Παρασκευή, Αυγούστου 27, 2010

Χανιά...τα δικά μου.(ποστ μαμούθ)

Τα Χανιά είναι τόσο δικά μου που ποτέ δεν το διαπραγματεύομαι. Σε κάθε γνωριμία 3λεπτου, 5λεπτου, ώρας ή ζωής η ίδια πάντα ερώτηση παίρνει την ίδια πάντα απάντηση για να καταλήξω μετά να απολογούμαι. «Από πού είσαι;» «Από τα Χανιά.» Κι όταν ο συνομιλητής θελήσει να μάθει αν εκεί γεννήθηκα, εκεί μεγάλωσα ή εκεί ζω παίρνει την αποστομωτική απάντηση πως τα Χανιά κλείνουν όλα μου τα παιδικά καλοκαίρια που κάποτε μετατράπηκαν σε φοιτητικά και παρέμειναν τόσο ίδια. Να πω Αθηναία δεν μου πάει καρδιά. Λέω Κρητικιά και απλά αφήνομαι να εκτεθώ.

Το σπίτι των παιδικών μου χρόνων, το πατρικό της μαμάς λίγο πιο πάνω από το σπίτι της Καρυστιάνη έχει εδώ και λίγα χρόνια μετατραπεί σε ένα αναπαλαιωμένο κοινόβιο αριστερών πεποιθήσεων όπου η πολιτική, οι έρωτες, οι γκόμενοι, οι φίλες και τα συγγενολόγια παρελαύνουν από την αυλή του, βολεύονται στην κουζίνα του και συνήθως καταλύουν για ύπνο σε κάθε γωνιά του σπιτιού με μια δόση φιλοξενείας που αγγίζει ίσως και τα όρια του ρομαντισμού. Ένα σπίτι που φέτος φιλοξένησε ακόμα και δέκα άτομα ταυτόχρονα και ένα χώρο στάθμευσης που βόλεψε στους ίσκιους του 4 αυτοκίνητα.

Επειδή το σύμπαν τελικά όταν κάτι σου παίρνει, σου γυρίζει άλλα στο πολλαπλάσιο και με δεδομένο ότι όταν εγώ κάνω σχέδια αυτά ποτέ δεν πετυχαίνουν, το φετινό καλοκαίρι ήταν απλά μαγικό. Με την βεβαιότητα ότι φέτος δεν θα έκανα διακοπές κατέληξα να κάνω τις περισσότερες από κάθε άλλη φορά ή από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Οι ανύπαρκτες περυσινές, με την ψυχή στο στόμα οι προπέρσινες, με δουλειά οι προηγούμενες, με ξεγνοιασιά οι φετινές. Ανέμελες, γεμάτες, υπέροχες, ονειροπόλες. Με χρώμα. Και η Κρήτη ίδια. Τα Χανιά ίδια. Η παρέα τεράστια.

Τα Χανιά που και φέτος είχαν πληρότητα ενώ η αισχροκέρδεια χόρευε τσιφτετέλι σε ξαπλώστρες στην Αγία Μαρίνα με το μπουκαλάκι το νερό προς 1 ευρώ. Την ώρα που δεκάχρονα πιτσιρίκια σου γεμίζουν το ρεζερβουάρ προς 1.65 στην ενδοχώρα του Νομού. Με το ποτό 9 ευρώ στο παλιό λιμάνι με θέα το φάρο. Με χτυπημένες αποδείξεις Ιουνίου που σου έδιναν εν μέσω Αυγούστου, καύσωνα και ζέστης. Με το φοιτητικό εισιτήριο για Μπάλο και Γραμβούσα στα 18 ευρώ την ώρα που τα blue star του Βγενόπουλου κοντράρουν στα ίσα τα σαπιοκάραβα της ΑΝΕΚ με 15 ευρώ το φοιτητικό. Αυτή την ΑΝΕΚ που δημιουργήθηκε από κεφάλαια Κρητικών όταν το πλοίο Ηράκλειο βυθίστηκε για να φτάσει σήμερα να ταξιδεύει με το Lissos και το Lato προσφέροντας τραυματικές εμπειρίες στους επιβάτες.

Κι έχουν απ’ όλα τα Χανιά και σε μεγάλες δόσεις όπως οι πραγματικοί έρωτες που είναι γενναιόδωροί και αξίζουν την προσπάθεια και το τσαλάκωμα. Βόλτες στα σοκάκια της παλιάς πόλης, ποτό κάτω από τον Μιναρέ στην Σπλάντζια. στο μοναστήρι του Καρόλου ή απλά προσκήνυμα για μοχίτο στη Συναγωγή. Μια βόλτα από το Παλλάς που έχει μακράν τους πιο ωραίους και κουρασμένους σερβιτόρους, έναν καφέ στο παλιό λιμάνι με θέα το φάρο εκεί βλέποντας ανατολή, αφού το καράβι σε έχει ξεβράσει στη Σούδα. Να αφεθεί λίγο το μυαλό, να βουτήξει στο ροζ του ουρανού και στο μπλέ των νερών. Μια κρέπα στη Ρωξάνη απέναντι από την πλατεία 1866, να μαζέψει τα ξύδια και τις τσικουδιές στις 4 το πρωί, πανηγύρια στα χωριά να παίζει η κρητική λύρα και κάθε χρόνο να αναρωτιέσαι τι σκατά κρητικιά λες ότι είσαι όταν δεν ξέρεις να χορεύεις και μένεις με δεμένα πόδια να βυθίζεσαι στις μαντινάδες.

Εκδρομές στα Φαλάσσαρνα, να έχει κύμα και να σιχτιρίζεις γιατί θεωρείται αυτή η ωραιότερη παραλία της Ευρώπης και δεν είναι βαρετό να κοντράρεται κάθε χρόνο με το Πόρτο Κατσίκι; Με εκδρομές μέσα από χωριά και πολλές στροφές, πολλές όμως για να καταλήξεις στο Ελαφονήσι με ροζ άμμο σε ένα polo που δεν είναι δικό σου κι εσύ μαθαίνεις πως υπάρχει και η θέση η άλλη, αυτή του συνοδηγού. Με ημερίσιες στον υπερεκτιμημένο Μπάλο και την όμορφη Γραμβούσα. Τα γέλια πάνω από μια σακούλα παξιμάδια, το στριμωξίδι κάτω από τον ίσκιο της μιας και μοναδικής ομπρέλας. Κι άλλες εκδρομές, για δύση στα αρχαίο παλάτι των Απτέρων την ώρα που το καράβι βγαίνει από το λιμάνι, ή ακόμα καλύτερα και για πανσέληνο, για φαγητό στο Θέρισσο μέσα από το Φαράγγι. Ο Θεός να σε φυλάει, να μην πάθεις λάστιχο, δεν υπάρχει σήμα πουθενά. Και ο Βάμος. Ερωτευμένη από τα λυκειακά μου χρόνια, αποτελούσε τόπο καταγωγής του πιο υπέροχου Μαθηματικού που έπεσε στα χέρια μου. Ψηλός, με τα γυαλία του και τα πράσινα μάτια του καλά κρυμμένα από πίσω. Η μετριοφροσύνη είναι για τους μέτριους μου είχε πει εκείνο το μεσημέρι στο σχόλασμα και εγώ το αγκάλιασα χωρίς να μπορώ να το ενστερνιστώ απόλυτα ακόμα και τόσα χρόνια μετά.

Το καλοκαίρι, οι μοιρασμένες αγκαλιές, οι φιλίες που αντέχουν στον χρόνο, οι νέοι έρωτες, τα Χανιά μου. Ευλογημένα να είναι όλα.

Μπάλος (1)

Μπάλος (2)

Γραμβούσα (1)

Γραμβούσα (2)

Τρίτη, Αυγούστου 10, 2010

Πάρος, η ερωτεύσιμη. (ποστ μαμούθ)

Αν τις αγαπάω; Πάρα πολύ. Κοντά στα δέκα χρόνια κρατά αυτή η φιλία. Πέρασε πανελλήνιες, τσακωμούς, τεράστια ζόρια και προβλήματα, ορκομωσίες, γέλια, έρωτες, αγάπες. Επέζησε ακόμα και την εποχή που όλες ήθελαν τον Μπράντον – όχι του Μπέβερλι Χιλς καλέ – του Παγκρατίου. Άντεξε την ώρα που οι περισσότερες σχολικές φιλίες αποτελούν παρελθόν. Εκεί κάπου μετά το τέλος της Χημείας που εγώ κατέβηκα με το ζόρι τις σκάλες. Εκεί πάλι στην κατάθεση του μηχανογραφικού. Στα σοκάκια της Σύρου με το νοικιασμένο να κάνω μανούβρες και η ομάδα να χειροκροτά. Στο σταθμό της Liverpool street πάλι. Με εμένα να έχω ξεμείνει στο βορειοδυτικό Λονδίνο, με την Metropolitan line κλειστή, με εκείνες φορτωμένες μελομακάρονα να με περιμένουν να τις μαζέψω. Χαζεύοντας την ανατολή στην Νάουσα της Πάρου χρόνια πριν, σαν χτες μου φαίνεται. Αλήθεια.

Το λατρεύω αυτό το νησί. Κουβαλά κάτι από την εφηβεία μου. Έχει τον τρόπο να με κάνει πάλι 18χρονη, κοριτσάκι χωρίς άγχη και διδακτορικά, λεφτά. Αυτά είναι για τους μεγάλους και εγώ στην Πάρο ξαναγίνομαι παιδί. Γνωρίζω όλο το νησί, χάνομαι στα σοκάκια, ξέρω πια όλα τα κατατόπια της Νάουσας, πιάνω φιλίες με τους πάντες, πίνω όλα τα κερασμένα σφηνάκια του Νίκου που έχει το Barbarossa και τρώω την καλύτερη αστακομακαρονάδα στο εστιατόριο του αδερφού του. Ναι, εγώ.

Εφτά χρόνια μετά η ομάδα επέστρεψε, εκεί από όπου ξεκίνησε, με άλλον αέρα πια ίσα για να θυμηθεί τα πιο ωραία λαϊκά σε μια εφηβεία επιεική που δεν θα γίνει –άντα. Άντε γιατί παραγνωριστήκαμε.

Το πρωινό ξύπνημα και πάλι βάρβαρο. Το ραντεβού στην Κατεχάκη, στις 6 το πρωί περιπετειώδες. Και στο χάι-speed το κλιματιστικό στο τέρμα. Επίσης κουνούσε. Η πλατινέ ξανθιά στο μπαρ με υποτιμητικό ύφος πασπαλισμένο με σνομπισμό ίσα που καταδέχεται στην κοπελίτσα μπροστά μου να της πει πως το τοστ με τυρί κοστίζει 1.80 ενώ όταν έχει και γαλοπούλα τότε έχει 3.75!

Το ενοικιαζόμενο…για κλάμματα. Με μύγες, με ένα καζανάκι χαλασμένο, με ένα ράντζο μήκους 1.5 μέτρου, με μια κυρία Βούλα (Κροφτ) να ζητά αποζημίωση και με μια Σίντυ εν εξάλλω να ζητά απόδειξη! Ευχή και κατάρα σας δίνω. Ποτέ να μην νοικιάζετε δωμάτιο που δεν έχετε δει επειδή κάποιος, κάπου σας είπε ότι είναι καθαρό. Νομοτελειακά ο πούστης ο Μέρφυ (μπορεί και ο Κοέλο, δεν το έχω ψάξει) θα έχει φροντίσει ώστε να μην είναι. Η κυρία Νικολέττα έδωσε την λύση. «Θα σας βολέψω». Μας βόλεψε. Σε ένα υπέροχο δωμάτιο με θέα όλη την Νάουσα. Με φρέσκο κέικ και κουλουράκια για πρωινό.

Οι μέρες κύλησαν σαν νερό. Είχαν τη γεύση του γλυκού του κουταλιού της γιαγιάς Κωστάντζας. Θύμιζαν εκείνο το καλοκαίρι που είχαμε τελειώσει το Λύκειο και όλο το νησί ήταν ένα βότσαλο στα πόδια μας. Είχαν τεράστιες δόσεις φλερτ και έρωτα. Μεγάλες δόσεις αγκαλιάς και πολλες ανατολές σαν τότε.

Το κείμενο κανονικά συνοδευόταν από φωτογραφίες. Να δείξουν λίγο το νησί, να μεταφέρουν λίγο το συναίσθημα, να απεικονίσουν την ανατολή – αλλά όχι την αγκαλιά. Ο δαίμων της βαλίτσας έκανε το θαύμα του. Κάτι η επιστροφή που δεν ήθελα να έρθει – αλλά ήρθε, κάτι η βαλίτσα που έπρεπε να μαζευτεί πάλι σε λιγότερο από 12 ώρες, κάτι τα βραδινά κρασιά στην άδεια Αθήνα, ήρθε και το καλώδιο έμεινε σπίτι. Αν οι φωτογραφίες είχαν μουσική επένδυση τότε θα ήταν κάτι από τα βρώμικα – αλλά συνάμα τόσο υπέροχα - φιλιά του Λάκη με τα ψηλά ρεβέρ.

Υ.Γ Η πολιτική είναι τρόπος ζωής. Είναι μέσα μου, είναι παντού, την κουβαλώ ακόμα και στα βραχάκια της Νάουσας, πίσω από την έκκλησίτσα, εκεί που σκάει το κύμα τα ξημερώματα. Αλλά να. Είναι Αύγουστος. Και είναι το πρώτο καλοκαίρι μετά από πολλά χρόνια που προσπαθώ να κάνω τόσο ανέμελες διακοπές. Τα τελευταία χρόνια νιώθω τα καλοκαίρια μου…κομμάτι γερασμένα. Φέτος κάνω το αυτονόητο. Περνώ την δεύτερη εφηβεία μου. Και έχει πλάκα.

Τετάρτη, Ιουλίου 28, 2010

Σίφνος, η μαγική. (ποστ μαμούθ)

Το πήγαινε ούτε που το καταλάβαμε. Μέχρι να μπούμε, να κοιμηθούμε, σε σκάρτες τρεις ώρες είχαμε φτάσει. Κάτι η ζέστη, κάτι το στριμωξίδι του ηλεκτρικού ξημερώματα ήρθαμε να πέσουμε κουρέλια μέσα στο χάι-speed. Ένα πιτσιρίκι έκλαιγε και εμείς μέσα στον ύπνο μας αναφωνούσαμε «Ηρώδης» για να ξαναβολευτούμε στις αεροπορικές μέχρι να δέσουμε.

Στον γυρισμό υπέφερα. Με το αργό κάναμε πάνω από 5 ώρες (πολύ παραπάνω αλλά τις μειώνω για να μην συγχυστώ) και για να μην κρυώνω από τα κλιματιστικά την έβγαλα στο μαγαζάκι του πλοίου δοκιμάζοντας χειμωνιάτικα. Αρχικά είχαμε κάνει μια προσπάθεια να μεταφερθούμε σε άλλες θέσεις που όμως ήταν και αυτές αριθμημένες και άνηκαν σε μια παλιά μου συμμαθήτρια από το νηπιαγωγείο. (Δεν κάνω πλάκα)

Το ομολογώ. Κυκλάδα, κυκλάδα αλλά είχα πολλές απαιτήσεις από αυτήν. Μέρες την περίμενα την ρουφιάνα. Σίφνος λοιπόν. Και δεν διαψεύστηκα. Απλά μαγική.

Οι Καμάρες είναι το λιμάνι. Εμείς μείναμε εκεί για να έχει λίγο σασπενς η ζωή μας, ειδικά τα βράδια που θέλαμε να γυρίσουμε από την Απολλωνία και όλοι μας έλεγαν ότι υπάρχει αλκοτέστ ενώ εμείς δεν είχαμε δει μπάτσο ζωγραφιστό.

Η αλβανίδα που καθάριζε τα δωμάτια θεωρούσε σωστό κάθε πρωί κατά τις 10.30 να μας ξυπνάει για να καθαρίσει και εγώ σκεφτόμουνα κάθε μα κάθε πρωί να βγάλω το καλάσνικοφ από το τσαντάκι μου και να την χαιρετήσω.

Για φαγητό δεν κάτσαμε καθόλου στο λιμάνι, τιμήσαμε όμως τις μπουγάτσες για πρωινό και αγοράσαμε μια ομπρέλα που δεν την στήσαμε ποτέ και στο τέλος την κάναμε δώρο στον πέφτουλα τυπά που μας νοίκιασε το αμάξι.

Το οποίο αμάξι το νοικιάσαμε από τις καμάρες με προκαταβολή κανέναν μήνα πιο νωρί και έκανε συνολικά πάνω από 250 χιλιόμετρα. Δεν με πείραξε ο φάγωμένος δίσκος, ούτε το κατεστραμμενο κιβώτιο ταχυτήτων. Με τσάκισε ότι δεν είχε καθρέφτη οδηγού και συνοδηγού και ότι ήταν καμμένο το εσωτερικό φως. Μα για όνομα!

Η Απολλωνία ήταν μια ζωγραφία. Φτιαγμένη για γυναίκες με αυξημένο το καταναλωτικό αίσθημα είχε σε απόσταση 2 μέτρων το ένα από το άλλο συνολικά περιπου 6424 κοσμηματοπωλεία. Ενώ υπήρχαν ακόμα 4322 μαγαζάκια που πουλούσαν καφτάνια, σαγιονάρες, παρεό, καπέλα, τσάντες, φουλάρια, ότι μπορείς να φανταστείς ότι θα κάνει κλικ σε μια γυναίκα.

Φάγαμε πρωινό στη Βεράντα και στον Ραμπαγά (όχι την ίδια μέρα) και καταλάβαμε την πεμπτουσία του καλού φαγητού. (τιμές τσιμπημένες αλλά δεν βαριέσαι, δεν ψωνίσαμε τίποτα και έτσι δεν νιώσαμε καμία τύψη). Βράδυ φάγαμε στην Οδό Ονείρων δίπλα στον Σημίτη και την Δάφνη ενώ για ποτό συνήθως στο cosi (που δεν έκοβε ποτέ απόδειξη και είχε και την ίδια πλέιλίστ κάθε βράδυ τρομάρα του) και στα γειτονικά του. Το μοναδικό παγωτατζίδικο στο στενό…πολυδιαφημισμένο αλλά όχι και να κατουρηθείς κιόλας.

Για βόλτα πήγαμε στο Κάστρο. Υπέροχο το Κάστρο, ρομαντικό, με θέα, με ομορφιές, με το γαλάζιο να σε περικυκλώνει. Μακραν το καλύτερο φαγητό είναι στον Λεωνίδα με θέα που δεν υπάρχει, μοχίτο στο Cavo – αν πάτε δώστε τα φιλιά μου στον ιδιοκτήτη που του υποσχέθηκα να πάμε Κούβα ξανά παρέα - και βόλτα γύρω από τα τείχη την ώρα του ηλιοβασιλέματος.

Ο Αρτεμώνας έχει βγει από άλλη εποχή με παλιά σπίτια καπετανέων και γλυκό στην πετζούλα όπου ο Σιφνιός που το έχει ήταν σεφ στο saint george lycabettus αλλά τα παράτησε όλα και έτσι εγώ δοκίμασα μακράν την πιο ωραία τάρτα φρούτων και πανακότα στη ζωή μου.

Για μπάνιο αράξαμε κάτω από το δέκατοτρίτο αλμιρίκι στη χρυσοπηγή αλλά μας έδειρε ο αέρας και φύγαμε για τη Φασολού που ήταν πολύ καλύτερη.

Τις επόμενες δύο μέρες τις βγάλαμε στη Λαζάρου που απλά δεν υπάρχει. Είναι μύθος. Με πράσινα, βαθιά, κρύα νερά και ένα μπιτσόμπαρο που μας προσέφερε όλα τα απαραίτητα όπως το εξαιρετικό τυροπιτάρι με σιφνέικη μυζήθρα. Αυτά όμως δεν τα λέω γιατί θέλω να κρατήσω το μέρος για μένα! Μια ακόμα μέρα πήγαμε πλατύ γυαλό – όπου όλοι μας είχαν πει για το μαγαζί του Τόνυ Δημητρίου τρομάρα του. Μούφα. Φύγαμε και ξαναπήγαμε Λαζάρου. Ενώ την τελευταία μείναμε στο μπιτς μπαρ Folie στις Καμάρες με τις καταπληκτικές φρουτοσαλάτες που δεν δοκιμάσαμε. Επιπλέον, στην αρχή νομίζαμε ότι το λένε Φώφη αλλά και αυτή η παρεξήγηση λύθηκε γρήγορα.

Αν κάτι χαρακτηρίζει το νησί είναι τα γέλια που κάναμε, τα σφηνάκια που ήπιαμε, οι ύπνοι που ρίξαμε και η κούραση της ξεκούρασης που μας γονάτισε κυριολεκτικά.

Οι λογαριασμοί με το νησί δεν έκλεισαν.


άποψη του δωματίου στις Καμάρες (πολύ καλό το λες)
το μαγικό Κάστρο (1)

το μαγικό Κάστρο (2)

η θέα από το Cavo στο Κάστρο

το Cavo ...με τα κοκτέιλ και τον απίστευτο τυπά


η θέα από την ταβέρνα του Λεωνίδα

το εσωτερικό της ταβέρνας του Λεωνίδα

βόλτα στο Κάστρο

ριζότο με σολωμό ...δίπλα στο Σημίτη

κόκκορας κοκκινιστός...δίπλα στο Σημίτη

πρωινόν αναγκαίον στον Ραμπαγά

πρωινόν απολαυστικότατον στη Βεράντα της Απολλωνίας

Αρτεμώνας...ο αρχοντικός (1)

Αρτεμώνας...ο αρχοντικός (2)

Αρτεμώνας...ο αρχοντικός (3)

Αρτεμώνας...ο αρχοντικός (4)

τα γλυκά στην πετζούλα με τη συνοδεία Αλκίνοου

Χρυσοπηγή...η κούκλα

το μοναστήρι της Χρυσοπηγής

κι η Παναγιά...έσκισε στα δυο το βράχο για να μην περάσουν οι Τούρκοι



Να περνάτε καλά ωρε σύντροφοι. Έρχεται δύσκολος χειμώνας αλλά παρέα θα τον περάσουμε και αυτόν. Προς το παρόν κάνω μια βουτιά και για σας...κλείνοντας (όπως πάντα) τη μύτη μου.

Τετάρτη, Ιουλίου 21, 2010

Αίμα, Δάκρυα κι Ιδρώτας…κλείσιμο μιας πόρτας (επιτέλους).

Να, αυτό το κουσούρι να μην είχα. Αυτό ακριβώς. Στην κοσμάρα μου. Πως το λεγε ο Χατζηγιάννης; Θα φτιάξω κόσμο δικό μου και μέσα θα μπω; Άστο Μιχάλη μου. Άστο χαρά μου. Εγώ αυτό το έχω κάνει κοσμοθεωρία. Από το σχολείο ομορφιά μου. Όλα τελευταία τα μάθαινα και όλα πρώτη τα ξεχνούσα. Οι φίλες μου πλέον το έχουν μάθει τόσο καλά που σε κάθε τραπέζι φαγητού ξεθάβοντας κουτσομπολιά της μεταπολίτευσης που εμένα μου θυμίζουν τα πέτρινα χρόνια της Λυκειακής καταπίεσης που έχω διαγράψει δια παντός από την μνήμη μου με τη βοήθεια του Αλτσχάιμερ, ρίχνουν υπότιτλους ειδικά για το κορίτσι…που πήγαινε σε «άλλο» σχολείο.

Να το, πάλι το ξανάπαθα. Όλο το σύμπαν ήξερε τον Γκιόλια, εγώ απλά μια αμυδρή εικόνα είχα για τον μακαρίτη όπως και με εκείνους τους συμμαθητές που δεν πολύ-έκανα παρέα. Δεν ήξερα τα έργα και τις ημέρες του. Ήμουν η μόνη που δεν ήξερα ότι είναι πίσω από το Τρωκτικό. Ήμουν επίσης η μόνη που έχω παραδεχτεί ότι χαζεύω Τρωκτικό προσκηνώντας τις αναρτήσεις των αναγνωστών που βρίζουν την χασαποταβέρνα στα βλάχικα για έλλειψη βλαχιάς, την καντίνα του βρώμικου για έλλειψη βρωμιάς και τον μαλάκα τον γείτονα που έχει παρκάρει πάνω στο πεζοδρόμιο και έτσι δεν μπόρεσε να παρκάρει ο καταγγέλων αναγνώστης που δεν ξέρει ορθογραφία. Ένα περίεργο πράγμα ρε παιδί μου. Κανείς δεν διαβάζει τρωκτικό αλλά το τρωκτικό είναι πρώτο σε επισκεψιμότητα – θα το πω, δεν κρατιέμαι – blog. Έκανε ο μακαρίτης refresh ανα δευτερόλεπτο στην σελίδα του για να ανεβάσει τα νούμερα? Πολύ αμφιβάλλω. Είναι σαν τον Λαζόπουλο. Κανείς δεν βλέπει Λαζόπουλο. Κάνει 65% κάτι που μελετάται από τις πύλες του ανεξήγητου Χαρδαβέλλα. Σαν την ζωή της άλλης. Κανείς δεν βλέπει σαπουνόπερες. Είναι σαν το βρώμικο! Κανείς δεν τρώει βρώμικο! Εμένα ρώτα. Εμένα! Λαϊκό προσκύνημα κάθε βράδυ στη Μιχαλακοπούλου. Κανείς τρομοκράτης δεν θα σκότωνε τον Γκιόλια. Κανείς. Και πάει λέγοντας, πολύ ψευτοτρομακρατικά, σχεδόν ειρωνικά και πολύ άδικα.

Εν τω μεταξύ είναι Ιούλιος. Είναι ένας (κατά τα’ αλλα) υπέροχος Ιούλιος χωρίς λεφτά, με αρκετό τρέξιμο και πολλές δόσεις παιδικών διακοπών σαββατοκύριακου. Με τη βενζίνη μοιρασμένη, με τα διόδια μισά μισά, με καλαμάκι κοτόπουλο στο χέρι, με το άσπρο φουστάνι στην προκυμαία, με αγκαλιές, με λόγια ζεστά, με το 50αρι το αντηλιακό και το προπέρσινο μαγιώ.

Αύριο θα είμαι εδώ.



Παρασκευή, Ιουλίου 09, 2010

Ο αλήτης ο σπάρος, η τσούλα η καβουρίνα κι εγώ.

Η Ραφήνα πάντα με μελαγχολούσε. Αυτό που θεωρούνταν πάντα καλοκαιρινός προορισμός εγώ δεν το κατάλαβα ποτέ. Λες να έφταιγε ο τσόγλανος ο σπάρος; Η σκρόφα η καβουρίνα; Η βρωμιάρα που άφηνε τα καβουράκια να πλαντάζουν στο κλάμα; Που στα παιδικά μου μάτια φάνταζε ως αμάρτημα που μόνο με λιθοβολισμό τιμωρείται; Κι αυτό το κλάμα των μικρών καβουριών με στοίχειωνε. Έχουν να φάνε; Σε ποια πέντε φύκια του βυθού τα έχει αφήσει η λυσσάρα – για τον σπάρο – μάνα; Και τι το αξιόλογο έχει η θάλασσα της Ραφήνας για να αφήσει τα μικρά της και να κατηφορήσει προς τα εκεί; Χάθηκε ένα Αλεποχωρί, μια Ψάθα, βρε αδερφέ. Και το τελευταίο αναπάντητο ερώτημα ήταν αν υπήρχε πατέρας. Πατέρας κάβουρας υπήρχε ή ο Θεός ξέρει με ποιους τα έχει κάνει τα καβουράκια; Με θυμάμαι στο πίσω κάθισμα του κόκκινου τότε Citroen να προσπαθώ να δώσω απαντήσεις στις παιδικές μου ερωτήσεις και να καταλήγω να μισώ όλο και περισσότερο την τσούλα την καβουρίνα που νομίζει ότι είναι κάποια.

Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά στη θέση του οδηγού σε ένα άλλο κόκκινο αυτή τη φορά αυτοκίνητο έχω την ίδια απορία προσεγγίζοντας πάντα την Ραφήνα. Πόσο κρατάει αυτή η τσάρκα με πονηρούς σκοπόύς μεταξύ του λαμόγιου του σπάρου και της άπονης μάνας της καβουρίνας; Πότε θα τελειώσει το μαρτύριο για τα καβουράκια που σίγουρα έχουν πάει φαντάροι; Κι εγώ; Εγώ πότε θα μεγαλώσω ώστε να μην παίρνω τις μετρητοίς τους στίχους ενός τραγουδιού; Να μην στεναχωριέμαι, έστω;

Η Ραφήνα με μελαγχολεί και για έναν ακόμα λόγο. Κουβαλά αυτή την κατήφεια του φθινοπώρου που τείνει απειλητικά να γίνει χειμώνας, του Κυριακάτικου απογεύματος που τείνει να γίνει βράδυ. Πολλά χρόνια πριν όταν φεύγαμε με εκείνο το κόκκινο Citroen για να πάμε βόλτα. Στη θάλασσα από το διαμέρισμα των Εξαρχείων. Να πάρει λίγο αέρα το παιδί, να περπατήσουμε κι εμείς στην παραλία, αύριο ανοίγουν και τα σχολεία.

Χτες ο καιρός θύμιζε φθινόπωρο. Μυριζε σχεδόν διαολεμένα Οκτώβρη. Φυσούσε πολύ αλλα η κίνηση έκλεινε το μάτι στους επισκέπτες ότι εδώ είναι ακόμα καλοκαίρι. Στην πλατεία άπειρα πιτσιρίκια έπαιζαν μπάλα. Όταν η μπάλα τους ξέφυγε και ήρθε στα πόδια μας εκείνα φώναξαν «κύριε, θα μας κλωτσήσετε την μπάλα;» Γέλασα με την καρδιά μου. Το καράβι του Αγούδημου κατέβαζε επιβάτες. Αυτό το καράβι στο οποίο όλοι έχουμε περάσει τουλάχιστον 20 ώρες για κάποιο νησί των Δωδεκανήσων. Θυμάσαι εκείνο το πρωινό του Ιούλη; Που νυχτώσαμε και ξημερωθήκαμε σε αυτό το καράβι; Θυμάμαι. Θυμάμαι. Θα μου πεις τα σχέδια σου; Θα σου πω. Να σου πω. Και η θάλασσα να λυσσομανάει κυματισμένη. Και τα πιτσιρίκια να έχουν γεμίσει την πλατεία. Την ημέρα που η κυβέρνηση ψήφισε το ασφαλιστικό. Κι εμείς είπαμε τα όνειρά μας για το μέλλον και η γυάλινη τζαμαρία δεν μπορούσε να συγκρατήσει την αλμύρα που ερχόταν και το καλοκαίρι που είναι εδώ.


Πέμπτη, Ιουλίου 01, 2010

Καλοκαίρι; Καλοκαίρι λέω;;

Ζεις στην Ελλάδα κι εσύ κι εγώ άρα εκ των πραγμάτων ξέρεις ότι παντού γύρω σου αυτό το βρωμερό κράτος και αυτή η σιχαμένη πολιτεία θα κάνουν τα πάντα για να σου βάλουν τρικλοποδιές και να σε κάνουν χειρότερο άνθρωπο – αυτό δηλαδή που είναι ο κάθε Ελληναράς σήμερα. Αλλά εσύ δεν μασάς (γι αυτό με διαβάζεις κιόλας).

Μπήκε ο Ιούλιος – που να μην έσωνε αλλά ο καιρός είναι χάλια. Βρέχει. Μπουμπουνίζει, την Κυριακή το βράδυ έπεσα να κοιμηθώ μετά από την ταινιάρα του Στάρ με την Ντέμι Μουρ και δεν με άφηναν οι κεραυνοί. Σαν την Αστέρω τριγυρνούσα στα σκοτεινά να βγάζω τις συσκευές από την πρίζα, το ούπιες (άτσα το ίνγκλις) ούρλιαζε σαν δαιμονισμένο. Αλλά το χώμα μύριζε. Μύριζε η γη, η βροχή. Λατρεία. Στο Λονδίνο αυτή την ηδονή δεν την είχα ζήσει ποτέ.

Λεφτά δεν υπάρχουν ούτε για τσίχλες αλλά διακοπές κλείσαμε. Περί τα μέση προς τέλη Ιουλίου μια χρυσή καμπίνα με μεταξωτά σεντόνια και ιδιωτική πισίνα μας περιμένει αλλιώς το κόστος των ακτοπλοϊκών για Κυκλάδες είναι ελαφρώς τσουχτερό. Που σιγά τις Κυκλάδες αλλά δεν θέλω να το κάνω θέμα. Οι παραλίες τους θα πρέπει να ντρέπονται αντικρίζοντας τις αντίστοιχες της Κρήτης και του Ιονίου. Αρχικά θέλαμε να πάμε Κέρκυρα αλλά οι τιμές δεν υπήρχαν. Αξία ανυπολόγιστη. Τελικά μετά από 354221 τηλεφωνήματα και γλυκύτατα δωματιάκια στη μέση του πουθενά που βλέπουν τα φρύγανα του κυκλαδίτικου νησιού προς 100 ευρώ καταφέραμε και βρήκαμε το καλύτερο δυνατό χωρίς κρεβάτια από σουηδικό ξύλο. Τόση εισαγωγή σουηδικού ξύλου σε ενοικιαζόμενα θα πρέπει να έχει κάνει ζάμπλουτους τους Σουηδούς. Εμείς δεν θέλαμε σουηδικό ξύλο. Η φτώχεια θέλει καλοπέραση και τελικά κλείσαμε σε ένα πολύ συμπαθητικό που πρέπει να είναι το νησιωτικό παράρτημα των 3χχχ γιατί αλλιώς δεν δικαιολογείται το τόσο ροζ που υπάρχει μέσα στα δωμάτια. Αν το στρώμα είναι νερού θα σας ενημερώσω, το υπόσχομαι.

Μετά από ακόμα 654225 τηλεφωνήματα, πολύ σύντομα όμως γιατί θέλω να είμαι ειλικρινής, σε πάρα πολλούς το έκλεινα και στα μούτρα, έκλεισα και αυτοκίνητο. Οι περισσότεροι μου ζητούσαν 60 ευρώ για ένα ματίζ, αν έχεις το θεό σου! Άκου 60 ευρώ το ματίζ! Παράνοια! Η αλήθεια είναι ότι σκεφτόμουνα να πάρω το αυτοκινητάκι μου αλλά μια κοπέλα που ασχολείται με τον τουρισμό – καλή της ώρα, μου είπε ότι η δημοτική αστυνομία των νησιών βγαίνει παγανιά και είναι αμαρτία να πληρώσω εγώ την προεκλογική καμπάνια του δημάρχου. Πλησιάζουν και οι δημοτικές εκλογές.

Περιμένω τις διακοπές με προσμονή και λατρεία. Η δουλειά πάει από το κακό στο χειρότερο αλλά επειδή δεν έχω δάνεια, παιδιά, σκυλιά, γατιά (της γειτόνισσας που δεν το ταϊζω αλλά πάιζω μαζί του όλη μέρα) θα παραιτηθώ, θα χάσω υπερωρίες μαύρης εργασίας αλλά το σαββατοκύριακο θα την βγάλω στην παραλία, στην Ψάθα - που νιώθεις σαν να είσαι στο κάμπινγκ της Σερίφου - και θα λιώσω στο μπάνιο και στο χαζολόγημα, χωρίς κόστος στην ψαθούλα μου και κάτω από την ομπρέλα τρώγοντας γερμάδες που έχουν γεύση αλμυρού νερού όπως έκανα μικρή.

το polo στο video... δεν ειναι το δικό μου!

Τετάρτη, Ιουνίου 23, 2010

Ο Τζόρβας και ο ... "Πατίτσας".

Την ώρα που η χώρα βουλιάζει εμείς παρακολουθούμε αμέριμνοι το Μουντιάλ, φυσώντας βουβουζέλες (τις οποίες αγνοούσα μέχρι χτες) και τρώμε πίτσες από μαγαζιά που δεν κολλάνε ούτε τα μισά ένσημα στους εργαζομένους τους, για υπερωρίες ούτε λόγος. Που αν σου πω πόσο πάιρνω εγώ υπερωρία θα βάλεις τα κλάμματα και το πακέτο χαρτομάντηλα που θα σε φιλέψω – μην με πεις και γύφτισσα – θα με βάλει οικονομικά μέσα.

Τι έλεγα; Α ναι. Καθισμένοι λοιπόν στον καναπέ βουλιάζουμε, κάτι σαν τους επιβάτες του Τιτανικού – Παπακωνσταντίνου, αγάπη μου καλά δεν τα λέω; - σαν εκείνους τους παππούδες μωρέ που σφριχταγκαλιασμένοι περίμεναν το τέλος στην κουκέτα τους. Θυμάσαι;

Έχουμε δρόμο όμως μπροστά μας και η τρανή απόδειξη είναι ότι δεν έχουμε γίνει ακόμα Αργεντινή. Αλλιώς θα είχαμε νικήσει χτες. Όταν θα φτάσουμε στο οικονομικό της χάλι μετά από τον βιασμό του ΔΝΤ θα έχουμε προκριθεί και στο Μουντιάλ – μην σου πω ότι θα το έχουμε κατακτήσει κιόλας – και θα πανηγυρίζουμε ξανά στην Ομόνοια. «Δεν θα γίνει Έλληνας ποτέ, Αλβανέ, Αλβανέ».

Παρεπιπτόντως, τα δωδεκάποντα ανέβηκαν στο κατάστρωμα και τις κουκέτες – όχι του Τιτανικού αυτή τη φορά – αλλά του Αβέρωφ. Υποψιάζομαι ότι είναι παρόμοια δωδεκάποντα που πληγώνουν κάθε χρόνο τα μάρμαρα του Ηρωδείου και της Επιδαύρου…δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις. Αλλά αν σε λένε Πατίτσα όλα συγχωρούνται γιατί ο Θεός σε αδίκησε και σου έδωσε ένα πολύ άθλιο επίθετο. Σου έδωσε πολλά λεφτά αλλά όσα κι αν είναι πάντα θα είσαι ένας…Πατίτσας με παχυλό πορτοφόλι, δηλαδή μια νούλα με πεντοχίλιαρα – πόσα χρόνια έχω να το γράψω αυτό;;

Σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς λοιπόν όσο αριστερός κι αν το παίζεις, σου δίνω φιλική συμβουλή. Γίνε για λίγο…«Πατίτσας». Αν παντρεύεσαι ακόμα καλύτερα. Εμπρός στον δρόμο που άνοιξε ο Λιάγκας και η Σκορδά. Κάνε κι εσύ λίστα γάμου με αριθμό τραπεζικού λογαριασμού. Κάτι σαν τον λογαριασμό αλληλεγγής αλλά στο πιο γαμήλιο του φαντάσου. Αν αυτό δεν είναι δείγμα μεγάλου έρωτα, τεράστιας αγάπης τότε τι είναι. Υποκλίνομαι…«Πατίτσα» μου.

Και τώρα που είπα έρωτα, έχεις δει τον Τζόρβα ε; Εγώ δεν τον ήξερα γιατί είναι τερματοφύλακας του πφφφ Παναθηναϊκού αλλά ο μπαμπάς μου λέει ότι οι Παναθηναϊκοί τον εκπαιδεύουν για να τον πάρουμε μετά εμείς, όπως είχε γίνει και με τον Νικοπολίδη. Εξαιρετικό ε;

Τώρα που με διάβασες λατρεία, γύρνα να δεις Μουντιάλ.



Παρασκευή, Ιουνίου 11, 2010

Πάνω από 3 λεπτά για εύρεση τίτλου θεωρείται fail!

Είναι σαφές σκέφτηκα από μέσα μου όταν οι τίτλοι τέλους έπεσαν στο Sex & City. Δεν μοιάζουμε σε τίποτα με τις ηρωίδες αυτές. Παγωμένη ούσαν σκεφτόμουν ότι ο θερινός απαιτούσε τουλάχιστον πάπλωμα και το καλοκαίρι είναι ξεκάθαρο ότι δεν έχει έρθει ακόμα από τα μέρη μας. Ο ήλιος έκαιγε στο Άμπου Ντάμπι αλλά στους τιμημένους Αμπελόκηπους δεν την είχε απλά την ψυχρούλα του.

Η Κάρυ φορά τουαλέτα με ουρά σε αρχαιοελληνικό σχέδιο και σκούρο πράσινο χρώμα για να δει τηλεόραση με τον Μεγάλο και όλοι οι έρωτες τελικά πεθαίνουν πάνω από την 52άρα πλάσμα τηλεόραση που ο Mr Big σου αγοράζει για τα γενέθλιά σου. Το νου σου. Φορά το ίδιο φόρεμα σε πορτοκαλί για να πάρει πρωινό σε σουίτα 22.000 ευρώ – μπορεί και δολλαρίων αλλά θα σας γελάσω και δεν το θέλω.

Είναι πια γερασμένη, με οστεώδες πρόσωπο και θυμίζει έντονα ανασφαλή σαρανταπεντάρα που κάνει μπότοξ, βάφεται υπερβολικά και ελπίζει σε ένα θαύμα νεότητας. Έχει τύψεις για ένα φιλί που ανταλλάσει με τον πρώην της την ώρα που από τα μαλλιά της Σαμάνθα κρέμονται καπότες και από τα χείλη της σεξιστικά αστεία για μπαλάκια (όχι του τέννις). Κουβαλά τις τύψεις της νέας γενιάς – αχ του έπιασα το χέρι, πωπω τραγικό να δεις που θα με πει τσούλα – ενώ είναι παιδί της σεξουαλικής απελευθέρωσης των 70’ς . Τι να το κάνεις, όταν ο Μεγάλος βάζει τα παπούτσια πάνω στον καναπέ, διαβάζει εφημερίδα και βαριέται να σε πάει βόλτα. Ακόμα και τα Μάνολο χάνουν τη λάμψη τους, μουχλιάζοντας – καλά λέμε καμιά μαλακία να περνά η ώρα – στο βεστιάριο της Κάρυ. Και πολύ καλά κάνουν. Έχουν σπιταρόνα χλιδάτη – που σαι Χριστόφορε, γλυκε Παπακαλιάτη και γενιά των 700 ευρώ – υπέρδιπλο κρεβάτι και ανταλλάσουν ρόλεξ και τηλεοράσεις στην επέτειό τους. How cute is that? How? How? Καθόλου όμως.

Η Σαρλότ – της οποίας το όνομα ξεχνάω συνέχεια, γιατί άραγε – μπαίνει στην κλιμακτήριο αλλά δεν το λέει. Κουβαλά την υστερία πολλαπλασιασμένη επί τον αριθμό των επεισοδίων της κάθε σεζόν και της ταινίας επί 34. Η καλύτερη ατάκα βγαίνει από τα χείλη της την ώρα που φτιάχνει κέικ γενεθλίων και η κόρη της, της κολλάει σε σχήμα μούτζας τις παλάμες της με συρόπι στη φούστα. «Είναι vintage μπλά μπλά – δεν θυμάμαι τι» Να μια μάνα που φορά vintage φούστα για να φτιάξει κεκάκια την ώρα που η δικιά μου δεν έχει ούτε μια vintage φούστα και δεν έχει φτιάξει ποτέ κέικ.

Φοβάται ότι ο άντρας της θα την απατήσει με την νταντά – πιθανότατα γιατί είναι ακόμα ερωτευμένη μαζί του και δεν βλέπει πόσο χάλια είναι – η οποία μας βγαίνει λεσβία. Και δυστυχώς αυτό δεν είναι καθόλου αληθοφανές, συγγνώμη που το λέω.

Η Μιράντα τείνει να είναι η πιο φυσιολογική και πολύ φοβάμαι ότι κάποια μέρα μπορεί και να της μοιάσω. Τουλάχιστον ο άντρας της την λατρεύει, στα μάτια την κοιτά και ο γιός της θα γίνει τρελό γκομενάκι όταν μεγαλώσει. Plus του ότι έχει κάνει καριέρα. Οκ, σταματώ εδώ.

Η Σαμάνθα είναι μύθος. Δεν υπάρχει. Δεν εχει επινοηθεί καν. Γιατί δεν έχω πετύχει ποτέ γυναίκα που να γνωρίζει μπετατζή και να του απαντά πως η δουλειά του είναι πολλά υποσχόμενη.

Εμείς δεν μοιάζουμε καθόλου με αυτές. Βγαίνουμε, πάμε Μάλαμα, γιορτάζουμε γενέθλια, χωρίζουμε – χωρίζουμε πολύ τελευταία, αναζητούμε το μέλλον σε μεταπτυχιακά, διδακτορικά και αγγελίες για δουλειά, πετυχαίνουμε πρώην, νυν, παρολίγον και ούτε κατά διάνοια γκόμενους στο γκάζι, στην καρύτση, στην πανόρμου, στο θερινό και τρώμε βρώμικο στη Μιχαλακοπούλου σχεδόν μετά από κάθε έξοδο χωρίς τύψεις. Συγγνώμη που στο λέω Κάρυ. Αυτά έχουν τα 25, λεφτά δεν έχουν τα 25 αλλά μην το κάνουμε θέμα!

Κυριακή, Μαΐου 30, 2010

Οι τρεις πόρνες. Η μόρφωση, η ψευδαίσθηση και η ελπίδα. (Η σειρά τυχαία)

Αυτό το ποστ δεν αφορά κανέναν. Αφορά μόνο εμένα, ορισμένους που βρίσκονται στην ίδια θέση με μένα και είναι φόρος τιμής στο πρόσωπο και κατ’ επέκταση στον άνθρωπο που κρύβεται πίσω από «τη Σίντυ» και εδώ και είκοσι χρόνια περιδιαβαίνει τις βαθμίδες της εκπαίδευσης προσπαθώντας να διατηρήσει το αυτονόητο. Αποτελεί πιθανότατα ένα ξέσπασμα, ενός εσωτερικού μονολόγου που τα τελευταία χρόνια γίνεται όλο και εντονότερος χωρίς να παίρνει ουσιαστικές απαντήσεις.

Την πρώτη μέρα που πατησα το πόδι μου εκεί, πάνε πάνω από 7 χρόνια, ο χώρος ήταν γεμάτος από πολύχρωμες, με έμφαση στα χρώματα του μπλέ, του πράσινου και του κόκκινου, αφίσες. Θυμάμαι σαν τώρα ότι φορούσα ροζ μπλούζα και το στενό μου το τζιν. Αυτό που σήμερα μου ξανακάνει, πιθανότατα λόγω άγχους. Τραπεζάκια παντού, πλήθος φοιτητοπατέρων παντού, ανάσα πουθενά. Με αυτή τη βεβαιότητα ότι η εκδούλευση είναι αρχοντιά και προσφέρει ψηφαλάκια υπήρχε λαός που σου έκανε τεμενάδες, έπεφτε στα πόδια σου, προσφερόμενος να σου συμπληρώσει τις αιτήσεις, να σου τάξει σημειώσεις, βοήθεια για την εξεταστική, διευκολύνσεις κάθε είδους, λουξ δωμάτιο στην Αράχωβα και πρώτο τραπέζι πίστα στα μπουζούκια. Η ουσία της πεμπτουσίας.

Τα χρόνια πέρασαν, οι εκδουλεύσεις δεν εξαργυρώθηκαν ποτέ, τα τραπεζάκια εκεί να θυμίζουν έναν ανούσιο συνδικαλισμό, θλιβερό κατάλοιπο κάποιων άλλων εποχών και η ζωή συνεχίστηκε με κομμάτι περισσότερο κόπο παλεύοντας για τα αυτονόητα δίπλα σε στημένες κρίσεις καθηγητών, βρώμικους τοίχους στολισμένους με καλοπληρωμένες αφίσες και πολλές συναλλαγές κάτω από το τραπέζι με τρόπαιο άχρηστες εξυπηρετήσεις και μηδενικές διευκολύνσεις για το σύνολο των φοιτητών.

Λίγα χρόνια μετά. στο Λονδίνο η κατάσταση ήταν πολύ πιο διαφορετική χωρίς την ανάγκη κανενός φοιτητοπατέρα με ξύλινο λόγο, πουκάμισο και ειρωνία στο βήμα καποιας γενικής συνέλευσης με θεματολογία που φυσικά και δεν άγγιζε τα πραγματικά προβλήματα της Σχολής. Πρόβα για άλλα βήματα για μερικούς, που ευτυχώς στο Λονδίνο αποτελούσαν άγνωστη λέξη. Κι ας ήταν κοινό μυστικό στα δύο μεγαλύτερα και πιο φημισμένα πανεπιστήμια του Λονδίνου πως οι Έλληνες έχουν στήσει παραμάγαζο με σκονάκια, με παλιότερα θέματα αποτελώντας κατεστημένο μέσα σε αυτά. Κλίκα με άλλα λόγια, φαινόμενο προς εξέταση από την επιστημονική κοινότητα αλλά σε καμία περίπτωση φοβικά. Η κρίση τους δεν κινδύνευε από κανένα πιτσιρίκι που θα μπορούσε να εξαργυρώσει το πτυχίο του, με βρώμικες συναλλαγές.

Γιατί στα λέω όλα αυτά Κυριακάτικα, χαρά Θεού έξω; Γιατί αύριο το Πολυτεχνείο έχει πρυτανικές εκλογές στις οποίες ψηφίζουν όλοι. Όλοι, καθηγητές, φοιτητές, μεταπτυχιακοί, υποψήφιοι διδάκτορες. Για πρώτη φορά, τα μαγαζάκια της εκπροσώπησης των φοιτητόπατέρων γκρεμίζονται ή έστω παραμερίζονται και οι απλοί φοιτητές συμμετέχουν διεκδικώντας αυτά που για κάποιους άλλους ήταν απλά αδιάφορα.

Το παιχνίδι είναι ήδη στημένο. Όποιος κι αν εκλεγεί θα έχει να αντιμετωπίσει, τα κομμένα κονδύλια της έρευνας, αυτής που στέλνει στον πάτο των διεθνών αξιολογήσεων το Ελληνικό πανεπιστήμιο. Τα κομμένα κονδύλια των υποτροφιών που δεν απαιτούνται πια γιατί όπου υπάρχει μόρφωση, υπάρχει και κριτική σκέψη κι όπου υπάρχει κριτική σκέψη, υπάρχει και αντίδραση. Η μόνη σωτηρία για αυτή τη χώρα όπως την βλέπουν αυτοί που την έφεραν σε αυτή την εξαθλίωση είναι στρατιές αμόρφωτων που θα δέχονται την υποβάθμιση και το φόβο ως μόνο σωσίβιο της μίζερης ζωούλας τους. Τα ελλιπή συγγράματα, τις απαρχαιωμένες σημειώσεις, τα βιβλία του 1975 ως κύρια διδακτικά μέσα, τις κατεστραμένες αίθουσες, τα σπασμένα έδρανα, την κατάλυση της έννοιας του ασύλου, την απουσία προτζέκτορα ακόμα και κιμωλίας, τους υπεράριθμους φοιτητές, τους επίσης υπεράριθμους καθηγητές, την αγενέστατη γραμματεία, τους σκύλους των Ζωγραφιωτών που χέζουν σε όλο το κάμπους (πες το και campus, δεν θα θιχτώ), τα στέκια των χρηστών και τις μολυσμένες σύριγγες, τα μηχανάκια που μαρσάρουν και τους κάδους ανακύκλωσης που είναι σπάνιο είδος.

Πρυτανικές εκλογές λοιπόν αύριο…κι αν κάποιος πιστεύει ότι κάτι θα αλλάξει είναι απλά γελασμένος. Οι κλίκες, οι ομάδες, οι Υποφήφοι διδάκτορες που έχουν γεράσει άμισθοι εκεί μέσα, τα λεφτά που δεν υπάρχουν ούτε για φωτοτυπίες και η γραμματεία που δουλεέυει 11 με 13.30 μπορούν να αποδείξουν του λόγου το παράλογο. Αν όχι, μακάρι. Αλλά μπα. Δεν νομίζω. Ή μάλλον λάθος. Δεν ελπίζω.

Τρίτη, Μαΐου 25, 2010

ετυμολογικόν λεξικόν¨. Ο όρος "Αλητεία".

Είναι αλητεία να κόβεις από τα 500 ευρώ του συνταξιούχου. (Είναι αλητεία να κόβεις και από τα 2500 ευρώ του συνταξιούχου. Γιατί τα δούλεψε. Είναι δικά του. Δεν είναι δικά σου. Τα δικαιούται.)

Είναι αλητεία να κόβεις τα αντισταμινικά και ακόμα 250 είδη φαρμάκων πρώτης ανάγκης αναγκάζοντας τον κόσμο από την απλή συμμετοχή στην πλήρη πληρωμή του φαρμάκου (ενώ στα νοσοκομεία έχεις υπερκοστολογήσει τη γάζα 345% πάνω για να φας, να φας, να φας και να μην χορτάσεις.)

Είναι αλητεία να κόβεις το βοήθημα που παίρνουν οικογένειες που έχουν χάσει τον ένα γονέα γιατί ένα ατύχημα, μια αρρώστια, μια πολύ κακή στιγμή τους χτύπησε και τώρα εσύ θες να τους αποτελειώσεις.

Είναι αλητεία να οδηγείς τους καθηγητές και τους δασκάλους σε αυτή την εξαθλίωση. Αυτούς που μορφώνουν τα παιδιά σου (χάρη τους χρωστάς. Δεν σου χρωστάνε. Δεν είναι αυτοί που άδειασαν τα ταμεία. Είναι αυτοί που σκύβουν πάνω από τα προβλήματα του παιδιού σου πριν εσύ ακόμας τα φανταστείς.)

Είναι αλητεία να βάζεις τις τάξεις εργαζομένων να τρώγονται μεταξύ τους. (Δεν είναι αυτοί που έφεραν αυτή την χώρα σε αυτή την κατάντια.)

Είναι αλητεία να προσπαθείς να κερδίσεις τις εντυπώσεις ψάχνοντας από αέρος για πισίνες και στα βυζία της κάθε τραγουδιάρας τις porsche. (Άλλαξε το φορολογικό, άνοιξε παλιές βρώμικες υποθέσεις, κάνε τα κουμάντα σου αθόρυβα αλλά αποτελεσματικά).

Είναι αλητεία, εσύ που μπλέχτηκες με το Χρηματιστήριο το 99, με τη Siemens και με άλλα πολλά να ντύνεσαι από κακός λύκος, κοκκινοσκουφίτσα. Όχι, δεν είναι απλά αλητεία. Είναι και φαιδρότητα.

Κουράστηκα. Θέλω να κοιμηθώ κι όταν ξυπνήσω να μην υπάρχεις. Εσύ που δεν έχεις δουλέψει ποτέ σου. Που αγνοείς πως βγαίνει ο μήνας, πως είναι να τρέχει το δάνειο και οι δόσεις. Που ζεις στο προικώον του μπαμπά σου στο Καστρί και δεν έχεις ποτέ σταθεί σε μια ουρά να πληρώσεις το ρεύμα, το τηλέφωνο, την εφορία. Που αγνοείς πόσο κοστίζει το γάλα, το χαρτί υγείας, το κιλό οι ντομάτες. Που δεν έχεις ζήσει την ανεργία. Που δεν εχεις περάσει για πανω από ένα εξάμηνο να ψάχνεις για δουλειά και να μην βρίσκεις. Που δεν ζεις αυτά που ζω εγώ.

Όταν ξυπνήσω θέλω να έχει γυρίσει το χαμόγελο στους δικούς μου ανθρώπους. Στον πατέρα μου που δουλέυει απ’ τα 15 του. Στη μάνα μου που είναι ηρωίδα. Στους αθώους. Σε μένα.

Παρασκευή, Μαΐου 21, 2010

Λόγω τιμής

Έκανε ζέστη, πολλή ζέστη εκείνο το μεσημέρι. Αρχές Μάη και ήδη η μισή Αθήνα κυκλοφορούσε με κοντομάνικα. Είχα αργήσει, γαμώτο. Σχεδόν έτρεχα στο δρόμο. Με είχαν χτυπήσει και οι καινούργιες μπαλαρίνες. Κίτρινες αλλά με είχαν χτυπήσει. Αναρωτιέμαι γιατί όλες τις ορκομωσίες τις βάζουν σε τόσο άβολες μεσημεριανές ώρες. Όλες ή όσες με αφορούν τουλάχιστον. Είναι η τέταρτη. Είναι η τελευταία. Ένας κύκλος κλείνει μετά από 7 χρόνια. 7 χρόνια πριν κυνηγούσαμε το όνειρό μας. Σήμερα πηγαίνω στην ορκομωσία εκείνης που καθόταν στο διπλανό θρανίο στις πανελλήνιες. Που μαζί καταθέσαμε τα μηχανογραφικά μας. Την θυμάμαι να κουβαλά μια τεράστια σοκολάτα στα γενέθλια μου. Ήταν η μέρα που δίναμε Φυσική κατεύθυνσης. Την θυμάμαι στο τελευταίο μάθημα, στη Χημεία να με περιμένει μαζί με τις άλλες δύο. «Άντε ρε παιδάκι μου, την ψυχή μας έβγαλες.»

Κινητό. Γαμώτο και πάλι. Τρέχοντας…προσπαθώ να ψαρέψω στη χαώδη τσάντα το κινητό. Ο Φρόϊντ είχε παρομοιάσει τη γυναικεία τσάντα που κουβαλά κάθε γυναίκα με το αιδοίο της. Ανάθεμα τις εμμονές του, ανάθεμα το μέγεθός της. Το βρίσκω επιτέλους!

«Ναι, πάρε εσύ. Μεγάλη. Εντυπωσιακή.»

« Με καρτούλα. Έχω στυλό»

«Με μετρό».

Τελικά το μετρό δεν ήταν και τόσο κοντά όσο υπολόγιζα. Φτάνοντας την βλέπω. Εκείνη την ώρα κατεβαίνει από το ταξί με μια τεράστια ανθοδέσμη στα χέρια.

«Άντε, αργήσαμε».

«Στην ώρα μας είμαστε»

Μπαίνουμε σε ένα αμφιθέατρο κατάμεστο. Κόσμος, γιαγιάδες, γονείς, φίλοι, ολόκληρες κερκίδες οπαδών του κάθε φοιτητή που ορκίζεται. Την βλέπουμε στη μέση, με τον μπλέ τήβεννο, μας βγάζει τη γλώσσα το παιδάκι και ξεκαρδίζομαι.

«Φορά κόκκινες γόβες» μου σφυρίζει η άλλη. «Να μην σπάσει το γούρι».

Το γούρι…ξέκινησε τελείως τυχαία. Παίρνω όρκο. Η πρώτη στην ορκομωσία της διάλεξε κόκκινες γόβες. Εγώ…είχα πάρει επίσης κόκκινα peep toe αφού είχα οργώσει ολόκληρο το Λονδίνο. Αυτή αποφάσισε να μην σπάσει την αλυσίδα. Κόκκινες γόβες λοιπόν.

Δεν θυμάμαι πολλά. Είχε και ζέστη, με κουράζουν και οι λόγοι που βγάζουν οι πρυτάνεις. Αυτοί οι ξύλινοι λόγοι. Που να χωρέσουν το συναίσθημα. Την δική μου φόρτιση, την δική μου μοναδική στιγμή. Αυτό που κουβαλώ εκείνη την ώρα και με πηγαίνει χρόνια πίσω. Θυμάμαι όταν την φώναξαν να παραλάβει το πτυχίο. Βούρκωσα. Η άλλη δίπλα μου δεν μπορεί να συγκρατήσει καν τα δάκρυά της και κλαίει κανονικά. Τα χρόνια πέρασαν. Πότε ήταν…θυμάσαι μωρέ; Θυμάμαι. Θυμάμαι γι αυτό κλαίω.

Δύο μέρες αργότερα αποφασίζουμε να το γιορτάσουμε και μόνες μας. Ως συνήθως…οδηγώ εγώ. Εκείνη την ώρα είμαστε το πρότυπο των γυναικών που τις βλέπεις μέσα στα αυτοκίνητα να μιλούν έντονα και να χειρονομούν. Που σε εκνευρίζουν γιατί δεν τρέχουν. Εκείνη την ώρα είμαστε σε μια κάθετο και ετοιμαζόμαστε να βγούμε στη Μεσογείων. Εκείνη την ώρα το βλέπουμε. Τροχαίο στη διασταύρωση. Μια μηχανή τουμπαρισμένη, ένας άνθρωπος ξαπλωμένος στο οδόστρωμα και πλήθος κόσμου γύρω του. «Μου έχουν κοπεί τα πόδια» ψελλίζει και την καταλαβαίνω. Δεν μιλάω. «Σταμάτα στην άκρη» συνεχίζει. «Δεν μπορώ να κάνω και πολλά αλλά ίσως να μην υπάρχει άλλος γιατρός». «Τουλάχιστον τα βασικά» της λέω και κατεβαίνει. Την βλέπω να διασχίζει το δρόμο με το μακρύ της φουστάνι. Στην αρχή πλησιάζει. Μετά όλοι ανοίγουν για να περάσει. Έμεινε εκεί μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο. Μετά γύρισε ανακουφισμένη. «Είχε τις αισθήσεις του». Δεν ρώτησα τι και πως αλλά με είχε συγκινήσει για δεύτερη φορά και δεν της το είπα. Δεν είπα τίποτα. Νομίζω ότι δεν έχω να γράψω και τίποτα. Λόγω τιμής.


Κυριακή, Μαΐου 16, 2010

Ο θείος Αγησίλαος...στέλνει λεφτά.

Ο Θείος Αγησίλαος είναι μια cult μορφή σε κάθε σόϊ που σέβεται τον εαυτό του. Είναι ο Θείος με την μεγαλύτερη μνήμη. Ακόμα κι αν δεν υπάρχει…πρέπει να εφευρεθεί. Ακόμα κι αν δεν είναι φίρμα…πρέπει να γίνει πρώτο όνομα. Ο Θείος Αγησίλαος είναι από αυτούς που κάθε πρώτη του μήνα στήνεται έξω από την πόρτα της τράπεζας στις 8 παρά τέταρτο ακριβώς για να εισπράξει τη σύνταξη. Έξω από τα γραφεία του κοινωνικού τουρισμού από τις 5. Και έξω από τα εφημερεύοντα του Ευαγγελισμού κάθε 3η Παρασκευή του μήνα για να του πάρουν την πίεση. Μετράει τα ρέστα σχολαστικά. Ελέγχει τον λογαριασμό του ΟΤΕ με ευλάβεια. Ξέρει πόσο έχουν το κιλό τα κολοκυθάκια στον τρίτο πάγκο αριστερά της λαϊκής. Θυμάται ότι τότε…μιλάμε για χρόνια πριν, είχες βγει ραντεβού με εκείνον τον μαλλιά που εσύ δεν θυμάσαι καν. Πως εκείνες τις μπότες…τότε μιλάμε πάλι, τις είχες πάρει 90 χιλιάδες δραχμές. Θυμάται. Θυμάται τα πάντα. Τις δηλώσεις Μητσοτάκη, τις υποσχέσεις του Αντρέα, τα σαρδάμ του Σημίτη. Χτες με πήρε και με ρώτησε αν κι εκείνος είναι Έλληνας της διασποράς. Έχει χιούμορ ο Θείος Αγησίλαος.

Και φυσικά…σερφάρει στο ίντερνετ. Δεν έχει δικό του blog. Για να μου δώσει χαρτζιλίκι…σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς μου ζήτησε μια ανάρτηση. Τι ψυχή έχει μια ανάρτηση. Μια φωτογραφιούλα και ένα βίντεο θέλω να ποστάρεις. Σχεδόν παρακλητικός στο τηλέφωνο. «300 ευρώ.» «Δεν βγαίνω ανηψόυλα μου. Στο έχω υποσχεθεί άλλωστε. Το σπίτι στην Κινέτα, δίπλα από τη Ζωζώ ακριβώς είναι δικό σου» Δέχτηκα. Ενέδωσα. Το σπίτι στην Κινέτα μελλοντικά και 150 ευρώ στο χέρι με το publish. Είχε δίκιο άλλωστε. Τι ψυχή έχει μια φωτογραφίούλα από πορεία του 2008 για το ασφαλιστικό που τότε προωθούσε η ΝΔ και ένα προεκλογικό βιντεάκι; Καμία.

Να δες. Καλά δεν έκανα;





Τετάρτη, Μαΐου 12, 2010

Πουριτανέ...σε σένα μιλάω.

Το χάνω το μυαλό πατριώτη. Το χάνω. Φταίνε οι σπουδές, τα πτυχία, τα δακρυγόντα, θα σε γελάσω. Το χάνω πουριτανέ της διπλανής πόρτας. Εσύ το έχεις χάσει προ πολλού. Δεν θέλω να σε στεναχωρήσω, κουβέντα κάνουμε.

Τέσσερις άνθρωποι δολοφονήθηκαν. Δεν το άντεξες. Εκνευρίστηκες, θύμωσες, δάγκωσες το γαλλικό (μανικιούρ), χτύπησες το τσόκαρο στο παρκέ και να η γρατζουνιά με το το συμπάθειο πάνω στην καρυδιά.

Μετά σου πέρασε. Έβρισες, έβρισες, έβρισες αλλά σου πέρασε. Αποχαυνώθηκες με τη φωτογραφία της απανθρακωμένης γυναίκας. Χέστηκα αν έγινε πρωτοσέλιδο σε όλα τα ξένα μέσα. Σκασίλα μου. Στο χωριό μου υπάρχει κάτι που λέγεται σεβασμός νεκρού. Τιμή στη μνήμη του. Δεν τον σεβάστηκες πουριτανέ. Τον ξέσκισες. Τον βεβήλωσες. Χάζεψες και τις φωτογραφίες του γάμου. Έπεσες σαν αρπακτικό να βουτήξεις το – ήδη νεκρό – θήραμα. Όσο πιο πικάντικες οι λεπτομέρειες τόσο πιο λαχταριστό το θέμα. Δεν έχεις ιερό και όσιο πυριτανέ. Κρίμα.

Και μετά; Μετά ήρθε η ώρα των τύψεων. Να μοιράσουμε τις ευθύνες. Φταις εσύ, φταίω κι εγώ. Φταίμε κι οι δυό που ζούμε χώρια κάτω από τον ίδιο ουρανό. Πολύ γλυκό. Αν δεν ήταν και τόσο φαρισαϊκό θα ήταν πολύ καλό το παραμύθι αλλά δεν έχει καν δράκους. Γαμώτο. Μια ολόκληρη χώρα στα μέσα έριχνε τα φταίξιμο πάνω της ατομικά όπως προστάζει η δημοκρατία. Ακόμα και στο fb. Τέτοια ξεφτίλα.

Με de facto αποδοχή της υπαιτιότητας των κουκουλοφόρων που πέταξαν τις μολότωφ θα σου πω ποιοι ακόμα φταίνε. Έτσι για να τελειώσει το παραμύθι και να περάσουμε σε καμιά αλήθεια σιγά σιγά.

Το κράτος δεν φταίει πουθενά. Γι αυτό και δεν έγινε μέλος ούτε κάν στο γκρούπ – στο fb πάντα. Ο Υπουργός προστασίας του πολίτη δεν φταίει εννοείται. Ούτε η Αστυνομία. Που ήταν παρούσα. Που δεν τους μάζεψε και δεν τους έκοψε τον κώλο. Ούτε οι 300 που κράτησαν ενός λεπτού σιγή και χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνι. Που δεν βρέθηκε ένας κερατάς να αναλάβει την πολιτική ευθύνη και να πει ντρέπομαι. Συγγνώμη. Δεν φταίει ούτε η πυροσβεστική που έφτασε χωρίς γερανοφόρο σκάλα και τραμπολίνο αφήνοντάς τους να καούν μπροστά στα μάτια της. Ούτε φυσικά ο εθνοπατέρας Βγενό που θα σώσει την Ελλάδα αλλά ατύχησε να σώσει τους εργαζομένους του σε ένα κτήριο χωρίς έξοδο κινδύνου και πυρασφάλεια.

Φταις εσύ. Εσύ και η κουβέντα έληξε πουριτανέ.

Τετάρτη, Μαρτίου 10, 2010

Τι έγινε Γιωργάκη; Σε γουστάρει η χωριάτισσα;

Την ώρα που το λίτρο η αμόλυβδη έχει φτάσει κοντά στο 1.5 ευρώ, πριν ακόμα εφαρμοστεί η αύξηση του ΦΠΑ από τους μαυραγορίτες βενζινοπώλες γνήσιους απογόνους του Καλογήρου (του Σπύρου καλέ) στη «Δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά», ο Γιώργος κάνει διακοπές μέσω του κοινωνικού Τουρισμού αφού στήθηκε σε ουρές και κόντρα ουρές για να εξασφαλίσει το πολυπόθητο χαρτάκι με όλα τα έξοδα πληρωμένα για Γερμανία και ΗΠΑ.

Ενώ το αίμα μου έχει ανέβει στο κεφάλι και σε κάθε βενζινάδικο που πηγαίνω τσακώνομαι για να μου δώσουν απόδειξη (εγώ και ο Συκοφάντης κι ας μην έχω το μπόι του και τη λεβεντιά του – όχι δεν τον έχω δει ποτέ) απειλώντας πως δεν θα πληρώσω, τα βράδια χαλαρώνω χαζεύοντας φωτογραφίες του Γιώργου από τις διακοπές στην Ευρώπη και την Αμερική. Να, εδώ ο Γιώργος μπροστά από την Πύλη του Βραδεμβούργου αγκαζέ με τη Μέρκελ. Εδώ, εδώ ο Γιώργος μπροστά από το Κοινοβούλιο πιάνει το χέρι της Μέρκελ. Κι εδώ ο Γιώργος μπροστά από το τείχος χαμογελάει και κλείνει το μάτι στη Μέρκελ.

Το σκηνικό επαναλαμβάνεται και στις ΗΠΑ όπου να ο Γιώργος φιλάει την Χίλαρι. Εδώ ο Γιώργος χαϊδεύει τη Χίλαρι και εδώ ο Γιώργος υποκλίνεται στη Χίλαρι.

Είναι εντυπωσιακό που όλες οι κοντές ξανθές τσαχπίνες βλαχάρες τούτου του πλανήτη με έπαρση και καμάρι κάνουν τεμενάδες στο αγόρι μας.

Και του τάζουν ηθική στήριξη και τους μοιράζει χαμόγελα, και του τάζουν πολιτική στήριξη και τους ξαναμοιράζει χαμόγελα, και του λένε θα τους πατήσουμε κάτω τους κερδοσκόπους κι αυτός γνέφει καταφατικά με αγαλλίαση.

Η οικονομική στήριξη δεν αναφέρεται γιατί είναι σίγουρη. Δεν πιστεύω να παραμυθιάζεται έστω και ένας για την έκβαση του ειδυλλίου. Εξάλλου έρωτας δίχως πείσματα δεν έχει νοστιμάδα. Είναι αυτό το ψηστήρι πριν από…το γεγονός. Αυτό μωρέ…το “πονάω αλλά μ’ αρέσει το κάνω για τη μέση”. Ναι ντε…αυτό της Τζούλιας. Σου λένε άμα το δώσεις από το πρώτο ραντεβού δεν έχει χάζι. Άσε να τον ψήσουμε λίγο…να το παίξουμε δύσκολες…δεν το έχουμε εύκολο στο χωριό μας (το χαρτζιλίκι βρε). Θα ενδώσουν είμαι σίγουρη. Εδώ ενέδωσε η τραβεστί στον Παπακαλιάτη. Αυτές θα πουν (τελικά) όχι; Όχι!

Γιατί οι εξοπλισμοί είναι πολλοί Γιώργο! Και να τα χιλιάδες όπλα για τα τιμημένα στρατά της χώρας και να τα αεροπλάνα και τα βαπόρια…κλείνεται η συμφωνία με τους φίλους τους καλούς. Και να το 6% επιτόκιο δανεισμού, την ώρα που οι ομογενείς δέχονται να αγοράσουν ομόλογο για να μας βοηθήσουν με 2-3%, αριθμός που θα δελεάσει και τους Έλληνες για ένα ελληνικό ομόλογο που θα μοιραστεί εσωτερικά. Την ίδια ώρα μάλιστα που οι τράπεζες δίνουν 1.2% ετήσιο επιτόκιο για καταθέσεις…παραδείγματος χάρη η Εμπορική! Τι να σου λέω λατρεία μου. Αλλά τι να πεις. Το ξένο είναι πιο γλυκό. Και πιο ακριβό. Κάτι σαν φύκι για μεταξωτές κορδέλες που θα ξεχρεώνουν και τα δισέγγονά μας επειδή εμείς στήνουμε…παιχνίδια εξουσίας. Ε ναι! Σας παρακαλώ δεν θα θελα! Μήπως γίνεται αυτή την τσόντα εγώ να μην τη δω;