Σάββατο, Οκτωβρίου 30, 2010

Πείτε του Καμίνη ότι δε θα τον ψηφίσω.

Βράδυ στην Πανεπιστημίου. Έξοδος από το μετρό και ακριβώς απέναντι μια τεράστια μαρκίζα που θα μπορούσε να ανήκει σε σκυλάδικο της εθνικής – αλλά κανείς δεν είναι τόσο αυθεντικός ώστε να φτάσει ως εκεί – αναβοσβήνει. Θυμίζει λίγο το X factor αλλά λείπει ο Σάκης – όχι ο υδραυλικός. Γιώργος Καμίνης με λαμπάκια. Κάποιος μας κάνει πλάκα σκέφτομαι αλλά η κακογουστιά είναι το τελευταίο που θα έπρεπε να ποινικοποιηθεί σε αυτή τη χώρα. Στη στάση του λεωφορείου ακόμα μια αφίσα. Ποιος ορίζει ποιες πινακίδες είναι παράνομες; Αυτές στις στάσεις γιατί δεν είναι; Μήπως επειδή γράφουν vote for Kaminis? Λέω τώρα εγώ; Η κακιά; Η σουρλουλού; Η παξιμαδοκλέφτρα;

Δε θα σε ψηφίσω Καμίνη μου. Όχι, στο λέω ξηγημένα και ξεκάθαρα. Μην έρθεις να μου ζητάς τα ρέστα μετά. Μεταξύ μας ούτε πιστεύω πως θα βγεις. Ούτε χαρτομάντηλα έχω. Να πας να πάρεις από τον παππούλη στη Βασιλίσσης Σοφίας που εσύ και οι όμοιοι σου τον φέρατε σε αυτή την κατάντια. Συνήγορε του πολίτη, ας γελάσω. Οι μετανάστες έχουν αγριέψει, όποιος κυκλοφορεί σε αυτή την πόλη θα το έχει δει. Ορμάνε να σου καθαρίσουν το τζάμι θες δε θες. Δεν υπάρχει χαμόγελο. Υπάρχει απελπισία.

Ψηφίζω σε μια από τις πιο υποβαθμισμένες περιοχές. Κάθε φορά και χειρότερα. Κάθε φορά και πιο μαύρα. Οι δημοτικές εκλογές που κάποτε ήταν «ένα αλσίλιο εδώ, μισός παιδικός σταθμός πιο πέρα και τίποτα άλλο» κουβαλά πολύ πιο ζόρικα ζητήματα αυτή τη φορά που ξεπερνούν τα τετριμμένα. Κουβαλούν κοινωνική πολιτική από πίσω που στο δικό σου κόμμα είναι άγνωστη λέξη.

Δε θα σε ψηφίσω Καμίνη μου. Χόρτασα από μέτριους. Από λίγους, από ανύπαρκτους. Έγκωσα η γυναίκα. Βαρέθηκα.

Μεγάλωσα στα Εξάρχεια. Έχω δει την μπάλα μου να καρφώνεται σε σύριγγα. Το Πολυτεχνείο να καίγεται, τα σκουπίδια να συσσωρεύονται, τους χώρους πρασίνου να είναι άγνωστη λέξη σε αυτή την πόλη. Έχει δει τι θα πει έλλειψη κοινωνικής πολιτικής σε όλο της το μεγαλείο. Έλλειψη αξιοπρέπειας προς τον πολίτη, έλλειψη χώρων στάθμευσης, υποβάθμιση της ποιότητας ζωής. Ζούμε δύσκολα Καμίνη μου.

Χαίρομαι με τα λαμπάκια που αναβοσβήνουν το όνομα σου αλλά δίπλα τους κοιμούνται αδέσποτα για τα οποία δε νοιάζεται κανείς. Ακριβώς απέναντι κοιμούνται και άστεγοι για τους οποίους επίσης δε νοιάζεται κανείς. Πάνω σε χαρτόκουτα, τυλιγμένοι με κουβέρτες στην είσοδο της Εμπορικής. if you know what I mean, Kamini mou!

Αλήθεια, έχεις περάσει βράδυ από την Ομόνοια; Έχεις δει την πρέζα, έχεις μυρίσει το θάνατο να κείτεται χάμω;

Έχεις περπατήσει μέρα στο Σύνταγμα; Κατά μήκος του παραεμπορίου και της μαϊμού τσάντας προς 20 ευρώ; Ανάμεσα σε κοπέλες που σε παρακαλούν να τραβήξεις «δώρο» ομορφιάς γιατί αν δεν τραβήξεις αυτές δε θα πληρωθούν;

Έχεις δει τα προσφυγικά της Αλεξάνδρας να γκρεμίζονται και το γήπεδο να μένει ανεκμετάλλευτο σε μια περιοχή όπου δεν υπάρχει πράσινο εκτός από το ζωγραφισμένο τριφύλλι στους τοίχους του γηπέδου;

Και η πιο δύσκολη ερώτηση. Ξέρεις τι ώρα σταματάει το μετρό;

Ζούμε στην ίδια πόλη αλλά ζούμε διαφορετικά. Δεν έχουμε τις ίδιες ανάγκες, δεν αντιμετωπίζουμε τα ίδια προβλήματα και δε φοβόμαστε τα ίδια πράγματα.

Έγω δε φοβάμαι. Γιατί ο χαμένος δεν έχει τίποτα να χάσει.

Έγω δεν εκβιάζομαι. Γιατί και την επομένη των εκλογών θα συνεχίσω να παλεύω για αυτά που σε σένα είναι άγνωστες λέξεις ενώ για μένα καθημερινότητα. Διδακτορικό, παραδόσεις, άγχος, μποτιλιάρισμα. Πάλι δε βρίσκω να παρκάρω, πάλι το μετρό θα κάνει 11 λεπτά να περάσει, πάλι θα περπατήσω στους δρόμους μιας από τις πιο βρώμικες πόλεις προσέχοντας τις ακαθαρσίες δίπλα σε σώματα αστέγων και χαμογελώντας σε αυτούς που δεν είναι καν αριθμοί σε αυτή τη χώρα. Την ίδια ώρα εσύ θα ξηλώνεις την κιτσάτη μαρκίζα με τα λαμπιόνια που γράφει το όνομα σου. Αλλα μη στεναχωριέσαι Καμίνη μου. Χριστούγεννα έρχονται. Κάπου θα τη χρησιμοποιήσεις.


Παρασκευή, Οκτωβρίου 29, 2010

Λέξεις, προτάσεις, ασύνδετα νοήματα.Ή μήπως όχι;

Δεν έχω καταφέρει να γράψω ούτε μια γραμμή όλες αυτές τις μέρες. Ψέμματα. Ότι έχω γράψει το έχω σβήσει. Την παρακάλεσα να με επισκεφθεί αλλά δεν μου έκανε τη χάρη. Θα την προσπεράσω. Θα γατζωθώ από μια μια λέξη και θα γράψω το κείμενο ξεκινώντας από μια φράση που μου έχει καρφωθεί εδώ και μέρες στο μυαλό. Και με τριγυρνά, τριγυρνά, ψάχνει διέξοδο. Κάθε φορά που σταματάω στα φανάρια της ντροπής.

Είμαστε νομίζω η μοναδική χώρα που το μόνο που καταφέραμε να προσφέρουμε στους μετανάστες είναι μια βούρτσα και ένας κουβάς ώστε να καθαρίζουν τα τζάμια των αυτοκινήτων στα φανάρια της απελπισίας. Καμιά πολιτική. Καμία προσπάθεια.

Την ίδια ώρα ο Άδωνις υπόσχεται πως αν εκλεγει θα τους βγάλει από τα σπίτια που μένουν. Θείτσες χειροκροτούν. Μπράβο Αδωνη. Ξανθό μαλλί, ροζ νύχι, ταιριάζουν αυτά. Στην πλατεία του Αγίου Παντελεήμουνα, μεγάλη η χάρη του. Άραγε θα τους ρίξει με σάπιες βάρκες στο Αιγαίο; Δεν το ξεκαθάρισε.

Αν μετρήσω τους Πασόκους που δεν θα πάνε να ψηφίσουν την άλλη Κυριακή τότε σίγουρα δημιουργείται το νέο Κίνημα Απογοητευμένων Παπανδρεϊκών που κάποτε νόμιζαν ότι ήταν και Σοσιαλιστές. Τα κόκκαλα του Αντρέα σίγουρα τρίζουν, την ώρα που ο Γιώργος εξακολουθεί να μην μιλάει ελληνικά και να καρατομεί αθώους. Ποτέ κάποιος δεν πρέπει να μίσησε τη χώρα του όσο αυτός εδώ.

Έχω σταματήσει να βλέπω ειδήσεις και τηλεόραση γενικώς αλλιώς θα πεινούσα συνέχεια.

Χτες πήγα στο χειρότερο μακράν εστιατόριο τηλεμαγείρισσας. Δεν το γνώριζα. Μια «μεσπιλέα» ακόμα και στο Γκάζι δε φέρνει την Άνοιξη, η τηλεμαγείρισσα «μες στη καλή χαρά» και οι πελάτες σε υστερία. Κάναμε να σερβιριστούμε δύο ώρες, η πρώτη παρέα έφυγε τρώγοντας μόνο το ψωμί, η δεύτερη με φωνές, η τρίτη κάνοντας ειρωνικά σχόλια και εγώ… ε ναι εγώ όταν θέλω μπορώ να δολοφονήσω με το βλέμμα, να κολλήσω τον κάθε μάνατζερ που το παίζει γκόμενος στον τοίχο και να παραδεχτώ ότι όταν είμαι ήρεμη ακόμα κι εγώ με φοβάμαι. Για την ιστορία πληρώσαμε 25 ευρώ το άτομο. Φάγαμε μια καμμένη μπριζόλα, βγάλαμε μια οδοντογλυφίδα – φονική μέσα από μια άλλη μερίδα – καλά κρυμμένη ενώ ο σερβιτόρος μας πούλησε εκδούλευση για το τελευταίο κερασμένο σφηνάκι που όμως σερβίρονταν σε όλα τα τραπέζια. Μας πρότεινε να γράψουμε στη φόρμα παραπόνων. Του πρότεινα να πει στην τηλεμαγείρισσα τα χαιρετίσματά μου.

Το Hoxton θεωρείται από κάποιους μακράν το πιο hot στέκι στο Γκάζι. Έχει βρεθεί έστω και ένας να πει ότι έχει μακράν και τις πιο βρώμικες τουαλέτες;

Είδα τη φωνή της Λούντμιλα. Τα πιο ωραία έργα είναι αυτά που τελικά είναι καλά κρυμμένα. Σιγκλονιστικά ψυχοπλακωτικό, ρεαλιστικά ανατριχιαστικό. Αν αναζητάτε βολικές πολυθρόνες, φώτα και στρατιά ηθοποιών μην πάτε. Αξίζει τόσο που τα φρουφρου και τα αρώματα είναι περιττά – ακόμα και στην πρεμιέρα.

Περίεργες μέρες. Όχι άσχημες, αλλά προβληματισμένες, ζόρικες, χειμωνιάτικες με έναν εσωτερικό ήλιο έτσι για αντιπερισπασμό. Αγκαλιά τεράστια…μπας και ζεσταθούμε.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 21, 2010

"Εξομολογείται κανείς τις παλιές του αμαρτίες, για να κάνει χώρο για τις καινούργιες. "

Αλλάζω παραμένοντας τόσο ίδια. Ωραίο δεν είναι; Νομίζω πως εδώ θα μείνω. Είναι τόσο εγώ.

Παρακαλώ τη Θεά Έμπνευση να με επισκεφθεί.

Γράφω μια εργασία πάλι.

Και δίνω φιλική συμβουλή. Να αφήνετε μόνο όσα είστε σίγουροι ότι ΔΕ θέλετε. Αλλιώς πάντα θα επιστρέφετε. Και πάντα θα το κουβαλάτε μέσα σας. Σαν αυτά τα τσιμπήματα στην αρχή του χειμώνα, σαράκια στο βιβλίο της ζωής κυνηγώντας την επανάσταση του αυτονόητου που δυστυχώς έχει γίνει από άλλους προ πολλού.

Σας φιλώ γλυκά.


Σάββατο, Οκτωβρίου 16, 2010

Αθλοπαιδίες, άθλοι και αθλούμενες...

Πέρασαν μέρες μέχρι να γράψω αυτό το κείμενο. Είναι σαν τους έρωτες. Πρώτα τους δένεις – τι εννοείς τους δένεις; - και μετά το βγάζεις παράρτημα. Έτσι και το γυμναστήριο. Πρώτα το κάνεις συνήθειο και μετά το διαλαλείς. «Πάω κι εγώ γυμναστήριο». Ε ναι λοιπόν. Δεν είναι αστικός μύθος.

Η αρχή έγινε με την αναζήτηση του πιο φτηνού. Ντρέπομαι που το λέω αλλά έτσι είναι. Μην τα χαλάσουμε εδώ. (Και της πιο φτηνής φόρμας επίσης). Στην αρχή κάποια γυμναστήρια μου είπαν 85 ευρώ το μήνα για pilates. Τι λέτε μωρέ βλάχοι σκέφτηκα από μέσα μου! Είχατε και στο χωριό σας pilates; Τρομάρα σας. Τους παράτησα επιτόπου. Μετά έμαθα ότι pilates είχε το δημοτικό γυμναστήριο της γειτονιάς. (Τι λες μωρέ Σίντυ. Μου έμαθες και το pilates τρομάρα σου.) Πάμφθηνο. Επίσης επειδή είναι φτηνό μαζεύεται όλη η Αθήνα.

Πιθανότατα η παρουσία ωραίων αντρών είναι αντιστρόφως ανάλογη με τη συνδρομή. Δεν έχω ανακαλύψει ακόμα τη μαγική εξίσωση αλλά θα είναι το θέμα του διδακτορικού μου και πάω για Νόμπελ. «Πειραματική μελέτη των φτηνών γυμναστηρίων σε συνάρτηση με την έλλειψη ωραίων, ιδρωμένων, χτιστών αντρών με κοιλιακούς φέτες.» Δεν εξηγείται αλλιώς. Φανταζόμουνα αυτά που βλέπεις στις τηλεοράσεις, που ακούς στις παρέες, που διαβάζεις στα ιστολόγια, τζίφος. Ούτε ένας. Όλο γυναίκες. Μόνο γυναίκες. Προχτές εκεί που ήμουνα ξαπλωμένη στο στρωματάκι, λαχανιασμένη, λούτσα στον ιδρώτα μπήκε ένας. Επιτέλους αρσενικό σκέφτηκα. «Ποιανής είναι το λευκό σουζούκι sx4; Είμαι από το συνεργείο κάτω. Έμποδίζει.» «Κάργιες» σκέφτηκα Όυτε να παρκάρετε δεν ξέρετε. Και η ζωή συνεχίζεται έτσι.

Εντάξει τα κουτσοκαταφέρνω. Δεν είμαι και η καλύτερη. Δεν έχω καθόλου συγχρονισμό. Ότι κάνουν οι άλλες εγώ το κάνω με διαφορά φάσης. Στο πρώτο μάθημα τα χρειάστηκα. Η γυμνάστρια – μια κουκλάρα από αυτές που ζηλεύεις κατάφορα – ήρθε και στάθηκε από πάνω μου. Με διόρθωνε σε κάθε άσκηση. Σε όλες έλεγε μπράβο, σε μένα έλεγε όχι έτσι. «Μπράβο κυρία Νίτσα, μπράβο κυρία Σούλα – για τέτοιο επίπεδο συμμαθητριών μιλάμε, στις πάυσεις μιλάνε για κοκκινιστά κεφτεδάκια και σχολιάζουν τη νέα φιλόλογο στο σχολείο των βλασταριών τους – μπράβο κυρία Δώρα, λάθος Σίντυ!!!» Το κέρατό μου μέσα. Κάποια στιγμή αγανάκτησε. Πρώτη φορά κάνεις; με ρωτάει. Το βλέπεις το αθλητικό της λέω; Έχω να φορέσω από το λύκειο. Μια φορά μόνο είχα βάλει αθλητικά σε μια εκδρομή και γύρισα με φούσκες. Είμαι άνθρωπος που τον χτυπάνε τα αθλητικά. Κατάλαβες; Κατάλαβα απάντησε.

Την επόμενη μέρα υπέφερα. Ήμουν πιασμένη παντού. Δε μπορούσα να γελάσω, δε μπορούσα να σκύψω, δε μπρούσα να αναπνεύσω γιατί πονούσαν οι μύες της κοιλιάς. Πόσο γαλακτικό οξύ πια μπορεί να παράγει ένας οργανισμός σκεφτόμουνα. Μετά βελτιώθηκα. Καλά εννοείται ότι πηγαίνω με το αυτοκίνητο, παρκάρω από κάτω – αλλά δε κλείνω το συνεργείο και φυσικά δεν έχω λευκό σουζούκι sx4 – και ανεβαίνω με το ασανσέρ. Δε θέλει και ρώτημα. Για να παίζουμε είμαστε τώρα;

Παρασκευή, Οκτωβρίου 08, 2010

Τσουρδάπω, σεμνά. Μας διαβάζουνε.

Σ’ αυτό το ιστολόγιο έχω πάντα την αίσθηση ότι εγώ τα γράφω και εγώ και ο μπαμπάς μου τα διαβάζουμε και κανείς άλλος φυσικά. Ο Μηδενικός και οι φίλες μου που και που (τι εννοείς που και που; Εμείς πάντα σε διαβάζουμε αχάριστη) δεν μετράνε. Ο λόγος προφανής. Ο Μηδενικός δεν προστίθεται και οι φίλες δεν θεωρούνται πελατεία.

Επίσης δεν λέω στον κόσμο ότι έχω blog. Είναι που είμαι απλός, σχεδόν καθημερινός άνθρωπος. Το έχω κάνει μόνο 2 φορές και μάλιστα την μία καθαρά και μόνο επειδή ένιωσα κόμπλεξ κατωτερότητας μπροστά στο στήριγμά μου στα πέτρινα χρόνια της Αγγλίας. Εκείνη χόρευε, χόρευε, χόρευε ενώ εγώ διάβαζα, διάβαζα, διάβαζα και έκανα και blogging. Μαζί ανοίγαμε φύλλο για σπανακόπιτα και περνούσαμε τα βράδια μας ακούγοντας Μάλαμα.

Όταν γράφω προσωπικές ιστορίες ή βγάζω τις φίλες μου στη γύρα εκθέτοντάς τες ανεπανόρθωτα, φροντίζω πάντα να διαστρεβλώνω ελάχιστα τα πράγματα. Ένα όνομα από εδώ, μια μετάθεση ιστορίας από κεί, λίγη σάλτσα να δέσει η ανάρτηση από πιο πέρα, λίγο πιπέρι, πάπρικα, έτοιμοι. Παραμυθατζού και προστασία της προσωπικής ζωής με δύο λόγια.

Για κάποιο ανεξήγητο λόγο πάντα θεωρούσα ότι με αυτό τον τρόπο είμαι καλυμμένη παραβλέποντας το γεγονός ότι στις 2 παραπάνω περιπτώσεις που είπα ότι έχω blog χωρίς να το ονοματίσω ήταν για αυτούς a piece of cake (που λέμε και στο χωριό μου) να το βρούνε.

Κι έτσι ερχόμαστε στην προηγούμενη Τετάρτη. Δεν είμαι και σίγουρη αλλά μάλλον Τετάρτη ήταν. Έστω δηλαδή. Τσουπ (όπου τσουπ βάλε ειδοποίηση του gmail notification – πως ζούσα πριν χωρίς;). Μήνυμα στο facebook (πέφτω στα μάτια σας τώρα το ξέρω – γίνομαι μια από αυτές, τις πολλές του συρμού) από ένα παιδί (το βλέπεις ότι σε καλοπιάνω ε;) που γνώρισα το καλοκαίρι!! (τα θαυμαστικά είναι για να υπερθεματίσω.)

Το μήνυμα είχε τίτλο «ο θεός έχει χιόυμορ». Από τον τίτλο και μόνο έχω σκεφτεί την εξυπνάδα που θα του πετάξω ότι και καλά δεν υπάρχει Θεός. Το μήνυμα ήταν σαφές. Δεν περιείχε ερωτήσεις, ερωτηματικά, αμφιβολίες, ίσως, μήπως, μπας και τα λοιπά. «Εδώ και 2 χρόνια διαβάζω το blog μιας κοπέλας που ελληνιστί είναι η παξιμαδοκλέφτρα…». (Εγώ είμαι αυτή, μην ψάχνεις. Στο προφιλ την έχω γράψει τη μαλακία). Εντάξει μου κόπηκαν τα πόδια. Κοίτα αντοχές που πρέπει να έχει κάποιος για να με διαβάζει δύο χρόνια! «Μπορείς να καταλάβεις πόσο γέλασα με τις διακοπές της.» Εγώ είμαι πάλι αυτή που έκανα λίγο λιγότερες διακοπές από αυτές του Παπανδρέου. Δηλαδή πάρα πολλές. Να του έλεγα όχι; Οποία παρερμηνεία; Δεν είμαι εγώ, δεν είμαι εγώ; Είμαι τόσο αυθεντική; Είμαι τόσο προβλέψιμη; Είμαι τόσο αυθεντικά προβλέψιμη ή κάνω κάτι λάθος;

Το έπαιξα ιστορία. Τον παρότρυνα να σταματήσει να διαβάζει γιατι τα blogs είναι του διαβόλου πράγματα και το λέει και ο πρόεδρος (ένας είναι ο πρόεδρος). Μου απάντησε ότι διαβάζει και την Κατερίνα. Ήταν εμφανές, το πράγμα πήγαινε από το κακό στο χειρότερο.

Κάποιος συνάδερφος (blogger, μην φανταστείς) είχε πει ότι ο μεγαλύτερος αναγνώστης είναι ο ανώνυμος. Αυτός που δεν αφήνει ποτέ σχόλιο. Που δεν τον ξέρεις αλλά σε ξέρει. Το ξέρω, ανακαλύπτω την Αμερική του διαδικτύου αυτή την ώρα. Γράφω κείμενο που κατατάσσεται στα early 90’s τότε που το world wide web γινόταν συντομογραφία www. Γυρίζω το χρόνο πίσω. Βάζω το λιθαράκι μου στο διαδικτυακό γίγνεσθαι του παρελθόντος. Γνωρίζω γαμάτους ανθρώπους που τυχαίνει να είναι αναγνώστες μου. Οι αναγνώστες μου είναι γαμάτοι τύποι. Το βράδυ θα συναντηθούμε σίγουρα, να το ξέρετε. Εκεί, προς Καρύτση μεριά. Θα φοράω ροζ. Να κρατάτε ένα γαρύφαλλο. Θα χαρώ να τα πούμε. Αφήστε σχόλιο, τηλέφωνο και μην στείλετε προσωπικό μήνυμα στο facebook ότι με ξέρετε. Δεν θα το αντέξω. Ευχαριστώ.


Δευτέρα, Οκτωβρίου 04, 2010

Σήμερα γάμος γίνεται; Σ’ ωραίο περιβόλι; Να το αφήσουμε για αύριο;

Υπάρχουν 2 συζητήσεις ορόσημα που σε κάνουν να καταλαβαίνεις οτι μεγαλώνεις. Μεγαλώνεις επικίνδυνα ή μεγαλώνουν οι γύρω σου επικίνδυνα οπότε το ίδιο κάνει. Η πρώτη είναι το οικονομικό που έστω λόγω κρίσης απασχολεί ακόμα και τα νήπια. «Μαμά 1 ευρώ το κουλούρι το πουλάει ο κύριος Μήτσος στον παιδικό». Εμένα δεν με απασχολούσε ποτέ ενώ τώρα έχει μπει στο τοπ5 της ημερίσιας διάταξης.

Το δεύτερο είναι ο γάμος. Καταλαβαίνεις οτι μεγαλώνεις όχι απο τις άσπρες τρίχες που ανακαλύπτεις σιγά σιγά στον καθρέφτη αναφωνόντας «το πολυτεχνείο/μεταπτυχιακό/διδακτορικό με γέρασε, οι έρωτες με άσπρισαν…» αλλά από τον μπαμπα σου που στα επόμενα τέσσερα χρόνια θα σε παντρέψει. Δεν σε ρωτάει. Στο πετάει στα μισά της κουβέντας. «Στα επόμενα τέσσερα χρόνια που θα παντρευτείς…». Από τον μπαμπά της κολλητής σου που θέλει εγγόνι και δεν το διαπραγματεύεται. Από την άλλη κολλητή που θεωρεί τα 27 ηλικία ορόσημο για τον άντρα που θα βρει τότε γιατί θα πρέπει να τον στεφανωθεί. Για να μην αναφερθώ στις άλλες μου φίλες που όσο εγώ γνώριζα ολόκληρη την Πάρο αυτές μιλούσαν για νυφικά πάγου, ιβουάρ, σαμπανί διανθισμένα και με άλλες άγνωστες λέξεις. Μόνο η soulmate δεν μιλάει για γάμο καθώς κάποτε…σε μια κρίση ειλικρίνιας είχε παραδεχτεί πως εμείς θα παντρευτούμε όταν βρεθεί άντρας να μας ανεχτεί. Είχε απόλυτο δίκιο. Μετά τα χάλασε υποστηρίζοντας πως αν και…λέμε ρε παιδί μου…βρεθεί ο ήρωας…κουβέντα κάνουμε…μην αρπάζεσαι, τότε ο γάμος θα είναι Κρητικός. Στους όρους για έναν πετυχημένο γάμο αυτό. Η μανούλα λέει προφητικά «διάλεξε τώρα γιατί μετά θα σε διαλέγουν», η Έλλη υποστηρίζει πως έχουμε μπροστά μας 4 δύσκολα χρόνια διδακτορικού και πιθανότατα έχει βρει άλλη μέθοδο στριβειν εκτός του αρραβώνος. Η Κατερίνα βεβαιώνει πως θα είναι σίγουρα νονά του πρώτου παιδιού, ενώ η θεία μου πια σε κάθε τηλεφώνημα με ρωτάει αν βρήκα κανένα καλό παιδί παροτρύνοντας με να κουνηθώ λίγο. Πως κουνιέσαι λίγο; Λίγο, όχι πολύ, μην μας πούνε έυκολες; Γιατί ακόμα και ο οδοντίατρός μου το ξεκαθάρισε. Εγώ για εξαγωγή φρονιμίτη πήγα αλλά εξαγωγή δεν έκανα. Αφού με επαίνεσε για τα δοντάκια μου λέγοντάς μου ότι τα έχω πολύ προσεγμένα μου άρχισε το κήρυγμα. Στα λέω γιατί είσαι μικρή. Οι έυκολες έχουν πέραση αλλά δεν έχουν τύχη. Ποιες θεωρούνται εύκολες αναρωτήθηκα μεγαλόφωνα. Αυτές που τους έχει βγει το όνομα. Κατάλαβες. Δεν είχα καταλάβει αλλα συνέχισε. Γιατί να σε πάρει στα σοβαρά ο ένας όταν έχουν περάσει τόσοι και τόσοι προηγουμένως; Απάντηση δεν είχα. 100 ευρώ είχα. Του τα έδωσα και έφυγα.

Ένας άλλος γνωστός το καλοκαίρι μου είπε ότι μπορεί να είμαι χαλαρή τώρα αλλά στα 28 θα χτυπήσουν ομαδικώς τα καμπανάκια και θα πρέπει να τον έχω βρει τον πλούσιο και βλάκα. Πλούσιο για να του τα φάω, βλάκα για να του φάω εύκολα. Για να μην αναφερθώ σε συμφοιτητές, συγχωριανούς, γνωστούς – όχι και φίλους, μην το παρακάνουμε – που δεν έμαθαν ποτέ τι σημαίνει αντισύλληψη και έτσι αφού πρώτα έμαθαν τα «ευχάριστα», μετά παντρεύτηκαν με πολιτικό και την κοιλιά στο στόμα ενώ έπεται και η γαμοβάπτιση που είναι και της μόδας.

Εκτός του προφανούς συμπεράσματος που προκύπτει από τα άνωθεν – δηλαδή ότι έχω πολλές φίλες και άπειρους γνωστούς (που δεν θα γίνουν φίλοι ποτέ), οι γονείς και οι συγγενείς παίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή μου, ο Διας ακούει Κιάμο (σφύριξα, γιατί δεν έληξες;), η Ελλαδίτσα είναι μια κουτσουλιά και ο οδοντίατρός μου θα ήθελε πολύ να είναι ψυχολόγος – όλοι ασχολούνται με το γάμο. Απίστευτο.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 29, 2010

Και βάφω τις κουρτίνες...στο χρώμα που μισούσες.

Δέκα πράγματα είναι πολλά για να μισείς. Έκατσα να τα μετρήσω. Μου βγαίνουν λειψά. Τα χώρισα σε κατηγορίες. Και πάλι. Τα τράβηξα από τα μαλλιά. Έβαλα συναίσθημα, πολιτική και καφρίλες. Καμιά τύχη. Θα κάνω μια προσπάθεια για τον Θείο μου τον Σκρούτζ που με κάλεσε σε ένα διαστρεβλωμένο παιχνίδι προσωπικής αυτοκριτικής και αυτοσαρκασμού. Θα ονοματίσω τι μισώ, κρύβοντας από πίσω επιμελώς όλα όσα αγαπώ. Και είναι πολλά. Πάρα πολλά τα άλλα.

πολιτικά
1. Υπάρχει ένας παππούς που πουλά χαρτομάντηλα συνήθως τις μικρές ώρες στα φανάρια της Βασιλίσσης Σοφίας για να στρίψεις προς το χίλτον. Ειδικά μετά από ξενύχτια αποκλείεται να μην τον έχεις δει, με τα κοκάλινα γυαλάκια του, το τζιν του μπουφάν και την τσάντα στον ώμο. Είναι ίσως η πιο γλυκιά μορφή αυτής της άγριας πόλης. Κάθε φορά που τον βλέπω αναρωτιέμαι ποια πόρνη κοινωνία, ποιο σιχαμένο κράτος του επεφύλαξε τέτοια γεράματα. Δεν λυπάμαι που τον βλέπω. Ντρέπομαι. Κι ενώ με όλους αυτούς τους μελαμψούς επαίτες που προθυμοποιούνται να μου καθαρίσουν το ήδη καθαρό παρ μπρίζ τσακώνομαι την ώρα που στύβουν την βούρτσα και όχι την πέτρα, ο παππούς με κάνει απλά να χαμηλώνω το κεφάλι από σεβασμό. Μισώ αυτή την πολιτεία λοιπόν που έχει αυτό τον γέροντα στα φανάρια στις 3 το βράδυ. Την ώρα δηλαδή του γυρισμού από ποτό στην Καρύτση.
2. Μισώ την υποκρισία.Όχι το ψέμα. Το ψέμα είναι αναγκαίο κακό. Αλλά την υποκρισία. Μπορεί να με τσακίσει. Και ίσως είναι το μόνο πράγμα που δεν μπορώ να αποδεχτώ. Βγήκε ο Πάγκαλος σε μια κρίση αυτοκριτικής και ψευτοπολιτικού ηρωισμού και δήλωσε πως όλοι μαζί τα φάγαμε. Κι εσείς κι εμείς. Προφανώς ξεχνά ότι αυτός έχει 52 ακίνητα στο όνομά του ενώ η μισή Ελλάδα είναι υπερχρεωμένη σε δάνεια, σε κάρτες και η άλλη μισή είναι στο νοίκι έχοντας χάσει τα λεφτά της στο χρηματιστήριο του 99, τότε που ο Σημίτης εγγυόταν σταθερότητα. Κι αυτό που με διαολίζει περισσότερο είναι ότι μιλάει αυτός. Ο εγγονός του δικτάτορα Πάγκαλου με έργο την απαγόρευση του καπέλου στους κινηματουγράφους από τις γυναίκες της εποχής εκείνης. Αυτός. Των Ιμίων, των S300, του Οτσαλάν.

προσωπικά
3. Μισώ τα μισά. Τα μισά συναισθήματα. Τα μίζερα. Αυτά που είναι λίγα. Αν αγαπάς, να αγαπάς πολύ. Να δίνεις πολλά. Να χαρίζεις γιατι τίποτα δεν σου ανήκει. Να μοιράζεσαι. Να μην βάζεις στο ζύγι εγωισμούς, ψευτοπερηφάνιες. Ο έρωτας (και η φιλία) είναι πολύ σπουδαίο πράγμα. Πολύ μεγάλο, πολύ γεμάτο για να ευτελίστεί μες στη πολλή συνάφεια του κόσμου…που θα έλεγε και ο ποιητής.
4. Μισώ το Γκάζι γενικώς, το αποφεύγω τις παρασκευές και τα σάββατα ειδικώς. Όλες οι Αθηναϊκές φυλές εκεί. Ο ένας πάνω στον άλλον. Τραπέζι ούτε για δείγμα. Πας να πληρώσεις και μαζεύονται γύρω σου 12 για να καπαρώσουν την καρέκλα σου. Στριμωξίδι στην αποβάθρα του μετρό. Πήχτρα το βαγόνι. Τσίκνα από τα καρότσια με λουκάνικο που στηνονται ακριβώς έξω από την κυλιόμενη. Βρωμιά. Εντάξει ο Δήμος Αθηναίων δεν φημίζεται για την καθαριότητά του. Χώρος στάθμευσης ανύπαρκτος. Κουράστηκα και που τα σκέφτηκα. Άπαπαπα.
5. Μισώ τα αεροδρόμια. Μου παίρνουν πάντα κάποιον που αγαπώ πολύ. Και τα λατρεύω επίσης. Μου γυρίζουν πάλι πίσω αυτό που έχω πεθυμήσει. Απέκτησα αυτή τη σχέση μου μαζί τους από τα χρόνια της Αγγλίας. Συνεχίζω ακάθεκτη να τα σκέφτομαι με στεναχώρια ή προσμονή. Λατρεύω τον πίνακα που αναβοσβήνει με τις αφίξεις και τις αναχωρήσεις. Αεροδρόμια λοιπόν. Σε αυτά έχω μάλλον ρίξει το περισσότερο κλάμα της ζωής μου.
6. Μισώ τους χειμώνες εντός και εκτός. Είναι που αγαπώ τα καλοκαίρια σε βαθμό υπερβολικό. Δεν αντέχω το κρύο, το σκοτάδι που έρχεται νωρίς. Τη βροχή.

σε δουλειά να βρισκόμαστε
7. Μισώ αυτούς που στην ουρά για το φανάρι θα μπούνε μπροστά από όλους, στο άνοιγμα της νησίδας για να περάσουν πρώτοι και δεν είναι αστείο. Είναι οι ίδιοι που πιάνουν 4 θέσεις στο πλοίο την ώρα που γίνεται της πόρνης. Είναι πάλι αυτοί που θα ανάψουν την μηχανή του αυτοκινήτου από το αμπάρι του πλοίου. Που θα κάνουν την επικίνδυνη προσπέραση στη στροφή στην εθνική. Μισητό είδος ανθρώπων. Έλληνες.
8. Μισώ τις διαφημίσεις του τζάμπο. Πιάνεται; Καγκουρίλα τελείως. Μισώ και την Τσιμτσιλή που νομίζει ότι είναι ωραία. Τι τσόκαρο Θεέ μου! Μισώ που δεν βρίσκω άλλα 2 για να κλείσω την λίστα του μίσους οπότε την παρατώ κενή. Κουράστηκα κιόλας!

Δεν βρίσκω πιο απόλυτο τραγούδι μίσους (-αγάπης) από το ροζ!

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 23, 2010

Η ζωή σε στιγμές.

Διαλέγω μια μια τις πιο γελοίες φωτογραφίες μας για να φτιάξω το κολλάζ του αποχαιρετισμού. Όλες από διακοπές, καμία ποζεράτη, όλες για πολύ γέλιο αλλα εμένα μου έρχεται να βάλω τα κλάμματα.

Η πρώτη από τη Σίφνο. Γυρίζουμε από τη θάλασσα και εσύ οδηγείς το ματιζάκι. Κάθομαι στη θέση του συνοδηγού και μας τραβάω. Φοράς το ίδιο καπέλο που συντροφέυει τις διακοπές μας από το 2007! Φοράω το μισό σωληνάριο της Avene στο πρόσωπο και γυαλίζω. Έχεις κατεβάσει τα γυαλιά στη μύτη και είμαστε πραγματικά μια ζωγραφιά!

Η δεύτερη από τη χειμωνιάτικη εκδορμή στας εξοχάς. Φοράμε πυζαμούλες μόνο που για να σε φτάσω έχω φορέσει από κάτω δανεικές καφέ δεκάποντες μπότες. Στέκεσαι και με κοιτάς με ένα ύφος «ε και;» ενώ γελάω. Η λήψη στραβή. Για την ιστορία 6 λίρες οι πυζάμες και των δυο μας από τα τιμημένα primark.

Η τρίτη από την εκδρομή στον Μπάλο. Σε αντιπαράθεση οι θείτσες επειδή δεν μας κομπλάρουν οι άντρες όπως εχεις πει κι εσύ σε μια κρίση υπερεκτίμησης και αυτοσεβασμού κάποια καλοκαίρια πριν. Καπέλα γιαγιαδίστικα, πετσέτες γύρω από τη μέση και τρώμε παξιμάδια.

Η τέταρτη πάλι από τον Μπάλο. Ρηχός ο μπάλος αλλά μέχρι να φτάσουμε στην παραλία που έχουμε επιλέξει – γιατί άραγε; - το νερό έχει φτάσει πάνω από το στήθος. Κουβαλάω την τσάντα μου στον ώμο. Κουβαλάς την ομπρέλα, τις πετσέτες, την τσάντα σου και ο φόβος σου είναι μην βραχεί το αϊφον. Το σιχτίρισμα δεν φαίνεται γιατί ο φωτογράφος είναι καλός.

Κοτσάρω από πάνω στίχους από placebo και στο στέλνω.

Παλεύω με την μελαγχολία αυτές τις μέρες κι ας το έχω ρίξει στην τρελή. Όλοι σου τάζουν ότι θα έρθουν. Εγώ περιμένω να περάσουν τα ζόρια και να μπει η Άνοιξη. Το Λονδίνο μας. Το δικό μας Λονδίνο. Οι σπουδές μας. Η συνέχεια. Η ζωή που κάνει κύκλους. Ένας έκλεισε, ένας ανοίγει και είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις.

Ένα καινούργιο εκπαιδευτικό σύστημα. Μην φοβάσαι. Το Πολυτεχνείο μας έχει βάλει πολύ καλές βάσεις. Ξέρουμε Μαθηματικά. Ξέρουμε να σκεφτόμαστε και δεδομένου ότι δεν προσκηνύσαμε κομματικά τραπεζάκια, δεν χτυπήσαμε πόρτες καθηγητών και δεν παρακαλέσαμε για έναν βαθμουλάκο αυτό που έχουμε κατακτήσει είναι δικό μας. Είναι η προίκα στα δύσκολα που θα έρθουν.

Δεν θα σου πω ότι δεν θα έρθουν γιατί θα έρθουν. Αλλά εμείς θα είμαστε εκεί. Όπως σας είχα εγώ εδώ. Δεν στο είχα πει ποτέ αλλά όσο ήμουν στην Αγγλία αυτή την σχέση μας την στήριξες πολύ. Περισσότερο απ’ ότι περίμενα. Ακόμα και όταν εγώ έπηζα, διάβαζα, ζοριζόμουνα ήσουν εκεί. Μόνιμα εκεί χωρίς να σε αναζητήσω. Στο χρωστάω λοιπόν γιατί σε αγαπάω.

Κάτι τελευταίο μόνο. Του χρόνου σπίτι θα κοιτάξουμε Εξάρχεια ή Αμπελόκηπους;

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 15, 2010

Η ζωή σε αριθμούς.

1 Διδακτορικό σε αναμονή.

1 καθηγήτρια στο τέρμα του διαδρόμου αριστερά.

1 Αναγνώριση από το Δοατάπ που εδώ και 5 μήνες δεν έχει έρθει. 4 τηλέφωνα που δεν απαντούν ποτέ. 1 υπεύθυνη που δεν υπάρχει. Είναι μύθος. Πόσο ξεφτιλισμένοι που νομίζουν ότι παράγουν και έργο. Πόσο τραγική ειρωνεία να απαιτείται αναγνώριση του μεταπτυχιακού από μια δημόσια υπηρεσία της Ελλάδας για ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου.

3 Δημοσιεύσεις.

1 λαθραία διδάκτορας – ενίοτε και δικτάτορας - εδώ και 8 μήνες.

12 άσχετες γραμματείς και φαρισαίοι, 1 αίτηση, την άλλη εβδομάδα η κρίση.

5 γκολ χτες από την Μπαρτσελόνα με αγάπη στον Παναθηναϊκό. Αυτή είναι η ζωή. Και μην πιστέψεις ποτέ ότι η ζωή είναι δίκαιη. Ποτέ.

Αχ βρε Τζόρβα. Αχ βρε Τζόρβα…

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 10, 2010

Ατάκες Καλοκαιριού 2010.

Πάνε μέρες από την επιστροφή. Πολλές. Πάρα πολλές για την ακρίβεια. Όλα έχουν μπει στους ρυθμούς τους, η δουλειά πολλή και το μόνο που θυμίζει καλοκαίρι είναι πια το μαύρισμα που μαρτυρά τα μπάνια και έχει πάρει ένα υπέροχο τόνο, οι φωτογραφίες των διακοπών που διακοσμούν το desktop, κάθε γωνιά του υπολογιστή γενικά, κάθε γωνιά της καρδιάς ειδικά και οι καλοκαιρινοί έρωτες που επιβεβαιώνουν πρωτίστως τη δόξα της άμυνας και πανηγυρικά την ηδονή της ήττας…που θα έλεγε και η Μαρκησία.

Μαζεύω τις τελευταίες ατάκες του καλοκαιριού, αυτές που αξίζουν να διατηρηθούν στο χρόνο, όπως οι φωτογραφίες στο άλμπουμ και τα μαγιώ στο τελευταίο συρτάρι της ντουλάπας.

Ατάκα 1η - Χανιά

Στο δρόμο για ελαφονήσι και ενώ το στομάχι μου έχει γίνει κρόσσια από τις στροφές ανάβει λαμπάκι βενζίνης – στο αυτοκίνητο όπου έχω απλά το ρόλο συνεπιβάτη. Ο διάβολος του καντράν λέει 45 χιλιόμετρα ακόμα. Μην το ακους ψελλίζω ξεψυχισμένα. Μην αρχίσουμε να σπρώχνουμε στους καρόδρομους και τη στροφή δεν θα το αντέξω στην ντάλα του μεσημεριού και της ζέστης. Να βρούμε βενζινάδικο. Ο λόγος που δεν έχουμε γεμίσει από τα χανιά είναι γιατί πρέπει το ρεζερβουάρ να αδειάσει από την σούπερ αμόλυβδη και να βάλουμε κανονική γιατί έτσι είπε η αντιπροσωπεία. Εμένα ένας παλιός μου έρωτας που ασχολιόταν με αυτοκίνητα αλλα οι γονείς του τον έκαναν Μηχανικό (όχι αυτοκινήτων) μου είχε πει να μην αφήνω το ρεζερβουάρ κάτω από το ¼ χωρίς βενζίνη. Για κάποιον λόγο εγώ πάντα τον θυμάμαι. Φτάνουμε λοιπόν σε ένα κορακοχώρι χτισμένο πάνω στις στροφές και στη μέση του πουθενά. Έχουμε ήδη περάσει ένα άλλο που έχει κηδεία. Βρίσκουμε πρατήριο. Ο προβληματισμός της οδηγού είναι να βάλουμε εδώ ή θα βρούμε παρακάτω.

Μπες να βάλουμε.

Δισταγμός

Βάλε παιδί μου. (χάλια το στομάχι μου)

Δισταγμός.

Μετά από λίγο. Θα μπω.

Μπράβο, μπες!

Θα μπω. Θα μπω και θα ρωτήσω αν υπάρχει βενζινάδικο παρακάτω!!

Ατάκα 2η Χανιά.

Στο κοινόβιο έχουμε μαζευτεί τρακόσιοι μεταξύ των οποίων και ο καλός της ξαδέρφης μου. Έχω ενθουσιαστεί λοιπόν μαζί του, καλύπτει όλες τις προδιαγραφές μιας πολύ καλής σχέσης, καλός, ωραίος, μορφωμένος, ψηλός, ε και μην συμπαθήσω εγώ αρσενικό, πάει τέλειωσε. Του κάνω χαρές, του λέω καφρίλες και τον επαινώ κάργα. Βγαίνουμε λοιπόν το βράδυ για ποτό και έρχεται και ένας πολύ καλός του φίλος. Καλός αλλά όχι πρώτο μπόϊ. Συνεχίζω να τον επαινώ και όσο ο φίλος του, του την λέω τόσο εγώ τον υπερασπίζοναι.

Τι τον υπερασπίζεσαι χριστιανή μου; Αγανακτά κάποια στιγμή αυτός.

Ε δεν μπορώ. Ζούμε στην αυτοκρατορεία των κοντών αντρών. Τους ψηλούς πρέπει να τους προσέχουμε.

Δεν ξαναμίλησε το παλικάρι εκείνο το βράδυ. Και ειλικρινά απορώ γιατί.

Ατάκα 3η Ρέθυμνο

Είμαστε σε ένα φιλικό σπίτι, η ώρα εχει πάει 12 και έχουμε αποφασίσει να βγούμε για ποτό. Η οικοδέσποινα ετοιμάζεται και όπως κάθε γνήσια γυναίκα που αναζητά την επιβεβαίωση μας δείχνει 2 παπούτσια να επιλέξουμε. Όλοι λένε το υπέρκομψο μωβ, εγώ λέω την – πρωτάκουστο αλλά ναι – κομψή μαύρη πλατφόρμα. Η οικοδέσποια αμφιταλαντεύεται και για να την πείσω της λέω:

Εμένα δεν μου αρέσουν οι πλατφόρμες. Γενικά τις θεωρώ πολύ κιτσάτες αλλά να. Αυτές είναι πραγματικά πολύ ωραίες.

Δίπλα της κάθεται η φίλη της. Φορώντας λευκή λουστινέ πλατφόρμα με φελλό από κάτω και ασημένια αγκράφα από πάνω. Πολύ χάλια όμως! Την ώρα που λέω όλο αυτό πέφτει το μάτι μου πάνω στο παπούτσι της. Φρίκη!

Ατάκα 4η Σίφνος

Πρέπει να επιστρέψουμε το νοικιασμένο με την βενζίνη στο ύψος που το είχαμε πάρει. Είναι το τελευταίο λοιπόν απόγευμα και επειδή είμαστε χουβαρντούδες αποφασίζουμε να βάλουμε 6 ευρώ!! Πάμε στο βενζινάδικο, του λέμε 6 ευρώ, ο τύπος πολύ ευγενικός δεν λέει τίποτα και μέχρι να βάλει την αντλία, την έχει ξαναβγάλει! Οπότε λέει η καλή μου η φίλη. Τι; Αυτό ήτανε;

Ατάκα 5η Πάρος.

Έχουμε καθίσει για φαγητό απόγευμα μετά από τη θάλασσα στο κέντρο της Νάουσας. Δίπλα μας κάθεται μια παρέα δεκαοχτάχρονων που – λογικό το βρίσκω – έχουν έρθει Πάρο για διακοπές. Ο ένας είναι ωραίος, με κοιλιακούς, συμπαθητικούλης. Τον ακούμε σε κάποια φάση να λέει όλο παράπονο: Μου λερώθηκε η μπλούζα! Και μετά από λίγο: Όλα στραβά μου πάνε σήμερα. Οπότε γυρίζει και η φίλη μου στο ξεκάρφωτο και του λέει: Να φανταστώ ότι δεν σου πέτυχε και η περμανάντ; Κόκκαλο ο πιτσιρικάς!!

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 07, 2010

Μωρό μου...έλα να ανασχηματιστούμε!

Το σκέφτηκα πάρα πολύ. Το ζύγιζα όλο το βράδυ στο μυαλό μου. Μάτι δεν έκλεισα καλέ. Γιατί άργησε να ανακοινώσει τον ανασχηματισμό; Τι σταυρό κουβαλάει κι αυτός ο άνθρωπος; Ξημερωθήκαμε Παναγιά μου, δευτεριάτικα. Κατέληξα στις παρακάτω εκδοχές.

Α) Περίμενε να τελειώσει το ημερολόγιο της Μπρίτζετ Τζόουνς στον Άλφα.

Β) Περίμεναν να τελειώσει την βραδυνή του γυμναστική.

Γ) Περίμεναν να φτάσει στο Καστρί με το ποδήλατο γιατί δεν έβγαζαν τη λίστα με τα greeklish που τους είχε αφήσει.

Δ) Δεν του τα είχε στείλει η τρόικα γραμμένα και έτοιμα ενώ είχε καλομάθει η γριά στα σύκα.

Ε) Δεν σήκωνε το τηλέφωνο η Άννα – ξαδέρφη Ραγκούση - Νταλάρα για το νευραλγικό πόστο της Υφυπουργού Εργασίας, έλα Γιώργο μου στη θέση σου. Μας βλέπουν και γελάνε καλέ μου. Κι εδώ έχω τις απορίες μου.

Αν δεν ήταν γυναίκα Νταλάρα θα έβγαινε βουλευτής; Αν δεν ήταν ξαδέρφη Ραγκούση θα γινόταν Υφυπουργός; Αυτή καλέ έχει δουλέψει ποτέ στη ζωή της; Και τέλος, αν δεν ήταν τόσο ηλίθιος…θα μπορούσα να πω ότι έχει χιούμορ. Αλλά μάλλον δεν έχει.

Όταν ο Κωστάκης ζητούσε το 2004 την εξουσία είχε δεσμευτεί πως το σχήμα θα είναι μικρό κι ευέλικτο. Δεν το έκανε ποτέ αλλά δεν είναι το μόνο που δεν έκανε για να σταθούμε σε λεπτομέρειες και να μας πούνε μικρόψυχους. Πέρυσι ο Mind the GAP (ελεύθερη μετάφραση: μυαλό Γιωργάκη!) το έκανε πράξη. Φέτος, έβαλε στην κυβέρνηση σχεδόν 1 από τους 3 βουλευτές του. Μαγεία!

Εφάρμοσε επίσης τον θεσμό των καλλιστείων με μεγάλη επιτυχία δημιουργώντας εκτός από τη Σταρ Υπουργό και τις αναπληρωμάτικές της. Της πόρνης θα γίνει. Έχει να πέσει μαλλιοτράβηγμα και δεν θα έχει και σειρές φέτος η τηλεόραση. Λουκούμι. Ο αναπληρωματικός Υπουργός είναι λίγο άτυχος. Είναι λίγο κρίμα. Παρά λίγο και θα έπαιρνε το στέμμα. Τώρα στην καλύτερη των περιπτώσεων να στραβοπατήσει η Σταρ και να πάει αυτός στη θέση της σε κανέναν διεθνή διαγωνισμό ομορφιάς αλλά με αμφίβολα αποτελέσματα.

Γι αυτή που στεναχωριέμαι είναι η Μιλένα. Υφυπουργός στο Ανάπτυξης την είχε ο Σημίτης πριν μια δεκαετία, Υφυπουργό στο Αγροτικής Ανάπτυξης την έκανε το Γιωργιό. Πιο στάσιμη πολιτική καριέρα δεν γίνεται. Τον Βενιζέλο και τον Πάγκαλο δεν τους μετακίνησε. Λογικό. Ούτε εγώ θα το έκανα.

Το Πασοκ μοιάζει με τελειωμένο γκόμενο. Συγγνώμη που το λέω. Τάζει, τάζει, τάζει μέχρι να του κάτσεις. Το παίζει άρχοντας, πρίγκιπας, μεγάλος, θεός, ήλιος καλοκαιρινός. Σκατά στα μούτρα του. Μόλις του κάτσεις – έστω τον ψηφίσεις – και πάρει τα πάνω του ο κακομοίρης (aka επιβεβαιωθεί) βγάζει το χειρότερό του πρόσωπο. Σε καιρούς ανασφάλειας – έρχονται δημοτικές εκλογές – σε ξαναγυροφέρνει. Σου πασάρει το γλυκό του πρόσωπο (ανασχηματίζεται), θέλει πάλι να τον εμπιστευτείς, να πέσεις στον έρωτά του και δεν καταλαβαίνει πόσο λίγος είναι. Μα τόσο μαλάκας; Τόσο Πασοκ.

Υ.Γ. Δες βιντεάκι θεϊκό! Λιγότερο από λεπτό, να τραβάς…τα μαλλιά σου!

Παρασκευή, Αυγούστου 27, 2010

Χανιά...τα δικά μου.(ποστ μαμούθ)

Τα Χανιά είναι τόσο δικά μου που ποτέ δεν το διαπραγματεύομαι. Σε κάθε γνωριμία 3λεπτου, 5λεπτου, ώρας ή ζωής η ίδια πάντα ερώτηση παίρνει την ίδια πάντα απάντηση για να καταλήξω μετά να απολογούμαι. «Από πού είσαι;» «Από τα Χανιά.» Κι όταν ο συνομιλητής θελήσει να μάθει αν εκεί γεννήθηκα, εκεί μεγάλωσα ή εκεί ζω παίρνει την αποστομωτική απάντηση πως τα Χανιά κλείνουν όλα μου τα παιδικά καλοκαίρια που κάποτε μετατράπηκαν σε φοιτητικά και παρέμειναν τόσο ίδια. Να πω Αθηναία δεν μου πάει καρδιά. Λέω Κρητικιά και απλά αφήνομαι να εκτεθώ.

Το σπίτι των παιδικών μου χρόνων, το πατρικό της μαμάς λίγο πιο πάνω από το σπίτι της Καρυστιάνη έχει εδώ και λίγα χρόνια μετατραπεί σε ένα αναπαλαιωμένο κοινόβιο αριστερών πεποιθήσεων όπου η πολιτική, οι έρωτες, οι γκόμενοι, οι φίλες και τα συγγενολόγια παρελαύνουν από την αυλή του, βολεύονται στην κουζίνα του και συνήθως καταλύουν για ύπνο σε κάθε γωνιά του σπιτιού με μια δόση φιλοξενείας που αγγίζει ίσως και τα όρια του ρομαντισμού. Ένα σπίτι που φέτος φιλοξένησε ακόμα και δέκα άτομα ταυτόχρονα και ένα χώρο στάθμευσης που βόλεψε στους ίσκιους του 4 αυτοκίνητα.

Επειδή το σύμπαν τελικά όταν κάτι σου παίρνει, σου γυρίζει άλλα στο πολλαπλάσιο και με δεδομένο ότι όταν εγώ κάνω σχέδια αυτά ποτέ δεν πετυχαίνουν, το φετινό καλοκαίρι ήταν απλά μαγικό. Με την βεβαιότητα ότι φέτος δεν θα έκανα διακοπές κατέληξα να κάνω τις περισσότερες από κάθε άλλη φορά ή από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Οι ανύπαρκτες περυσινές, με την ψυχή στο στόμα οι προπέρσινες, με δουλειά οι προηγούμενες, με ξεγνοιασιά οι φετινές. Ανέμελες, γεμάτες, υπέροχες, ονειροπόλες. Με χρώμα. Και η Κρήτη ίδια. Τα Χανιά ίδια. Η παρέα τεράστια.

Τα Χανιά που και φέτος είχαν πληρότητα ενώ η αισχροκέρδεια χόρευε τσιφτετέλι σε ξαπλώστρες στην Αγία Μαρίνα με το μπουκαλάκι το νερό προς 1 ευρώ. Την ώρα που δεκάχρονα πιτσιρίκια σου γεμίζουν το ρεζερβουάρ προς 1.65 στην ενδοχώρα του Νομού. Με το ποτό 9 ευρώ στο παλιό λιμάνι με θέα το φάρο. Με χτυπημένες αποδείξεις Ιουνίου που σου έδιναν εν μέσω Αυγούστου, καύσωνα και ζέστης. Με το φοιτητικό εισιτήριο για Μπάλο και Γραμβούσα στα 18 ευρώ την ώρα που τα blue star του Βγενόπουλου κοντράρουν στα ίσα τα σαπιοκάραβα της ΑΝΕΚ με 15 ευρώ το φοιτητικό. Αυτή την ΑΝΕΚ που δημιουργήθηκε από κεφάλαια Κρητικών όταν το πλοίο Ηράκλειο βυθίστηκε για να φτάσει σήμερα να ταξιδεύει με το Lissos και το Lato προσφέροντας τραυματικές εμπειρίες στους επιβάτες.

Κι έχουν απ’ όλα τα Χανιά και σε μεγάλες δόσεις όπως οι πραγματικοί έρωτες που είναι γενναιόδωροί και αξίζουν την προσπάθεια και το τσαλάκωμα. Βόλτες στα σοκάκια της παλιάς πόλης, ποτό κάτω από τον Μιναρέ στην Σπλάντζια. στο μοναστήρι του Καρόλου ή απλά προσκήνυμα για μοχίτο στη Συναγωγή. Μια βόλτα από το Παλλάς που έχει μακράν τους πιο ωραίους και κουρασμένους σερβιτόρους, έναν καφέ στο παλιό λιμάνι με θέα το φάρο εκεί βλέποντας ανατολή, αφού το καράβι σε έχει ξεβράσει στη Σούδα. Να αφεθεί λίγο το μυαλό, να βουτήξει στο ροζ του ουρανού και στο μπλέ των νερών. Μια κρέπα στη Ρωξάνη απέναντι από την πλατεία 1866, να μαζέψει τα ξύδια και τις τσικουδιές στις 4 το πρωί, πανηγύρια στα χωριά να παίζει η κρητική λύρα και κάθε χρόνο να αναρωτιέσαι τι σκατά κρητικιά λες ότι είσαι όταν δεν ξέρεις να χορεύεις και μένεις με δεμένα πόδια να βυθίζεσαι στις μαντινάδες.

Εκδρομές στα Φαλάσσαρνα, να έχει κύμα και να σιχτιρίζεις γιατί θεωρείται αυτή η ωραιότερη παραλία της Ευρώπης και δεν είναι βαρετό να κοντράρεται κάθε χρόνο με το Πόρτο Κατσίκι; Με εκδρομές μέσα από χωριά και πολλές στροφές, πολλές όμως για να καταλήξεις στο Ελαφονήσι με ροζ άμμο σε ένα polo που δεν είναι δικό σου κι εσύ μαθαίνεις πως υπάρχει και η θέση η άλλη, αυτή του συνοδηγού. Με ημερίσιες στον υπερεκτιμημένο Μπάλο και την όμορφη Γραμβούσα. Τα γέλια πάνω από μια σακούλα παξιμάδια, το στριμωξίδι κάτω από τον ίσκιο της μιας και μοναδικής ομπρέλας. Κι άλλες εκδρομές, για δύση στα αρχαίο παλάτι των Απτέρων την ώρα που το καράβι βγαίνει από το λιμάνι, ή ακόμα καλύτερα και για πανσέληνο, για φαγητό στο Θέρισσο μέσα από το Φαράγγι. Ο Θεός να σε φυλάει, να μην πάθεις λάστιχο, δεν υπάρχει σήμα πουθενά. Και ο Βάμος. Ερωτευμένη από τα λυκειακά μου χρόνια, αποτελούσε τόπο καταγωγής του πιο υπέροχου Μαθηματικού που έπεσε στα χέρια μου. Ψηλός, με τα γυαλία του και τα πράσινα μάτια του καλά κρυμμένα από πίσω. Η μετριοφροσύνη είναι για τους μέτριους μου είχε πει εκείνο το μεσημέρι στο σχόλασμα και εγώ το αγκάλιασα χωρίς να μπορώ να το ενστερνιστώ απόλυτα ακόμα και τόσα χρόνια μετά.

Το καλοκαίρι, οι μοιρασμένες αγκαλιές, οι φιλίες που αντέχουν στον χρόνο, οι νέοι έρωτες, τα Χανιά μου. Ευλογημένα να είναι όλα.

Μπάλος (1)

Μπάλος (2)

Γραμβούσα (1)

Γραμβούσα (2)

Τρίτη, Αυγούστου 10, 2010

Πάρος, η ερωτεύσιμη. (ποστ μαμούθ)

Αν τις αγαπάω; Πάρα πολύ. Κοντά στα δέκα χρόνια κρατά αυτή η φιλία. Πέρασε πανελλήνιες, τσακωμούς, τεράστια ζόρια και προβλήματα, ορκομωσίες, γέλια, έρωτες, αγάπες. Επέζησε ακόμα και την εποχή που όλες ήθελαν τον Μπράντον – όχι του Μπέβερλι Χιλς καλέ – του Παγκρατίου. Άντεξε την ώρα που οι περισσότερες σχολικές φιλίες αποτελούν παρελθόν. Εκεί κάπου μετά το τέλος της Χημείας που εγώ κατέβηκα με το ζόρι τις σκάλες. Εκεί πάλι στην κατάθεση του μηχανογραφικού. Στα σοκάκια της Σύρου με το νοικιασμένο να κάνω μανούβρες και η ομάδα να χειροκροτά. Στο σταθμό της Liverpool street πάλι. Με εμένα να έχω ξεμείνει στο βορειοδυτικό Λονδίνο, με την Metropolitan line κλειστή, με εκείνες φορτωμένες μελομακάρονα να με περιμένουν να τις μαζέψω. Χαζεύοντας την ανατολή στην Νάουσα της Πάρου χρόνια πριν, σαν χτες μου φαίνεται. Αλήθεια.

Το λατρεύω αυτό το νησί. Κουβαλά κάτι από την εφηβεία μου. Έχει τον τρόπο να με κάνει πάλι 18χρονη, κοριτσάκι χωρίς άγχη και διδακτορικά, λεφτά. Αυτά είναι για τους μεγάλους και εγώ στην Πάρο ξαναγίνομαι παιδί. Γνωρίζω όλο το νησί, χάνομαι στα σοκάκια, ξέρω πια όλα τα κατατόπια της Νάουσας, πιάνω φιλίες με τους πάντες, πίνω όλα τα κερασμένα σφηνάκια του Νίκου που έχει το Barbarossa και τρώω την καλύτερη αστακομακαρονάδα στο εστιατόριο του αδερφού του. Ναι, εγώ.

Εφτά χρόνια μετά η ομάδα επέστρεψε, εκεί από όπου ξεκίνησε, με άλλον αέρα πια ίσα για να θυμηθεί τα πιο ωραία λαϊκά σε μια εφηβεία επιεική που δεν θα γίνει –άντα. Άντε γιατί παραγνωριστήκαμε.

Το πρωινό ξύπνημα και πάλι βάρβαρο. Το ραντεβού στην Κατεχάκη, στις 6 το πρωί περιπετειώδες. Και στο χάι-speed το κλιματιστικό στο τέρμα. Επίσης κουνούσε. Η πλατινέ ξανθιά στο μπαρ με υποτιμητικό ύφος πασπαλισμένο με σνομπισμό ίσα που καταδέχεται στην κοπελίτσα μπροστά μου να της πει πως το τοστ με τυρί κοστίζει 1.80 ενώ όταν έχει και γαλοπούλα τότε έχει 3.75!

Το ενοικιαζόμενο…για κλάμματα. Με μύγες, με ένα καζανάκι χαλασμένο, με ένα ράντζο μήκους 1.5 μέτρου, με μια κυρία Βούλα (Κροφτ) να ζητά αποζημίωση και με μια Σίντυ εν εξάλλω να ζητά απόδειξη! Ευχή και κατάρα σας δίνω. Ποτέ να μην νοικιάζετε δωμάτιο που δεν έχετε δει επειδή κάποιος, κάπου σας είπε ότι είναι καθαρό. Νομοτελειακά ο πούστης ο Μέρφυ (μπορεί και ο Κοέλο, δεν το έχω ψάξει) θα έχει φροντίσει ώστε να μην είναι. Η κυρία Νικολέττα έδωσε την λύση. «Θα σας βολέψω». Μας βόλεψε. Σε ένα υπέροχο δωμάτιο με θέα όλη την Νάουσα. Με φρέσκο κέικ και κουλουράκια για πρωινό.

Οι μέρες κύλησαν σαν νερό. Είχαν τη γεύση του γλυκού του κουταλιού της γιαγιάς Κωστάντζας. Θύμιζαν εκείνο το καλοκαίρι που είχαμε τελειώσει το Λύκειο και όλο το νησί ήταν ένα βότσαλο στα πόδια μας. Είχαν τεράστιες δόσεις φλερτ και έρωτα. Μεγάλες δόσεις αγκαλιάς και πολλες ανατολές σαν τότε.

Το κείμενο κανονικά συνοδευόταν από φωτογραφίες. Να δείξουν λίγο το νησί, να μεταφέρουν λίγο το συναίσθημα, να απεικονίσουν την ανατολή – αλλά όχι την αγκαλιά. Ο δαίμων της βαλίτσας έκανε το θαύμα του. Κάτι η επιστροφή που δεν ήθελα να έρθει – αλλά ήρθε, κάτι η βαλίτσα που έπρεπε να μαζευτεί πάλι σε λιγότερο από 12 ώρες, κάτι τα βραδινά κρασιά στην άδεια Αθήνα, ήρθε και το καλώδιο έμεινε σπίτι. Αν οι φωτογραφίες είχαν μουσική επένδυση τότε θα ήταν κάτι από τα βρώμικα – αλλά συνάμα τόσο υπέροχα - φιλιά του Λάκη με τα ψηλά ρεβέρ.

Υ.Γ Η πολιτική είναι τρόπος ζωής. Είναι μέσα μου, είναι παντού, την κουβαλώ ακόμα και στα βραχάκια της Νάουσας, πίσω από την έκκλησίτσα, εκεί που σκάει το κύμα τα ξημερώματα. Αλλά να. Είναι Αύγουστος. Και είναι το πρώτο καλοκαίρι μετά από πολλά χρόνια που προσπαθώ να κάνω τόσο ανέμελες διακοπές. Τα τελευταία χρόνια νιώθω τα καλοκαίρια μου…κομμάτι γερασμένα. Φέτος κάνω το αυτονόητο. Περνώ την δεύτερη εφηβεία μου. Και έχει πλάκα.

Τετάρτη, Ιουλίου 28, 2010

Σίφνος, η μαγική. (ποστ μαμούθ)

Το πήγαινε ούτε που το καταλάβαμε. Μέχρι να μπούμε, να κοιμηθούμε, σε σκάρτες τρεις ώρες είχαμε φτάσει. Κάτι η ζέστη, κάτι το στριμωξίδι του ηλεκτρικού ξημερώματα ήρθαμε να πέσουμε κουρέλια μέσα στο χάι-speed. Ένα πιτσιρίκι έκλαιγε και εμείς μέσα στον ύπνο μας αναφωνούσαμε «Ηρώδης» για να ξαναβολευτούμε στις αεροπορικές μέχρι να δέσουμε.

Στον γυρισμό υπέφερα. Με το αργό κάναμε πάνω από 5 ώρες (πολύ παραπάνω αλλά τις μειώνω για να μην συγχυστώ) και για να μην κρυώνω από τα κλιματιστικά την έβγαλα στο μαγαζάκι του πλοίου δοκιμάζοντας χειμωνιάτικα. Αρχικά είχαμε κάνει μια προσπάθεια να μεταφερθούμε σε άλλες θέσεις που όμως ήταν και αυτές αριθμημένες και άνηκαν σε μια παλιά μου συμμαθήτρια από το νηπιαγωγείο. (Δεν κάνω πλάκα)

Το ομολογώ. Κυκλάδα, κυκλάδα αλλά είχα πολλές απαιτήσεις από αυτήν. Μέρες την περίμενα την ρουφιάνα. Σίφνος λοιπόν. Και δεν διαψεύστηκα. Απλά μαγική.

Οι Καμάρες είναι το λιμάνι. Εμείς μείναμε εκεί για να έχει λίγο σασπενς η ζωή μας, ειδικά τα βράδια που θέλαμε να γυρίσουμε από την Απολλωνία και όλοι μας έλεγαν ότι υπάρχει αλκοτέστ ενώ εμείς δεν είχαμε δει μπάτσο ζωγραφιστό.

Η αλβανίδα που καθάριζε τα δωμάτια θεωρούσε σωστό κάθε πρωί κατά τις 10.30 να μας ξυπνάει για να καθαρίσει και εγώ σκεφτόμουνα κάθε μα κάθε πρωί να βγάλω το καλάσνικοφ από το τσαντάκι μου και να την χαιρετήσω.

Για φαγητό δεν κάτσαμε καθόλου στο λιμάνι, τιμήσαμε όμως τις μπουγάτσες για πρωινό και αγοράσαμε μια ομπρέλα που δεν την στήσαμε ποτέ και στο τέλος την κάναμε δώρο στον πέφτουλα τυπά που μας νοίκιασε το αμάξι.

Το οποίο αμάξι το νοικιάσαμε από τις καμάρες με προκαταβολή κανέναν μήνα πιο νωρί και έκανε συνολικά πάνω από 250 χιλιόμετρα. Δεν με πείραξε ο φάγωμένος δίσκος, ούτε το κατεστραμμενο κιβώτιο ταχυτήτων. Με τσάκισε ότι δεν είχε καθρέφτη οδηγού και συνοδηγού και ότι ήταν καμμένο το εσωτερικό φως. Μα για όνομα!

Η Απολλωνία ήταν μια ζωγραφία. Φτιαγμένη για γυναίκες με αυξημένο το καταναλωτικό αίσθημα είχε σε απόσταση 2 μέτρων το ένα από το άλλο συνολικά περιπου 6424 κοσμηματοπωλεία. Ενώ υπήρχαν ακόμα 4322 μαγαζάκια που πουλούσαν καφτάνια, σαγιονάρες, παρεό, καπέλα, τσάντες, φουλάρια, ότι μπορείς να φανταστείς ότι θα κάνει κλικ σε μια γυναίκα.

Φάγαμε πρωινό στη Βεράντα και στον Ραμπαγά (όχι την ίδια μέρα) και καταλάβαμε την πεμπτουσία του καλού φαγητού. (τιμές τσιμπημένες αλλά δεν βαριέσαι, δεν ψωνίσαμε τίποτα και έτσι δεν νιώσαμε καμία τύψη). Βράδυ φάγαμε στην Οδό Ονείρων δίπλα στον Σημίτη και την Δάφνη ενώ για ποτό συνήθως στο cosi (που δεν έκοβε ποτέ απόδειξη και είχε και την ίδια πλέιλίστ κάθε βράδυ τρομάρα του) και στα γειτονικά του. Το μοναδικό παγωτατζίδικο στο στενό…πολυδιαφημισμένο αλλά όχι και να κατουρηθείς κιόλας.

Για βόλτα πήγαμε στο Κάστρο. Υπέροχο το Κάστρο, ρομαντικό, με θέα, με ομορφιές, με το γαλάζιο να σε περικυκλώνει. Μακραν το καλύτερο φαγητό είναι στον Λεωνίδα με θέα που δεν υπάρχει, μοχίτο στο Cavo – αν πάτε δώστε τα φιλιά μου στον ιδιοκτήτη που του υποσχέθηκα να πάμε Κούβα ξανά παρέα - και βόλτα γύρω από τα τείχη την ώρα του ηλιοβασιλέματος.

Ο Αρτεμώνας έχει βγει από άλλη εποχή με παλιά σπίτια καπετανέων και γλυκό στην πετζούλα όπου ο Σιφνιός που το έχει ήταν σεφ στο saint george lycabettus αλλά τα παράτησε όλα και έτσι εγώ δοκίμασα μακράν την πιο ωραία τάρτα φρούτων και πανακότα στη ζωή μου.

Για μπάνιο αράξαμε κάτω από το δέκατοτρίτο αλμιρίκι στη χρυσοπηγή αλλά μας έδειρε ο αέρας και φύγαμε για τη Φασολού που ήταν πολύ καλύτερη.

Τις επόμενες δύο μέρες τις βγάλαμε στη Λαζάρου που απλά δεν υπάρχει. Είναι μύθος. Με πράσινα, βαθιά, κρύα νερά και ένα μπιτσόμπαρο που μας προσέφερε όλα τα απαραίτητα όπως το εξαιρετικό τυροπιτάρι με σιφνέικη μυζήθρα. Αυτά όμως δεν τα λέω γιατί θέλω να κρατήσω το μέρος για μένα! Μια ακόμα μέρα πήγαμε πλατύ γυαλό – όπου όλοι μας είχαν πει για το μαγαζί του Τόνυ Δημητρίου τρομάρα του. Μούφα. Φύγαμε και ξαναπήγαμε Λαζάρου. Ενώ την τελευταία μείναμε στο μπιτς μπαρ Folie στις Καμάρες με τις καταπληκτικές φρουτοσαλάτες που δεν δοκιμάσαμε. Επιπλέον, στην αρχή νομίζαμε ότι το λένε Φώφη αλλά και αυτή η παρεξήγηση λύθηκε γρήγορα.

Αν κάτι χαρακτηρίζει το νησί είναι τα γέλια που κάναμε, τα σφηνάκια που ήπιαμε, οι ύπνοι που ρίξαμε και η κούραση της ξεκούρασης που μας γονάτισε κυριολεκτικά.

Οι λογαριασμοί με το νησί δεν έκλεισαν.


άποψη του δωματίου στις Καμάρες (πολύ καλό το λες)
το μαγικό Κάστρο (1)

το μαγικό Κάστρο (2)

η θέα από το Cavo στο Κάστρο

το Cavo ...με τα κοκτέιλ και τον απίστευτο τυπά


η θέα από την ταβέρνα του Λεωνίδα

το εσωτερικό της ταβέρνας του Λεωνίδα

βόλτα στο Κάστρο

ριζότο με σολωμό ...δίπλα στο Σημίτη

κόκκορας κοκκινιστός...δίπλα στο Σημίτη

πρωινόν αναγκαίον στον Ραμπαγά

πρωινόν απολαυστικότατον στη Βεράντα της Απολλωνίας

Αρτεμώνας...ο αρχοντικός (1)

Αρτεμώνας...ο αρχοντικός (2)

Αρτεμώνας...ο αρχοντικός (3)

Αρτεμώνας...ο αρχοντικός (4)

τα γλυκά στην πετζούλα με τη συνοδεία Αλκίνοου

Χρυσοπηγή...η κούκλα

το μοναστήρι της Χρυσοπηγής

κι η Παναγιά...έσκισε στα δυο το βράχο για να μην περάσουν οι Τούρκοι



Να περνάτε καλά ωρε σύντροφοι. Έρχεται δύσκολος χειμώνας αλλά παρέα θα τον περάσουμε και αυτόν. Προς το παρόν κάνω μια βουτιά και για σας...κλείνοντας (όπως πάντα) τη μύτη μου.