».
Τα μαθήματα κράτησαν λιγότερο από δύο ώρες. Κάτι που η ασύρματη σύνδεση άργησε να γίνει, κάτι που η κάμερα δεν αγοράστηκε έγκαιρα και κάτι που το παιδί την επομένη πέταγε για Λονδίνο και είχε να χαιρετήσει ξανά και ξανά κόσμο με αυτή τη βεβαιότητα πως δεν πάει στο κέντρο του κόσμου αλλά στην άκρη της γης.
Τα μαθήματα κράτησαν λιγότερο από δύο ώρες αλλά απέδωσαν. Απέκτησαν σουρεαλιστικούς διαλόγους που θα μείνουν στην ιστορία. «Σε πόση ώρα θα είσαι σπίτι να μπω msn να τα πούμε;». «Τι εννοείς δεν βρίσκεσαι στο υπολογιστή αφού εγώ εκεί σε βλέπω;», «Γιατί φοράς κοντομάνικο παιδί μου Νοέμβρη μήνα, χαζό είσαι;»
«Να σου δείξω τι ψώνισα ή έχεις δουλειά;». Μην ξεγελιέστε. Το τελευταίο το ρώτησα εγώ.
Όπως επίσης και το θεϊκό;
«Να σου δείξω το φόρεμα που θέλω να αγοράσω;»
«Παιδί μου έχεις χαζέψει;; Πώς να μου το δείξεις αφού δεν το έχεις ακόμα πάρει;».
«Στο Ιντερνετ.»
«Α.» (σκέτο. Κρύβει έκπληξη, ενθουσιασμό και μια δόση αμφισβήτησης).
Στο msn ειπώνονται όλα όσα λέγονταν στην Αθήνα, όταν η επαφή δεν είχε πάρει ακόμα διαδικτυακές διαστάσεις. Άγχη, αγωνίες, κουτσομπολιά, νέα, παλιά δεν έχει σημασία. Μεταξύ άλλων προχτές ειπώθηκε και το εκπληκτικό. Θέλω να διαβάζω κι εγώ το blog. Πως θα μπω; Φυσικά και δεν της είπα. Δεν είμαι όμως και τόσο σίγουρη ότι δεν το έχει βρει. Στον καναπέ δεν είπαμε ότι το λες; Δεν της απάντησα. Μου έκλεισε το msn στα μούτρα.
«Α.» (σκέτο. Κρύβει έκπληξη, ενθουσιασμό και μια δόση αμφισβήτησης).
Στο msn ειπώνονται όλα όσα λέγονταν στην Αθήνα, όταν η επαφή δεν είχε πάρει ακόμα διαδικτυακές διαστάσεις. Άγχη, αγωνίες, κουτσομπολιά, νέα, παλιά δεν έχει σημασία. Μεταξύ άλλων προχτές ειπώθηκε και το εκπληκτικό. Θέλω να διαβάζω κι εγώ το blog. Πως θα μπω; Φυσικά και δεν της είπα. Δεν είμαι όμως και τόσο σίγουρη ότι δεν το έχει βρει. Στον καναπέ δεν είπαμε ότι το λες; Δεν της απάντησα. Μου έκλεισε το msn στα μούτρα.
Λίγη ώρα αργότερα ο χρήστης μπαμπάς&μαμά ξανακαλούσε. Σε αυτή την κλήση πως να αρνηθείς;
Υ.Γ. Μαμά αν το βρήκες, μην και αφήσεις σχόλιο.
Υ.Γ. Μαμά αν το βρήκες, μην και αφήσεις σχόλιο.
Δευτέρα, Νοεμβρίου 17, 2008
Μνήμες Πολυτεχνείου...
Η γενιά του Πολυτεχνείου. Με το χακί αμπέχονο. Με το κόκκινο όραμα. Με την Αριστερά στο προσκεφάλι. Με τον Che σε αφίσα. Με τις βραδιές στα κουτούκια της Καισαριανής. Ακούγοντας Θεοδωράκη. Στοιχηματίζοντας σε ένα αύριο πολύ διαφορετικό με στριφτά τσιγάρα άφιλτρα.
Η γενιά μετά το Πολυτεχνείο. Κούκλα. Θεά. Με το παλτό από τα Ζαρα που κουμπώνει λοξά. Με το φούξια όραμα γιατί αυτό είναι της μόδας. Με την αριστερά κάτω από το σιδερένιο κρεβάτι του ΙΚΕΑ γιατί να μωρέ…έπιανε χώρο. Με τις βραδιές στον Πλούταρχο που έβγαλε καινούργιο cd. Σφαγή κάθε βράδυ. Υπέροχα. Ακούγοντας και Γιάννα Τερζή που και που (…με θυμάσαι την πόρτα χτυπάς χαράματα.). Παλεύοντας να κρατήσει τα κεκτημένα άλλων εποχών. Αυτά που για τους προηγούμενους ήταν αυτονόητα. Ήταν δεν είναι πια.
Δυο γενιές δίπλα, πιασμένες σφιχτά. Αγκαλιασμένες. Η δεύτερη γαλουχήθηκε με βάση την πρώτη. Η πρώτη αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά της δεύτερης. Και οι δύο έχουν γράψει την ιστορία τους μέσα στα λάθη. Τα λάθη δεν είναι κακά αρκεί να έχεις τη δύναμη και το κουράγιο να τα διορθώνεις. Ή έστω να μην τα επαναλαμβάνεις. Καμιά από τις δυο γενιές δεν το διδάχτηκε αυτό.
Κι όμως. Δεν φταίει η γενιά μετά το πολυτεχνείο που έμαθε και σφετερίστηκε τον σταρχιδισμό. Φταίει η γενιά του Πολυτεχνείου που ξεπούλησε την πιο σημαντική στιγμή της νεότερης Ελλάδας σε τιμή ευκαιρίας. Χωρίς καν κάτω από το κόστος. Απλά χωρίς κόστος. Που μετέτρεψε την πολιτική σε μικροκομματισμό και σε μπλουζάκι τύπωσε την φράση «ήμουν κι εγώ στο Πολυτεχνείο». Δεν το τύπωσε μόνο. Το φόρεσε κιόλας. Κι αναρριχήθηκε σε βουλευτικούς θώκους και αξιώματα. Μέσα από τα ταγιεράκια chanel η μπλούζα φαίνεται. Μέσα από τα φιμέ τζάμια των Cayenne η μπλούζα φαίνεται. Μέσα από τον ξύλινο - ο Θεός να τον κάνει πολιτικό - λόγο, φαίνεται. Μέσα από το δήθεν, μια στιγμή, μια νιότη που ήταν ξύπνια αλλά αποκοιμήθηκε φαίνεται. Φαίνεται και πληγώνει. Εκείνη η λάμψη σε εκείνο το βλέμμα που κάποτε έκαιγε δεν φαίνεται. Εκείνη έχει χαθεί. Γιατί η γενιά του Πολυτεχνείου πήρε τα ηνία στα χέρια της και απλά βολεύτηκε. Γλυκάθηκε. Δεν έχουμε δα και χούντα. Και σταμάτησε να ονειρεύεται.
Και η γενιά μετά το Πολυτεχνείο σαν αδιάβαστος μαθητής που δεν ξέρει την τύφλα του αντέγραψε ότι είδε από τον πίσω. Από τη γενιά του Πολυτεχνείου στην προκειμένη περίπτωση. Αντέγραψε τη στάση ζωής. Υιοθέτησε τον μικροκομματισμό. Μετέτρεψε την σημαντικότερη στιγμή της νεότερης Ελλάδας σε πανηγυράκι με τραπεζάκια. Έδειρε και Δαπίτες. Πολύ όμορφα, πολύ γενναία, πολύ αριστερά. Πάντα αριστερά. Αποστήθισε το ρουσφέτι, και ζήτησε να βολευτεί. Λιγάκι αριστερά το τελευταίο.
Στο περιθώριο αυτών των γενιών βρίσκονται κάποιοι άλλοι. Κάποιοι που έζησαν το Πολυτεχνείο αλλά δεν τύπωσαν μπλουζάκι. Που δεν έκαναν το αυτονόητο ηρωισμό. Που δεν κυνήγησαν τα υπόλοιπα. Κάποιοι που μεγάλωσαν με τον μύθο του Πολυτεχνείου αλλά δεν αντέγραψαν τις τακτικές των εμφανών ηρώων. Κάποιοι που δεν στήθηκαν σε τραπεζάκι για να δείξουν ότι η σημερινή γενιά θυμάται το Πολυτεχνείο.
Αθόρυβα…γιατί η ιστορία μόνο κάνει κρότους.
Σιωπηλά...γιατί οι φωνές θυμίζουν σειρήνες και φέρνουν στο νου ουρλιαχτά.
Αυτοί ελπίζω φέτος να άφησαν και για μένα ένα γαρύφαλλο στο Πολυτεχνείο. Φέτος που είμαι μακριά.
Τρίτη, Νοεμβρίου 11, 2008
Παράσταση ζωής...
Γεμάτη ακροβατικά η ζωή του. Ένα τσίρκο τεράστιο με κοινό, με θηρία, με φόβο και άγχος. Με ελπίδα. Κάθε μέρα προπόνηση για να γίνει καλύτερος και καλύτερος. Κάθε μέρα αγώνας με απώτερο στόχο την επιβίωση. Κάθε μέρα και μια παράσταση. Ανέκαθεν υποστήριζε πως αν είναι να κάνεις κάτι, κάντο καλά, πολύ καλά αλλιώς άστο. Ανέκαθεν πίστευε πως αυτός ορίζει και αποφασίζει. Κάθε μάχη είναι και ένα πεδίο που πρέπει να κερδηθεί. Κάθε πεδίο και μια αρένα. Αρένα ζωής.
Μέσα στο κοινό και άνθρωποι που σιχαίνεται. Το εισιτήριο δεν κάνει διακρίσεις. Αν έχεις λεφτά μπαίνεις. Αυτοί έχουν λεφτά. Και μπαίνουν. Ξέρει ότι περιμένουν να γλιστρήσει. Καραδοκούν να τον δουν έστω και μια φορά να πέφτει από το σκοινί, Δεν θα τους κάνει την χάρη. Όχι όσο περνάει από το χέρι του. Άλλωστε ποτέ δεν έδωσε την παράσταση για το κοινό. Πάντα για τον εαυτό του ακροβατούσε. Για να ζυγίσει τις δυνατότητές του. Για να αναμετρηθεί με το θεριό του. Τι κι αν οι προβολείς στρέφονται πάνω του; Αυτός κοιτά χαμηλά. Η επιτυχία γι αυτόν κρύβεται στη σωστή εκτέλεση αυτών που παρουσιάζει. Όχι στο χειροκρότημα.
Ένα τσίρκο η ζωή του. Κόσμος μπαινοβγαίνει στο αντίσκηνο να τον δει. Κάθε βράδυ δίνει και μια παράσταση. Έχει τύχει να βγει στη σκηνή με κλάματα. Κανείς δεν τα έχει προσέξει. Καλός ηθοποιός. Καλός ακροβάτης. Έτσι λένε τουλάχιστον. Ίσως μάλιστα να έγινε καλός επειδή και η ζωή μια συνεχής ακροβασία σε τεντωμένο σκοινί είναι.
Κι αν γλιστρήσει κάποια στιγμή; Θα φύγει. Δεν έχει τίποτα να χάσει. Θα γυρίσει πίσω. Εκεί που τον περιμένουν οι δικοί του άνθρωποι. Χορτάτος από τη ζωή. Απορεί γιατί αγωνίζεται με τέτοιο σθένος. Μα γιατί είναι νέος. Και γιατί κάποτε αποφάσισε πως τα ακροβατικά είναι η μεγάλη του αγάπη. Έτσι τον έμαθαν, έτσι έμαθε, μικρή σημασία έχει. Παλεύει τουλάχιστον κι αυτό είναι η πιο τρανή απόδειξη πως έχει όνειρα.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 06, 2008
Πείσε με...

Δεν είναι που είμαι καχύποπτη. Καχύποπτη δεν υπήρξα ποτέ. Δεν είναι που έχω πάψει να ελπίζω. Η ελπίδα είναι η επιταγή της ηλικίας μου. Τα έχουμε ξαναπεί αυτά. Είναι που δεν πιστεύω σε μεσσίες. Είναι που ποτέ δεν μπόρεσα να επενδύσω σε κάποιον εξαιτίας του χρώματός του. Έτσι κι ο Ομπάμα. Δεν μου λέει τίποτα ότι είναι Αφρο-αμερικανός. Ούτε βέβαια ότι ανήκει στους Δημοκρατικούς. Μην τρελαθούμε τελείως. Ο προηγούμενος δημοκρατικός βομβάρδισε τη Σερβία για ένα λεκιασμένο με σπέρμα φόρεμα. Ούτε καν για ένα πουκάμισο αδειανό. Για μια Μόνικα. Ούτε καν για μια Ελένη.
Και πριν λίγες μέρες τους είδα αγκαλιά, τον προηγούμενο και τον νέο Δημοκρατικό πλανητάρχη. Να χαιρετάνε τα πλήθη και να χαμογελάνε. Θυμήθηκα το χαμόγελο του πρώτου τότε που γινόταν σφαγή στην αυλή μας. Θυμήθηκα την Μαντλίν και τις καρφίτσες της. Θυμήθηκα και το δεκατριάχρονο πιτσιρίκι που οδήγησε μέχρι τα σύνορα ως πρόσφυγας για να σωθεί αυτό και η οικογένεια του.
Και φοβήθηκα. Φοβήθηκα πως όσες ελπίδες κι αν έχω θα διαψευστούν γιατί η πολιτική είναι μία γι αυτούς και το χαμηλό προφίλ είναι πολύ καλά δουλεμένο από τους image makers.
Δεν με νοιάζει αν είναι Αφρο-αμερικανός. Αν είναι Δημοκρατικός. Με νοιάζει να είναι άνθρωπος. Άνθρωπος για να εξαργυρώσει τις ελπίδες που ένας ολόκληρος πλανήτης επένδυσε πάνω του. Άνθρωπος με το Α κεφαλαίο έτσι για αλλαγή. «Μην κοιμάσαι είναι επικίνδυνο. Μην ξυπνάς, θα το μετανιώσεις.» Όπως θα έλεγε και ο ποιητής.
Υ.Γ Στο πνεύμα των ημερών, στην εστία σήμερα είχαμε εκλογές. Δεν πάτησα καν. Εδώ και ένα μήνα μια τεράστια οικοδομή φτιάχνεται δίπλα μας. Κάθε μέρα έχουμε τρυπάνια από το πρωί μέχρι το βράδυ ακόμα και τις Κυριακές. Τα πλυντήρια για να πλύνουμε είναι της συμφοράς και χρεώνουν 5 ευρώ την πλύση. Η υπεύθυνη είναι για πολύ ξύλο. Το συστημένο που μου έστειλε ο μπαμπάς μου από Ελλάδα το είχε κλειδωμένο στο ντουλάπι της για 5 μέρες και κάθε φορά που την ρωτούσα μου έλεγε πως δεν έχει λάβει τίποτα. Α ναι, κάθε δύο εβδομάδες βρίσκει μια αφορμή για να μπει στα δωμάτια προφανώς για να κατασκοπεύσει. Κανένα πιτσιρίκι που θα εκλεγεί δεν θα τα αλλάξει αυτά. Ας μην έχω αυταπάτες. Ελπίζω τουλάχιστον για τα μεγαλύτερα. Αυτά που υπερβαίνουν τον μικρόκοσμό μου.
Κυριακή, Νοεμβρίου 02, 2008
Πόλη χιόνι
Ιούλιος ήτανε. Από εκείνες τις συναυλίες του Λυκαβηττού που πάντα είναι sold out. Είχαμε προνοήσει από νωρίς και έτσι βρεθήκαμε καμιά δεκαριά άτομα, μια τεράστια παρέα να ανηφορίζουμε για τον Πλιάτσικα. Ερωτευμένη από πάντα μαζί του. Από τα φεστιβάλ της ΚΝΕ τότε που με τους Πυξ – Λαξ, καθημερινή με ανάγκαζαν να εκλιπαρώ την αριστεροσύνη της μάνας μου για να κάτσω λιγάκι παραπάνω και την επομένη να πηγαίνω σχολείο άυπνη. Το κόλπο πάντα έπιανε. Κι αυτοί λες και το ήξεραν, τραγουδούσαν σχεδόν πάντα Πέμπτη. Με θυμάμαι μια από εκείνες τις Πέμπτες να έχει πάει δώδεκα, Εκείνη να είναι αδιάλλακτη και εγώ να απομακρύνομαι ακούγοντας πως «Μοναξιά μου όλα, μοναξιά μου τίποτα.». Και Αριστερή και Μάνα, αυτό το πακέτο ποτέ δεν κατάλαβα πως το κουμάνταρε.
Τα χρόνια πέρασαν. Ένα Σεπτέμβρη που δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτοί έδωσαν την τελευταία τους συναυλία ως συγκρότημα και εγώ είχα χωρίσει με εκείνον με τον οποίον τους ακούγαμε τον προηγούμενο χειμώνα, δίπλα στο ποτάμι. Το πρώτο τέλος με πόνεσε. Το δεύτερο απλά το δέχτηκα πολύ στωικά. Έναν Ιούλιο δυο-τρία χρόνια πιο μετά από εκείνο το βροχερό ταξί ο Πλιάτσικας συνέχιζε μόνος του. Δεν θυμάμαι τι μέρα ήταν η συναυλία. Θυμάμαι ότι όλοι ήταν εκεί. Και ο αγαπημένος μου. Ο Καζόυλης.
Καθόμασταν κάπου αριστερά. Και όπως πάντα τα κινητά δεν έπιαναν. Όπως πάντα ζήλευα αυτούς που είχαν σκαρφαλώσει στα βράχια και άκουγαν την συναυλία από πολύ ψηλά. Όπως πάντα είχα ξεκινήσει από τις κερκίδες και είχα καταλήξει μέσα στο πλήθος. Κι εκεί, λες και το ξερέ, είπε την «Πόλη Χιόνι». Μπορεί να ήταν χιλιάδες κόσμου εκείνο το βράδυ στο Λυκαβηττό. Αυτός την τραγούδησε για μένα. Μόνο. Και είναι και το μέρος, που τόσο καταλυτικά με έχει δέσει από τις πρώτες μέρες της ύπαρξής μου. Ποτέ δεν το είδα σαν κατάλληλο μέρος για ραντεβού. Ίσως επειδή εγώ τον Λυκαβηττό μου δεν θα τον χαράμιζα για σαρκική εκτόνωση.
Τέλη Οκτώβρη, λίγες μέρες πριν. Γύρω στις δέκα και βγαίνοντας από το θέατρο είδα ένα ταξί στα λευκά. Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως ερχόταν από πολύ μακριά. Μέχρι να ανοίξω την ομπρέλα, νιφάδες μας είχαν περικυκλώσει. Κι έτσι όπως κοίταζα το ταξί, κρατώντας την ομπρέλα με το ένα χέρι και το χέρι Της με το άλλο θυμήθηκα την «Πόλη χιόνι». Της έδωσα τα γάντια μου.
Τα χρόνια πέρασαν. Ένα Σεπτέμβρη που δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτοί έδωσαν την τελευταία τους συναυλία ως συγκρότημα και εγώ είχα χωρίσει με εκείνον με τον οποίον τους ακούγαμε τον προηγούμενο χειμώνα, δίπλα στο ποτάμι. Το πρώτο τέλος με πόνεσε. Το δεύτερο απλά το δέχτηκα πολύ στωικά. Έναν Ιούλιο δυο-τρία χρόνια πιο μετά από εκείνο το βροχερό ταξί ο Πλιάτσικας συνέχιζε μόνος του. Δεν θυμάμαι τι μέρα ήταν η συναυλία. Θυμάμαι ότι όλοι ήταν εκεί. Και ο αγαπημένος μου. Ο Καζόυλης.
Καθόμασταν κάπου αριστερά. Και όπως πάντα τα κινητά δεν έπιαναν. Όπως πάντα ζήλευα αυτούς που είχαν σκαρφαλώσει στα βράχια και άκουγαν την συναυλία από πολύ ψηλά. Όπως πάντα είχα ξεκινήσει από τις κερκίδες και είχα καταλήξει μέσα στο πλήθος. Κι εκεί, λες και το ξερέ, είπε την «Πόλη Χιόνι». Μπορεί να ήταν χιλιάδες κόσμου εκείνο το βράδυ στο Λυκαβηττό. Αυτός την τραγούδησε για μένα. Μόνο. Και είναι και το μέρος, που τόσο καταλυτικά με έχει δέσει από τις πρώτες μέρες της ύπαρξής μου. Ποτέ δεν το είδα σαν κατάλληλο μέρος για ραντεβού. Ίσως επειδή εγώ τον Λυκαβηττό μου δεν θα τον χαράμιζα για σαρκική εκτόνωση.
Τέλη Οκτώβρη, λίγες μέρες πριν. Γύρω στις δέκα και βγαίνοντας από το θέατρο είδα ένα ταξί στα λευκά. Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως ερχόταν από πολύ μακριά. Μέχρι να ανοίξω την ομπρέλα, νιφάδες μας είχαν περικυκλώσει. Κι έτσι όπως κοίταζα το ταξί, κρατώντας την ομπρέλα με το ένα χέρι και το χέρι Της με το άλλο θυμήθηκα την «Πόλη χιόνι». Της έδωσα τα γάντια μου.
Χειμώνας στο Λονδίνο και Καλοκαίρι στο Λυκαβηττό.
Μνήμες, καρδιά μου, μνήμες. Μην δίνεις σημασία...
Έτσι κοιτάζω την πόλη που αγάπησα. Όταν σε είχα σε αυτή συναντήσει. Έτσι κοιτάζω την πόλη που άφησα. Όταν στην άβυσσο μ’ είχες αφήσει...
Πέμπτη, Οκτωβρίου 23, 2008
Βαρέθηκα αδερφέ...βαρέθηκα, αλήθεια σου λέω (updated)
Όταν συναντώ αυτιά και μάτια ανοιχτά, τότε αισθάνομαι ότι το blogging είναι πολύ σπουδαίο πράγμα Όταν συναντώ πολιτικούς με αντανακλαστικά που αφουγκράζονται και τον παραμικρό ψίθυρο τότε ελπίζω πως τα πράγματα θα αλλάξουν. Νιώθω πως πολιτικοί με ήθος υπάρχουν σε κάθε πολιτικό χώρο. Και πως θα έρθουν καλύτερες μέρες. Και είναι επιταγή της ηλικίας μου, η ελπίδα ακόμα κι όταν βλέπω μόνο τη σκούρα πλευρά.
Ευχαριστώ κ. Παπανδρέου.
Ευχαριστώ κ. Παπανδρέου.
Μας έμαθαν πως ότι είναι νόμιμο, είναι και ηθικό. Μας έδειξαν πως οι μεγαλύτερες βρωμιές γίνονται σεμνά και ταπεινά. Μας έπεισαν πως ότι η δικαιοσύνη δεν αγγίζει, απλά δεν υπάρχει. Μας αποκοίμισαν με ιστορίες για κακούς δράκους και ληστές. Μας δίδαξαν το ψέμα. Το χαμηλωμένο βλέμμα. Την υποκρισία.
Και τους πιστέψαμε. Τους ακούσαμε. Τους ανεχτήκαμε. Και τώρα, τώρα παρακολουθούμε το θέατρο του παραλόγου. Την ώρα που η οικονομική κρίση έχει αγγίξει κάθε πλευρά του πλανήτη. Την ώρα που μέσα σε μια μέρα εδώ απολύθηκαν 750 άνθρωποι. Την ώρα που η Αγγλική κυβέρνηση στηρίζει τις τράπεζες της με 50 δις λίρες, την ίδια ώρα εμείς ασχολούμαστε με τον Εφραίμ. Ο Εφραίμ να βάλει το χέρι του.
Και θα την πατήσουμε. Θα ξυπνήσουμε μια μέρα, χαρά θεού με λιακάδα για να ζήσουμε το σκηνικό των πυραμίδων του Μπερίσα. Ίδια εικόνα, χίλιες λέξεις, άλλη γλώσσα αλλά το νόημα θα είναι το ίδιο. Θα ξυπνήσουμε μια μέρα από το πρώτο κανόνι που θα βαρέσει η πρώτη ελληνική τράπεζα. Το προηγούμενο βράδυ θα έχουμε αποκοιμηθεί αγκαλιά με το τηλεκοντρόλ και την εικόνα του Ρουσόπουλου. Θα παραιτηθεί; Δεν θα παραιτηθεί. Μ’αγαπάει; Δεν μ’ αγαπάει. Μαργαρίτες να μαδάω; Κι αν έχουν φυτρώσει στη Βιστωνίδα; Αμαρτία δεν είναι;
Όχι δεν λέω να μην ασχοληθούμε μαζί τους. Ποια είμαι εγώ άλλωστε που θα αποφασίσω για το γεύμα στου καθενός μπροστά από το χαζοκούτι. Λαμπίρη θες μάτια μου; Λαμπίρη. Μόνο να, μην το παρακάνουμε παιδιά. Μην το ξευτιλίσουμε τελείως. Στην εποχή της πληροφόρησης, του διαδικτύου, σε αυτή την εποχή εκείνη η χώρα η μικρή, η τόση…έχει καταφέρει το ακατόρθωτο. Να κλείνει τα αυτιά και τα μάτια στις εξελίξεις. Να μένει εκτός. Να μην θυμάται καν ονόματα. Κι αν…αν λέμε τώρα η κακιά η ώρα το φέρει και ξεφύγει καμιά εικόνα και μαθευτεί το κακό τότε γενικολογούμε, αποσιωπούμε, κρύβουμε και το κεφάλι στην άμμο άμα λάχει. Δεν λέω να μην ασχοληθούμε με τα του οίκου μας. Μια οικογένεια είμαστε άλλωστε. Δεν λέω να μην αντιδράσουμε. Δεν αντιδράμε όμως. Δεν λέω να μην αγανακτήσουμε. Αγανακτούμε, δεν μπορώ να πω. Αγανακτούμε αλλά ψηφίζουμε. Κι όμως. Απλά λεω το πιο απλό. Λέω να αφουγκραστούμε τα παρακάτω. Έρχονται δύσκολες μέρες και οι καιροί είναι πονηροί. Αυτοί που μας έμαθαν το νόμιμο, το ηθικό, το σεμνό, το ταπεινό δεν θα μας προφυλάξουνε. Εμείς που μάθαμε να τους αποδεχόμαστε και να τους ανεχόμαστε πρέπει να αλλάξουμε πορεία. Δεν είναι όλα καλά. Κι ας το λένε. Ας μην τους πιστέψουμε. Ή τουλάχιστον ας μην πούμε ξανά «δεν βαριέσαι ρε αδερφέ». Ρε αδερφέ, αλήθεια, δεν βαρέθηκες πια;
Και τους πιστέψαμε. Τους ακούσαμε. Τους ανεχτήκαμε. Και τώρα, τώρα παρακολουθούμε το θέατρο του παραλόγου. Την ώρα που η οικονομική κρίση έχει αγγίξει κάθε πλευρά του πλανήτη. Την ώρα που μέσα σε μια μέρα εδώ απολύθηκαν 750 άνθρωποι. Την ώρα που η Αγγλική κυβέρνηση στηρίζει τις τράπεζες της με 50 δις λίρες, την ίδια ώρα εμείς ασχολούμαστε με τον Εφραίμ. Ο Εφραίμ να βάλει το χέρι του.
Και θα την πατήσουμε. Θα ξυπνήσουμε μια μέρα, χαρά θεού με λιακάδα για να ζήσουμε το σκηνικό των πυραμίδων του Μπερίσα. Ίδια εικόνα, χίλιες λέξεις, άλλη γλώσσα αλλά το νόημα θα είναι το ίδιο. Θα ξυπνήσουμε μια μέρα από το πρώτο κανόνι που θα βαρέσει η πρώτη ελληνική τράπεζα. Το προηγούμενο βράδυ θα έχουμε αποκοιμηθεί αγκαλιά με το τηλεκοντρόλ και την εικόνα του Ρουσόπουλου. Θα παραιτηθεί; Δεν θα παραιτηθεί. Μ’αγαπάει; Δεν μ’ αγαπάει. Μαργαρίτες να μαδάω; Κι αν έχουν φυτρώσει στη Βιστωνίδα; Αμαρτία δεν είναι;
Όχι δεν λέω να μην ασχοληθούμε μαζί τους. Ποια είμαι εγώ άλλωστε που θα αποφασίσω για το γεύμα στου καθενός μπροστά από το χαζοκούτι. Λαμπίρη θες μάτια μου; Λαμπίρη. Μόνο να, μην το παρακάνουμε παιδιά. Μην το ξευτιλίσουμε τελείως. Στην εποχή της πληροφόρησης, του διαδικτύου, σε αυτή την εποχή εκείνη η χώρα η μικρή, η τόση…έχει καταφέρει το ακατόρθωτο. Να κλείνει τα αυτιά και τα μάτια στις εξελίξεις. Να μένει εκτός. Να μην θυμάται καν ονόματα. Κι αν…αν λέμε τώρα η κακιά η ώρα το φέρει και ξεφύγει καμιά εικόνα και μαθευτεί το κακό τότε γενικολογούμε, αποσιωπούμε, κρύβουμε και το κεφάλι στην άμμο άμα λάχει. Δεν λέω να μην ασχοληθούμε με τα του οίκου μας. Μια οικογένεια είμαστε άλλωστε. Δεν λέω να μην αντιδράσουμε. Δεν αντιδράμε όμως. Δεν λέω να μην αγανακτήσουμε. Αγανακτούμε, δεν μπορώ να πω. Αγανακτούμε αλλά ψηφίζουμε. Κι όμως. Απλά λεω το πιο απλό. Λέω να αφουγκραστούμε τα παρακάτω. Έρχονται δύσκολες μέρες και οι καιροί είναι πονηροί. Αυτοί που μας έμαθαν το νόμιμο, το ηθικό, το σεμνό, το ταπεινό δεν θα μας προφυλάξουνε. Εμείς που μάθαμε να τους αποδεχόμαστε και να τους ανεχόμαστε πρέπει να αλλάξουμε πορεία. Δεν είναι όλα καλά. Κι ας το λένε. Ας μην τους πιστέψουμε. Ή τουλάχιστον ας μην πούμε ξανά «δεν βαριέσαι ρε αδερφέ». Ρε αδερφέ, αλήθεια, δεν βαρέθηκες πια;
Κυριακή, Οκτωβρίου 19, 2008
Μαγειρεύοντας στην εστία...
Κάθε πόλεμος έχει τις παράπλευρες απώλειές του. Τα αθώα θύματά του. Στην προκειμένη περίπτωση τους Λατινοαμερικανούς που ζουν στην εστία και μοιράζονται την κουζίνα με μένα. Φυσικά εγώ είμαι με τους καλούς Ευρωπαίους και πολεμώ τους κακούς Ασιάτες. Όλοι εμείς έχουμε κάτι κοινό. Την κουζίνα, τα ψυγεία, το φούρνο. Οι δόλιοι οι Λατινοαμερικάνοι έχουν μόνο μπύρες στα ράφια τους και τρώνε απέξω. Το πολύ - πολύ να φτιάξουν καμιά ομελέτα για πρωινό με 6 αυγά. Αυτοί θα πάθουν χοληστερίνη, εμένα σκασίλα μου. Εγώ μαγειρεύω. Η Ινδή το παρακάνει, ο Ιάπωνας τώρα μαθαίνει και ο Τούρκος θέλει να μας ξεπαστρέψει μπαμπέσικα.
Η Ινδή έχει ένα τεράστιο τάπερ με θηκούλες οι οποίες είναι γεμάτες με μπαχάρια. Σε κάθε μαγείρεμα χρησιμοποιεί το 80% αυτών. Οι μυρωδιές είναι αποπνικτικές. Το κάρυ έχει την τιμητική του, εδώ δίπλα μου. Επίσης μαγειρεύει μεσημέρι βράδυ οπότε δεν υπάρχει περίπτωση να μην την πετύχεις στην κουζίνα ότι ώρα και να μπεις. Είμαι πάντα ευγενική και της λέω ότι το φαγητό της μυρίζει υπέροχα. Στην πραγματικότητα απορώ με το στομάχι της. Μέσα σε όλα, το παράθυρο της κουζίνας δεν ανοίγει. Φοβούνται μήπως πηδήξουμε. Μήπως πεθάνουμε από τις αναθυμιάσεις δεν το σκέφτηκε κανείς;
Ο Ιάπωνας έχει αγοράσει έναν πυρηνικό αντιδραστήρα όπου μαγειρεύει και καλά το ρύζι. Έχει ένα περίεργο σχήμα και ανάβουν κάτι φωτάκια μπλε. Αν δεν έγραφε Τεφάλ πάνω θα είχα φωνάξει την υπεύθυνη της εστίας. Πιάνει το μισό τραπέζι και έχει χρώμα ασημί. Είναι και βαρύ. Ναι, πήγα και το επεξεργάστηκα φυσικά. Ότι χρησιμοποιεί παράλληλα Ιαπωνικό τσελεμεντέ είναι λεπτομέρεια.
Ο τύπος καμιά μέρα θα μας σφάξει και θα το ακούσετε στις ειδήσεις. Όχι μόνο έχει έναν τεράστιο μπαλτά αλλά μαγειρεύει και με το σακάκι. Εγώ δεν τον εμπιστεύομαι. Προχτές τον πέτυχα στο διάδρομο. Έκρυβε κάτι κάτω από το ίδιο πάντα σακάκι. Μα τι άνθρωπος είναι αυτός; Ανταλλάσω ένα χάι και πολύ του είναι. Φυσικά και τα ψαρικά που μαγειρεύει βρωμάνε. Αυτοί υποτίθεται πως ωμά δεν τα τρώνε; Ναι, είμαι παράξενη, τι θέλετε;
Ο Τούρκος μας έστειλε για κεμπάπ εδώ στη γειτονιά σε ένα εκπληκτικό κατά την άποψή του, μαγαζί. Πήγα και έλεγε Cyprus απέξω. Από Λευκωσία και βόρεια βέβαια. Φυσικά και δεν έφαγα. Ένας γείτονας, υπέρμαχος του Ναι στο σχέδιο Ανάν πήγε και δοκίμασε. Την ώρα που πλήρωνε είδε τον μάγειρα να διαλέγει το ωμό κοτόπουλο με την ίδια πηρούνα που είχε για τη σαλάτα. Μόνο η σαλμονέλα μας έλειπε εδώ πέρα. Ακούει και τσιφτετέλια. Όταν θα ακούσει και Άντζελα Δημητρίου τότε θα πειστώ πως έχει κάνει καριέρα στη γείτονα χώρα και θα τηλεφωνήσω στην υπεύθυνη της εστίας για διατάραξη της κοινής ησυχίας.
Η Ελληνίδα είναι η πιο ύπουλη. Αγόρασε σκορδόψωμα από το σούπερ μάρκετ και ενώ έγραφαν πως μαγειρεύονται στο φούρνο, θεωρώντας εαυτόν πολύ ξύπνιο, τα έβαλε στο φούρνο μικροκυμάτων. Κάηκαν. Η Ελληνίδα το πήρε αργά είδηση και όχι μόνο είχαν μαυρίσει αλλά χτύπησε και ο συναγερμός για φωτιά. Ο φούρνος ακόμα μυρίζει καμμένο. Και τώρα όλοι μου μιλούν με μια δόση φόβου. Άντε γιατί παραγνωριστήκαμε! Είμαι θεά το ξέρω. Είμαι και Ελληνίδα. Α ναι!! Ψήνω και χοιρινό.
Η Ινδή έχει ένα τεράστιο τάπερ με θηκούλες οι οποίες είναι γεμάτες με μπαχάρια. Σε κάθε μαγείρεμα χρησιμοποιεί το 80% αυτών. Οι μυρωδιές είναι αποπνικτικές. Το κάρυ έχει την τιμητική του, εδώ δίπλα μου. Επίσης μαγειρεύει μεσημέρι βράδυ οπότε δεν υπάρχει περίπτωση να μην την πετύχεις στην κουζίνα ότι ώρα και να μπεις. Είμαι πάντα ευγενική και της λέω ότι το φαγητό της μυρίζει υπέροχα. Στην πραγματικότητα απορώ με το στομάχι της. Μέσα σε όλα, το παράθυρο της κουζίνας δεν ανοίγει. Φοβούνται μήπως πηδήξουμε. Μήπως πεθάνουμε από τις αναθυμιάσεις δεν το σκέφτηκε κανείς;
Ο Ιάπωνας έχει αγοράσει έναν πυρηνικό αντιδραστήρα όπου μαγειρεύει και καλά το ρύζι. Έχει ένα περίεργο σχήμα και ανάβουν κάτι φωτάκια μπλε. Αν δεν έγραφε Τεφάλ πάνω θα είχα φωνάξει την υπεύθυνη της εστίας. Πιάνει το μισό τραπέζι και έχει χρώμα ασημί. Είναι και βαρύ. Ναι, πήγα και το επεξεργάστηκα φυσικά. Ότι χρησιμοποιεί παράλληλα Ιαπωνικό τσελεμεντέ είναι λεπτομέρεια.
Ο τύπος καμιά μέρα θα μας σφάξει και θα το ακούσετε στις ειδήσεις. Όχι μόνο έχει έναν τεράστιο μπαλτά αλλά μαγειρεύει και με το σακάκι. Εγώ δεν τον εμπιστεύομαι. Προχτές τον πέτυχα στο διάδρομο. Έκρυβε κάτι κάτω από το ίδιο πάντα σακάκι. Μα τι άνθρωπος είναι αυτός; Ανταλλάσω ένα χάι και πολύ του είναι. Φυσικά και τα ψαρικά που μαγειρεύει βρωμάνε. Αυτοί υποτίθεται πως ωμά δεν τα τρώνε; Ναι, είμαι παράξενη, τι θέλετε;
Ο Τούρκος μας έστειλε για κεμπάπ εδώ στη γειτονιά σε ένα εκπληκτικό κατά την άποψή του, μαγαζί. Πήγα και έλεγε Cyprus απέξω. Από Λευκωσία και βόρεια βέβαια. Φυσικά και δεν έφαγα. Ένας γείτονας, υπέρμαχος του Ναι στο σχέδιο Ανάν πήγε και δοκίμασε. Την ώρα που πλήρωνε είδε τον μάγειρα να διαλέγει το ωμό κοτόπουλο με την ίδια πηρούνα που είχε για τη σαλάτα. Μόνο η σαλμονέλα μας έλειπε εδώ πέρα. Ακούει και τσιφτετέλια. Όταν θα ακούσει και Άντζελα Δημητρίου τότε θα πειστώ πως έχει κάνει καριέρα στη γείτονα χώρα και θα τηλεφωνήσω στην υπεύθυνη της εστίας για διατάραξη της κοινής ησυχίας.
Η Ελληνίδα είναι η πιο ύπουλη. Αγόρασε σκορδόψωμα από το σούπερ μάρκετ και ενώ έγραφαν πως μαγειρεύονται στο φούρνο, θεωρώντας εαυτόν πολύ ξύπνιο, τα έβαλε στο φούρνο μικροκυμάτων. Κάηκαν. Η Ελληνίδα το πήρε αργά είδηση και όχι μόνο είχαν μαυρίσει αλλά χτύπησε και ο συναγερμός για φωτιά. Ο φούρνος ακόμα μυρίζει καμμένο. Και τώρα όλοι μου μιλούν με μια δόση φόβου. Άντε γιατί παραγνωριστήκαμε! Είμαι θεά το ξέρω. Είμαι και Ελληνίδα. Α ναι!! Ψήνω και χοιρινό.
Σάββατο, Οκτωβρίου 11, 2008
Το ξένο είναι πιο γλυκό;
Μάθαμε πως το ξένο είναι πιο γλυκό. Μας έπεισαν και πως για να εκτιμήσουμε κάτι πρέπει πρώτα να το πληρώσουμε αδρά. Μύθοι και τα δύο. Συντηρήθηκαν και εξακολουθούν να συντηρούνται σε δύο ουσιώδεις περιπτώσεις. Στον έρωτα και στις σπουδές. Κι αν ο έρωτας αποτελεί καθαρά προσωπική επιλογή, το πανεπιστήμιο αποτελεί μια βασική ανάγκη. Ο κοινός γνώμονας και των δύο είναι πως όσοι δεν τα έχουν δοκιμάσει αποτελούν τους πιο ένθερμους υποστηρικτές και κάνουν τη ζημιά, χαλώντας την πιάτσα. Και στον έρωτα και στο πανεπιστήμιο πάντα. Κι αν για τον έρωτα τα έχουμε πει για το πανεπιστήμιο αξίζει να τα τονίσουμε.
Ναι, το ελληνικό πανεπιστήμιο συντηρείται από τους άμισθους υποψήφιους διδάκτορες – αυτούς τους ρομαντικούς νέους που δουλεύουν 12 ώρες για 500 € από το ΙΚΥ. Από τους λέκτορες των 1500 €. Από το 4 και κάτι πολύ ψηλά του ΑΕΠ. Δηλαδή με τρίχες κατσαρές. Παράλληλα βάλλεται από μια κυβέρνηση που προσπαθεί να το αποδεκατίσει στο βωμό των κέντρων ελευθέρων σπουδών και από τις φοιτητικές παρατάξεις που έχουν στήσει το παραμάγαζό τους μέσα σε αυτό για όφελος τους. Σαν και τον έρωτα κι αυτό συντηρείται με τη φλόγα των ανθρώπων που το περιβάλλουν και αντέχει στις εξωγενείς δυσκολίες. Α ναι. Δεν αντέχει απλά. Παράγει επιστήμονες. Όχι εργαλεία. Ούτε μηχανές. Παράγει σκεπτόμενους ανθρώπους, το χειρότερο είδος δηλαδή εργαζόμενου, το δυσκολότερο είδος για χειραγώγηση.
Μας μάθανε πως το ξένο είναι πιο γλυκό. Το Αγγλικό που τουλάχιστον γνωρίζω εγώ αυτό τον καιρό είναι απλά γεμάτο με αμερικανιές. Κάρτα με barcode για την είσοδο στη Σχολή, τηλεχειριστήριο σαν αυτά που ο Παπαδόπουλος μοίραζε στο κοινό για να βοηθήσει τον παίκτη, ώστε να απαντάμε στις ερωτήσεις του καθηγητή. Πολύ ωραία. Πολύ γυαλιστερά. Πολύ φιγουρατζίδικα. Αλλά ως εκεί. Από μέσα το περιεχόμενο δεν είναι το ίδιο. Γιατί το δυναμικό διαφέρει. Γιατί οι γνώσεις κάνουν τη διαφορά. Ποτέ κανείς Έλληνας καθηγητής δεν μας είπε πως δεν χρειάζεται να μάθουμε κάτι γιατί υπολογίζεται από τον υπολογιστή. Πάντα μας μάθαιναν πως εμείς είμαστε ένα σκαλί πιο πάνω. Εμείς θα πρέπει να έχουμε τις γνώσεις να ελέγξουμε και την παραμικρή λεπτομέρεια. Ποτέ κάνεις Έλληνας καθηγητής δεν μας είπε πως δεν απαντά στις ερωτήσεις μας πάνω στην εργασία που μας έβαλε γιατί βαθμολογείται. Ποτέ κανείς δεν μας έπιασε από το χέρι κι έτσι μάθαμε να κολυμπάμε στα βαθιά. Ποτέ όμως κανείς δεν μας άφησε να πνιγούμε κι έτσι μάθαμε να βγαίνουμε στη στεριά.
Μόλις προχτές δημοσιεύτηκε η έρευνα για την αξιολόγηση των πανεπιστημίων παγκόσμια. Η ειδοποιός διαφορά είναι πως τα πρώτα πανεπιστήμια έχουν πάρει τη δουλειά τους πολύ σοβαρά. Τα ελληνικά που δεν φιγουράρουν στις πρώτες θέσεις απλά δεν ξέρουν πως αυτό που παράγουν ονομάζεται γνώση και μάλιστα υψηλού επιπέδου. Βρίσκομαι σε ένα από τα πρώτα πανεπιστήμια με βάση την αξιολόγηση. Την προηγούμενη όμως εβδομάδα στο μάθημα των μαθηματικών οι Έλληνες ήταν οι μόνοι που ήξεραν τι θα πει παράγωγος. Πως λύνεται μια ταυτότητα. Για ολοκλήρωμα ούτε λόγος. Οι υπόλοιποι απλά κοιτούσαν εμάς, κι εμείς απλά κοιτούσαμε χαμηλά. Γιατί το ελληνικό πανεπιστήμιο μας έμαθε πως αυτό δεν είναι κάτι. Ενώ εδώ μας τόνισαν πως αυτό είναι πολύ.
Οι καθηγητές μπορεί να είναι κορυφαίοι. Αλλά μου θυμίζουν δημοσίους υπαλλήλους από αυτούς που βαριούνται. Από αυτούς που περιμένουν να περάσει η ώρα και διαβάζουν την παρουσίαση που ήδη έχουν αναρτήσει στην ιστοσελίδα τους στο νετ. Μα για πόσο ηλίθιους μας περνάνε; Η καθηγήτρια μου από το ελληνικό πανεπιστήμιο είναι απλά πολύ πιο πάνω από αυτούς. Όχι μόνο γιατί είναι επιστήμονας. Αλλά γιατί είναι και άνθρωπος. Χτες μου έστειλε μάιλ να δει αν τρώω, αν ντύνομαι ζεστά, αν κοιμάμαι καλά. Στο τέλος μου έγραφε πως με αγαπά πολύ. Το χειρότερο δεν είναι ότι το έγραψε. Είναι ότι το εννοούσε. Κι εγώ το διάβασα την ώρα του εργαστηρίου κι ένιωσα την ζεστασιά του 356ου πανεπιστημίου να απλώνεται μέχρι την κορυφή. Ελληνικό πανεπιστήμιο απλά είσαι μοναδικό. Γι αυτό δεν το ξέρεις.
Ναι, το ελληνικό πανεπιστήμιο συντηρείται από τους άμισθους υποψήφιους διδάκτορες – αυτούς τους ρομαντικούς νέους που δουλεύουν 12 ώρες για 500 € από το ΙΚΥ. Από τους λέκτορες των 1500 €. Από το 4 και κάτι πολύ ψηλά του ΑΕΠ. Δηλαδή με τρίχες κατσαρές. Παράλληλα βάλλεται από μια κυβέρνηση που προσπαθεί να το αποδεκατίσει στο βωμό των κέντρων ελευθέρων σπουδών και από τις φοιτητικές παρατάξεις που έχουν στήσει το παραμάγαζό τους μέσα σε αυτό για όφελος τους. Σαν και τον έρωτα κι αυτό συντηρείται με τη φλόγα των ανθρώπων που το περιβάλλουν και αντέχει στις εξωγενείς δυσκολίες. Α ναι. Δεν αντέχει απλά. Παράγει επιστήμονες. Όχι εργαλεία. Ούτε μηχανές. Παράγει σκεπτόμενους ανθρώπους, το χειρότερο είδος δηλαδή εργαζόμενου, το δυσκολότερο είδος για χειραγώγηση.
Μας μάθανε πως το ξένο είναι πιο γλυκό. Το Αγγλικό που τουλάχιστον γνωρίζω εγώ αυτό τον καιρό είναι απλά γεμάτο με αμερικανιές. Κάρτα με barcode για την είσοδο στη Σχολή, τηλεχειριστήριο σαν αυτά που ο Παπαδόπουλος μοίραζε στο κοινό για να βοηθήσει τον παίκτη, ώστε να απαντάμε στις ερωτήσεις του καθηγητή. Πολύ ωραία. Πολύ γυαλιστερά. Πολύ φιγουρατζίδικα. Αλλά ως εκεί. Από μέσα το περιεχόμενο δεν είναι το ίδιο. Γιατί το δυναμικό διαφέρει. Γιατί οι γνώσεις κάνουν τη διαφορά. Ποτέ κανείς Έλληνας καθηγητής δεν μας είπε πως δεν χρειάζεται να μάθουμε κάτι γιατί υπολογίζεται από τον υπολογιστή. Πάντα μας μάθαιναν πως εμείς είμαστε ένα σκαλί πιο πάνω. Εμείς θα πρέπει να έχουμε τις γνώσεις να ελέγξουμε και την παραμικρή λεπτομέρεια. Ποτέ κάνεις Έλληνας καθηγητής δεν μας είπε πως δεν απαντά στις ερωτήσεις μας πάνω στην εργασία που μας έβαλε γιατί βαθμολογείται. Ποτέ κανείς δεν μας έπιασε από το χέρι κι έτσι μάθαμε να κολυμπάμε στα βαθιά. Ποτέ όμως κανείς δεν μας άφησε να πνιγούμε κι έτσι μάθαμε να βγαίνουμε στη στεριά.
Μόλις προχτές δημοσιεύτηκε η έρευνα για την αξιολόγηση των πανεπιστημίων παγκόσμια. Η ειδοποιός διαφορά είναι πως τα πρώτα πανεπιστήμια έχουν πάρει τη δουλειά τους πολύ σοβαρά. Τα ελληνικά που δεν φιγουράρουν στις πρώτες θέσεις απλά δεν ξέρουν πως αυτό που παράγουν ονομάζεται γνώση και μάλιστα υψηλού επιπέδου. Βρίσκομαι σε ένα από τα πρώτα πανεπιστήμια με βάση την αξιολόγηση. Την προηγούμενη όμως εβδομάδα στο μάθημα των μαθηματικών οι Έλληνες ήταν οι μόνοι που ήξεραν τι θα πει παράγωγος. Πως λύνεται μια ταυτότητα. Για ολοκλήρωμα ούτε λόγος. Οι υπόλοιποι απλά κοιτούσαν εμάς, κι εμείς απλά κοιτούσαμε χαμηλά. Γιατί το ελληνικό πανεπιστήμιο μας έμαθε πως αυτό δεν είναι κάτι. Ενώ εδώ μας τόνισαν πως αυτό είναι πολύ.
Οι καθηγητές μπορεί να είναι κορυφαίοι. Αλλά μου θυμίζουν δημοσίους υπαλλήλους από αυτούς που βαριούνται. Από αυτούς που περιμένουν να περάσει η ώρα και διαβάζουν την παρουσίαση που ήδη έχουν αναρτήσει στην ιστοσελίδα τους στο νετ. Μα για πόσο ηλίθιους μας περνάνε; Η καθηγήτρια μου από το ελληνικό πανεπιστήμιο είναι απλά πολύ πιο πάνω από αυτούς. Όχι μόνο γιατί είναι επιστήμονας. Αλλά γιατί είναι και άνθρωπος. Χτες μου έστειλε μάιλ να δει αν τρώω, αν ντύνομαι ζεστά, αν κοιμάμαι καλά. Στο τέλος μου έγραφε πως με αγαπά πολύ. Το χειρότερο δεν είναι ότι το έγραψε. Είναι ότι το εννοούσε. Κι εγώ το διάβασα την ώρα του εργαστηρίου κι ένιωσα την ζεστασιά του 356ου πανεπιστημίου να απλώνεται μέχρι την κορυφή. Ελληνικό πανεπιστήμιο απλά είσαι μοναδικό. Γι αυτό δεν το ξέρεις.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)