Σάββατο, Απριλίου 05, 2008

To παπούτσι σου βρωμάει...αλλαξέ το!

Με τέτοια τρεχάματα που έχω αυτό τον καιρό, μόνο αναρτήσεις του ποδαριού μπορώ να κάνω. Με πήραν είδηση λοιπόν και μου ζήτησαν ο Τζονάκος και ο Νίκος να δείξω το αγαπημένο μου πατούμενο. Έλα όμως που το πατούμενο για μένα είναι μια μεγάλη ιστορία, μια τρελή εμμονή, ένα κόλλημα χωρίς γιατρειά. Το ίδιο πρόβλημα τίθεται και με το κεφάλαιο «τσάντα» αλλά αν το αναπτύξω και αυτό τότε ο αντρικός πληθυσμός θα σκίσει τα πτυχία του και θα καταραστεί τον Αδάμ που στάθηκε τόσο μαλάκας ώστε να ξεγελαστεί από μια μελαχρινή πρασινομάτα. Έκτοτε και επίσημα άρχισαν οι ντροπές και βρήκαν ο Manolo Blahnik, η Καλογήρου και ο Jimmy Choo γυναικεία θύματα για να εκμεταλλευτούν. Γιατί η σωστή μπαλαρίνα, το κατάλληλο peep-toe, η τέλεια δεκάποντη γόβα και το χρυσό πέδιλο χρειάζονται μελέτη, σπουδή και ενίοτε ωδή στον Ύψιστο ώστε να μας φανερωθούν.

Και πριν με κατηγορήσετε για υπέρμετρο καταναλωτισμό να σημειώσω ότι στις Πανελλήνιες είχε πέσει το εν λόγω θέμα και εγώ είχα γράψει Άριστα. Τώρα αν οι διορθωτές ήταν γυναίκες δεν μπορώ να το ξέρω. Στις ασκήσεις πάντως ζητούσαν επίσης το αντίθετο του καταναλωτισμού και εγώ είχα γράψει ασκητισμός. Θρίαμβος. Έμπαινα Νομική Κομοτηνής από τη Θετική κατεύθυνση εξαιτίας του καταναλωτισμού στην Έκθεση, του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου του 1830 και της Συνθήκης της Αδριανούπολης του 1829 στην Ιστορία. Αϊ σιχτίρ που τα θυμήθηκα αυτά νυχτιάτικα. Μα πόσο προφητική ήμουν όταν έβαζα ως avatar το γοβάκι που φορά το πριγκιπόπουλο στην παξιμαδοκλέφτρα- που ξεβράκωτη την πήρε και την έκανε κυρία;

Κι επειδή αυτές τις μέρες μπορεί να έχω κάνει περίπου 6853 χιλιόμετρα με τα πόδια και με μια ομπρέλα ανά χείρας καθώς είχε παλιόκαιρό τη μέρα που σε γνώρισα, να έχω ρίξει τόση δουλειά που θα ζήλευε κάθε εργοδότης και να έχω φάει τόση γραφειοκρατεία που ούτε στον εχθρό μου δεν θα ευχόμουνα, δεν θα μπορούσα να κάνω όμως εκπτώσεις στο παπούτσι που θα σας παρουσίαζα. Τις κόκκινες γόβες που είναι αγορασμένες πέρυσι από το Βερολίνο δεν σας τις δείχνω. Ούτε τις μαύρες καστόρινες που η μανούλα μου πλήρωσε 250 Ευρώ στον Μπουρνάζο για να τις βρω εγώ με 60 στη Zara στην Ερμού. Σας παρουσιάζω το ένα από τα δύο αγαπημένα μου καλοκαιρινά πέδιλα. Είναι τα μοναδικά τόσο ψηλά πέδιλα που έχω. Και τα πιο ακριβά. Η πόζα φαίνεται ανέμελη. Μην ξεγελιέστε. Κόπιασα μέχρι να τραβήξω αυτό ακριβώς που ήθελα και με τον τρόπο που ήθελα. Οι πιτζάμες που φοράω από πάνω με τον Donald να κάνει σκι δεν φαίνονται. Ούτε ότι η συγκεκριμένη πόζα είναι επιλεγμένη ανάμεσα από άλλες 15 στις 2 τα ξημερώματα χτες, στο καθρέφτη της ντουλάπας. Ευτυχώς που οι δικοί μου δεν με πήραν χαμπάρι. Και δεν διαβάζουν και το blog. Εσείς μπορείτε να γελάσετε ελεύθερα. Δεν παρεξηγώ!!


Τετάρτη, Απριλίου 02, 2008

Κρίμα

Τέχνη ονομάζεται το σύνολο της ανθρώπινης δημιουργίας με βάση την πνευματική κατανόηση, επεξεργασία και ανάπλαση, κοινών εμπειριών της καθημερινής ζωής σε σχέση με το κοινωνικό, πολιτισμικό, ιστορικό και γεωγραφικό πλαίσιο στο οποίο διέπονται.

Η τέχνη βασίζεται στην εμπειρία και στο ταλέντο. Αποτελεί μια ευρύτερης ερμηνείας ονομασία που χρησιμοποιείται για να περιγράψουμε την διαδικασία, της οποίας προϊόν είναι κάτι το μη φυσικό, το οποίο ακολουθεί τους κανόνες του δημιουργού.

Αυτός είναι ο ορισμός της τέχνης κατά την wikipedia.


Κι αυτός είναι ο ορισμός της κτηνωδίας κατ' εμέ.
Η τρανή απόδειξη του πόσο απάνθρωποι έχουν γίνει κάποιοι και πόσο απάνθρωπα αδιάφοροι έχουμε γίνει εμείς.

Αντιγραφή από το blog του Γιάννη Καφάτου. Κι ένα μεγάλο ευχαριστώ. Σε όλους εσάς που αυτόν τον καιρό όλο και κάτι προσπαθείτε να αλλάξετε μέσα από τα blog σας. Δεν έχω χρόνο για όλα δυστυχώς. Ξέκλεψα για αυτό εδώ.

Σάββατο, Μαρτίου 29, 2008

Η ευγενική πλευρά της αγένειας

Γυρίζοντας στις 5.30 το ξημέρωμα σπίτι αυτό που θες διακαώς είναι πρώτον να φτάσεις όσο το γρηγορότερο γίνεται γιατί νυστάζεις και σε έχουν χτυπήσει οι γόβες, δεύτερον να μην σου τύχουν πολλοί τρελοί στο δρόμο και τρίτον να μην σε σταματήσουν για αλκοτέστ όχι γιατί έχεις πιει αλλά γιατί δεν έχεις τα ψυχικά αποθέματα να πιάσεις κουβέντα, να φυσήξεις, να δώσεις στοιχεία, να απαντήσεις σε ερωτήσεις και να κάνεις όλα τα παραπάνω χαμογελώντας σαν τον Αρναούτογλου.

Γυρίζοντας χτες 5.30 στο σπίτι, όντας στην τσίτα καθώς έβρεχε τουλούμια και όλοι οι τρελοί είχαν πάρει το δικό μου δρόμο και την ίδια ώρα με μένα και λίγο πριν φτάσω για να μπω στη γειτονιά μου, διένυα τα τελευταία χιλιόμετρα με τη χαρά ότι πιτζάμες, παντόφλες και κρεβάτι σε λίγο θα με υποδέχονταν. Κι όμως. Αριστερό φλας. Από τη μεσαία λωρίδα μπαίνω στην αριστερή. Ο πιο μπροστά φρενάρει απότομα. Ο μπροστινός μου φρενάρει και ανάβει και αλάρμ. (Είχα να το δω αυτό πολλά χρόνια σε ελληνικό δρόμο, μιλάμε ο άνθρωπος είναι πολύ μπροστά οδηγικά.) Φρενάρω κι εγώ και περνώντας διαπιστώνω ότι ανάμεσα σε μεσαία και αριστερή λωρίδα, σε μια από τις κεντρικότερες λεωφόρους αυτής της πόλης έχει βρεθεί άγνωστο πως ολόκληρος κάδος σκουπιδιών. Με το χρώμα το πράσινο το σκούρο που είναι εξαιρετικό για καμουφλάζ παγίδας. Σε σημείο όπου ο φωτισμός ήταν ανύπαρκτος. Ενώ ο καιρός έριχνε καρεκλοπόδαρα. Αφού έκανα το σταυρό μου, εγώ η άθεη κι αφού σκέφτηκα ότι φτηνά τη γλιτώσαμε απόψε, άρχισα να σκέφτομαι τους επόμενους που θα περνούσαν από τη παγίδα του κάδου. Το πρώτο μούδιασμα έδωσε τη θέση του στο άγχος. Κάνω λοιπόν στην άκρη και σαν άλλη κυρία Κούγια παίρνω το 100 και λέω την τρομερή ατάκα «Δεν ξέρω αν πήρα σωστά» εννοώντας βέβαια ότι δεν ήξερα αν είναι δική τους αρμοδιότητα το θέμα. Κι αφού εξήγησα τι συμβαίνει στον αστυνομικό, τηλεφωνητή ο οποίος άργησε η αλήθεια είναι να καταλάβει αλλά μπορεί να έφταιγα κι εγώ που ήμουν ταραγμένη με ρώτησε ακριβές στίγμα. Και εκεί είπα τη δεύτερη κορυφαία ατάκα αφού επέμενε να του δώσω λεπτομέρειες έχοντας ήδη πει το δρόμο και το ύψος με βάση το δήμο που διέτρεχα. «Απέναντι από το τάδε Ζαχαροπλαστείο» είπα με μια φυσικότητα. «Δεν θα το γνωρίζουν οι συνάδερφοι» μου είπε αυτός. «Κάνει το καλύτερο προφιτερόλ στη πόλη» θέλησα να πω αλλά κρατήθηκα. Άφησα τα στοιχεία μου, καληνύχτισα και επιτέλους αποκαμωμένη γύρισα σπίτι. Η τρομερή σκέψη που έκανα λίγο πριν κοιμηθώ ήταν αν θα έπρεπε να κλείσω το κινητό ή θα με έπαιρναν για να μου πουν τι έγινε.

Υ.Γ. Ελπίζω απόψε να μην μου ανάψει το ποτροκαλί λαμπάκι του πανικού καθότι δεν έχω βάλει βενζίνη και φοβάμαι ότι τα εφημερεύοντα βενζινάδικα πάλι δεν θα μου κάνουν την τιμή να με περιμένουν…

Καλό Σαββατόβραδο σε όλους!

Δευτέρα, Μαρτίου 24, 2008

Σκέψεις ενός ξενυχτισμένου μυαλού Νο 2. ...

Και να που η Αθήνα έχει 5 εκατομμύρια κατοίκους κι ο Μέρφυ δίκιο. Γιατί όταν Σάββατο βράδυ έχοντας βγει με τις φίλες σου, πέσεις είτε στο Γκάζι, είτε στου Ψυρρή, είτε στο Κολωνάκι πάνω στον πρώην δε χάθηκε ο κόσμος. Πολιτισμένοι άνθρωποι είμαστε. Μεγάλα παιδιά. Αν όμως πέσεις πάνω στον πρώην την ώρα που ο νυν έχει μπει στο ίδιο μαγαζί για να σε βρει και να σου κάνει έκπληξη τα πράγματα δυσκολεύουν. Κι αν ο νυν αντιπαθεί πολύ τον πρώην κι αν ο πρώην το παίζει πολύ αφ’ υψηλού κι αν η κολλητή σου έχει απλώσει το χέρι για συμπαράσταση τότε αυτή θα την πληρώσει. Γιατί αφενός η βραδιά θα της μείνει αλησμόνητη, αφετέρου το χέρι της θα πονά για λίγες μέρες από το σφίξιμο. Κι αυτό που με πειράζει περισσότερο δεν είναι ότι ο νυν τσαντίστηκε, ούτε ότι ο πρώην μας κέρασε σφηνάκια με sambuca, ενώ εγώ δε μπορώ ούτε να την μυρίσω μετά από ένα μεθύσι άλλο πράγμα που είχα κάνει πριν δύο καλοκαίρια, έναν Ιούλιο όπου έβλεπα τη θάλασσα να κινείται σαν εκκρεμές. Είναι που γράφω με το ένα χέρι. Ακόμα.
....................................................................................................
Είδα τη θεατρική παράσταση «Το Γάλα». Νομίζω ότι αν πω ότι συγκλονίστηκα θα είναι το ελάχιστο. Στη παράσταση δεν θα αναφερθώ. Να πάτε να τη δείτε, να ψυχοπλακωθείτε, να προβληματιστείτε, να δείτε σε τι κοινωνία θα φέρουμε τα παιδιά μας και να αφήσετε τα φουστάνια της μαμάς σας, αμάν πια κοτζάμ άνθρωποι. Προπαντός να δείτε πως είναι να ζεις σε μια κοινωνία που δεν σε αποδέχεται και πως νιώθουν αυτοί που κάνουν υπεράνθρωπες προσπάθειες για να αφομοιωθούν μέσα σε αυτή. Ο πιτσιρικάς που υποδύεται το Λευτέρη είναι εκπληκτικός. Ονομάζεται Αλέξανδρος Μπαλαμώτης και γράφω το όνομα γιατί κάποια μέρα θα γίνει πολύ διάσημος ηθοποιός κι εγώ θα περιμένω υπομονετικά στην ουρά για αυτόγραφο σαν άλλη Ρουβίτσα. Φιλική συμβουλή μόνο του δίνω, μόλις γίνει πρώτο όνομα να μην δώσει συνέντευξη στο Gala στη Μαρία Σταματέρη και να μη βγει στο κους-κους στο μεσημέρι. Ας τον πουν σνομπ. Καλύτερα.
...............................................................................................
Αύριο του Ευαγγελισμού κι αυτή τη γιορτή τη χαίρομαι γιατί λατρεύω τον τηγανιτό μπακαλιάρο. Βέβαια και το Πάσχα σαν γιορτή το λατρεύω κι ας σιχαίνομαι το αρνί και τη μαγειρίτσα αλλά αυτό είναι δείγμα του πόσο παράξενος άνθρωπος είμαι αλλά δε βαριέστε, όλοι έχουμε κουσούρια. Η παρέλαση με αφήνει παγερά αδιάφορη. Αν είχα υπάρξει σημαιοφόρος και σε αυτή θα τη λάτρευα. Αν δεν είχα κληρωθεί θα τη μισούσα. Δεν έτυχε όμως να ξαναπαρελάσω έκτοτε και το μόνο που θυμάμαι από τα μαθητικά μου χρόνια για τη συγκεκριμένη γιορτή ήταν μια θεατρική παράσταση στην οποία ήθελα να παίξω τη Μαντώ Μαυρογένους κι ας μην υπήρχε σαν ρόλος. Η δασκάλα μου επί ματαίω προσπαθούσε να με πείσει. Και η μαμά μου σαν κλασική μαμά δεν ήρθε στο σχολείο να πάρει το μέρος μου. Πήρε το μέρος της δασκάλας και το θέμα έληξε εκεί. Ποτέ δεν θα το ξεχάσω.
............................................................................................
Και μερικές απορίες: Οι κάτοικοι του κέντρου χάρηκαν με την αποκομιδή των σκουπιδιών επειδή καθάρισε η πόλη ή επειδή κάθε κάδος μαζί με τα στολίδια του έπιανε 3 θέσεις parking;
Οι οδηγοί που βρίζουν τους ταξιτζήδες έχουν σκεφτεί τι χαρακτήρα θα έβγαζαν αυτοί αν ήταν στο τιμόνι επί 10 ώρες κυκλοφορώντας σε αυτή τη χώρα; Κι όταν προτάσσουν το επιχείρημα ότι αυτοί όμως είναι επαγγελματίες για να υποστηρίξουν την άποψή τους τι εννοούν; Ότι έχουν σπουδάσει στο πανεπιστήμιο της ζωής;

Τετάρτη, Μαρτίου 19, 2008

Ήταν όλοι τους παιδιά μου

Δεν πουλάει ρε μάνα μου σαν είδηση. Το πήρα πρέφα κι εγώ η ρουφιάνα πολύ αργά. Είχα ήδη αρχίσει να ασχολούμαι μαζί του και να κολλάω. Κι όσο έσκαβα τόσο άρχιζα να εκνευρίζομαι. Να τσιτώνω, να κατεβάζω καντήλια, να βρίζω (στα γαλλικά). Δεν πουλάει λοιπόν το θέμα. Ακόμα και ο εθνοπατέρας το πήρε πιο γρήγορα χαμπάρι από μένα και δεν ασχολήθηκε καθόλου. Όλοι δηλαδή το πήρανε χαμπάρι πιο γρήγορα από μένα. Και δε φταίνε αυτοί. Φταίω εγώ που κουβαλάω αυτό το ενοχικό σύνδρομο, προίκα από μικρή και δεν το αποχωρίζομαι. Που πιστεύω ακόμα στα αυτονόητα. Που εξακολουθώ να αντιμετωπίζω τα παράλογα με κυνισμό. Που μάλλον ζω σε λάθος χώρα ή σε λάθος εποχή όπως θα έλεγε και ο Δεληβοριάς.

Δεν πουλάει ρε μάνα μου όμως σαν είδηση. Κι έτσι πέρασε στα πολύ ψιλά. Σαν έβδομή λοιπόν είδηση το βρήκα λοιπόν χτες αργά το βράδυ στο http://www.in.gr/ . Σε 16 περιόδους η ανάλυση, σε 1 και μοναδική η ουσία κι αυτή μέσα από τις δηλώσεις της Παπαρήγα. Στην πτώση του ελικοπτέρου στο Βασιλούδι και το θάνατο 3 νέων ανθρώπων αναφέρομαι. Το άκουσες; Το πήρες χαμπάρι; Και να μην το άκουσες δεν θα σε κατηγορήσω γιατί κι εγώ είδα κι έπαθα για να το ακούσω. Να το πάρω χαμπάρι. Στρατιωτικό ελικόπτερο τύπου Huey με τριμελές πλήρωμα κατέπεσε και συνετρίβη. Σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος εξέφρασε τη θλίψη του. Κι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας να είναι καλά ο άνθρωπος και ο υπουργός Εθνικής Αμύνης Β. Μεϊμαράκης εξέφρασε την οδύνη του κι ο Θ. Ρουσόπουλος τη στεναχώρια του και όλοι μα όλοι είπαν τον καλό τους το λόγο για τα παιδιά που έπεσαν στο καθήκον (λες και τα ήξεραν) και έδειξαν το ταλέντο που κατά βάθος κρύβουν στην υποκρισία και σε αυτό τους βοηθούν και τα μαθήματα που όλοι έχουν κάνει στην υποκριτική.

Γιατί μπορεί να μην πουλάει ρε μάνα μου σαν είδηση αλλά η ουσία είναι μια. Ότι το ελικόπτερο ήταν από τον πόλεμο του Βιετνάμ. Ηλικίας 42 χρόνων με πρόχειρους υπολογισμούς που έκανα μετρώντας με τα δάχτυλα. Είχε κατασκευαστεί το 1966. Τη χρονιά που ο Τζόν Λένον σε συνέντευξή του δήλωνε ότι τα Σκαθάρια είναι πιο δημοφιλή από το Χριστό. Τη χρονιά που η Γουινέα κερδίζει την ανεξαρτησία της. Τη χρονιά που ο Φιντέλ οδηγεί την Κούβα σε στρατιωτικό νόμο με το πρόσχημα της Αμερικανικής επίθεσης. Τη χρονιά που γεννιέται η Salma Hayek και η Halle Berry. Τότε κατασκευάστηκε και αυτό. Και κατέληξε ο Θεός ξέρει, η κυβέρνηση της ΝΔ ξέρει, του Πασόκ ξέρει, εδώ. Πόσο το πληρώσαμε κανείς δεν ξέρει. Γιατί το χρησιμοποιούσαμε αντί να το πάμε σε εκείνο το πολύ ωραίο μουσείο που έχουμε στη Βασιλίσσης Σοφίας και ονομάζεται Πολεμικό κανείς δεν ξέρει. Γιατί ξοδεύουμε τόσα σε εξοπλιστικά προγράμματα κάθε χρόνο ενώ για την τριτοβάθμια παιδεία χαλαλίζουμε μόλις το 5% του πληθωρισμού ετησίως κανείς δεν ξέρει. Γιατί θυσιάζουμε ανθρώπινες ζωές φορώντας πρώτα το προσωπείο της αδιαφορίας και μετά το συμβάν τη μάσκα της συμπόνοιας και του οίκτου κανείς δεν ξέρει.

Δεν πουλάει ρε μάνα μου όμως σαν είδηση και γι’ αυτό θα ερευνηθούν τα αίτια που οδήγησαν στην πτώση του εν καιρώ. Προς το παρόν θεωρείται ότι έπεσε κάτω από αδιευκρίνιστες αιτίες. Το πόρισμα σίγουρα θα ρίξει άπλετο φως και οι ευθύνες θα αποδοθούν εκεί που πρέπει. Πάντως αν ήταν θεατρική παράσταση τότε όλοι οι θλιμμένοι πατέρες που κυβερνούν αυτόν τον τόπο θα μπορούσαν επάξια να διεκδικήσουν το ρόλο του Τζο Κέλλερ (παρακαλώντας παράλληλα η μοίρα να μη σταθεί τόσο σκληρή απέναντί τους). Ήταν άλλωστε όλοι τους παιδιά τους. Και η Ελλάδα σκοτώνει τα παιδιά της (ή τα διώχνει μακριά).

Υ.Γ Σήμερα τα Νέα ασχολήθηκαν με το θέμα. Πάλι καλά.

Σάββατο, Μαρτίου 15, 2008

Ψευτοκουλτούρα..ώρα να φεύγουμε!

Μας καμαρώνω. Μας θαυμάζω. Μας φτύνω για να μη μας βασκάνω. Όλα τα αντέχουμε, όλα τα μπορούμε. Και στα σκουπίδια κλείνουμε τη μύτη και στις διακοπές ρεύματος κλείνουμε το μάτι και στις μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης υψώνουμε τη φωνή και φυσικά και στους Σκοπιανούς βγάζουμε τη γλώσσα. Αν αυτό δεν είναι δείγμα ότι σε περίπτωση πυρηνικού πολέμου εκτός από τις κατσαρίδες θα επιβιώσουν και οι Έλληνες, μονάχα οι Έλληνες τότε εγώ θα σκίσω το πτυχίο που τόσο κόπο κάνω για να πάρω! Κι επειδή κατά βάθος δεν είμαστε καθόλου ψευτοκουλτουριάρηδες και σε τέτοιες ώρες τα τραγούδια μιλάνε πολύ καλύτερα από τα γραπτά ιδού μερικές εκλεκτές επιλογές από το χρονοντούλαπο. Βάλτε δυνατά τη μουσική και μην πτοείστε. Μπόρα είναι θα περάσει.

Κάτι παλιό αλλά κλασσικό, αφιερωμένο σε σας αναγνώστες μου:

Κάτι για το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ μέρες που είναι:


Κάτι για την κυβέρνηση:

Η μοναδική γυναίκα της φωτογραφίας είναι η Φάνη. Μην σας ξεγελά το δερμάτινο παντελόνι. Τότε ήταν της μόδας. Δείτε το μαλλί για να πειστείτε. Στα δεξιά ο Γιακουμάτος με μουστάκι. Τον κύριο αριστερά με τις φέτες κοιλιακούς δεν τον ξέρω. Μάλλον είναι από αυτούς που τους έφαγαν οι κλίκες και τα μικροσυμφέροντα.

Κάπου πήρε το μάτι μου το Ψωμιάδη με στολή Ζορό. Εγώ βρήκα μια πολύ πιο παλιά και σπάνια φωτογραφία του από το καρναβάλι της Ξάνθης το 78' με το ανάλογο βέβαια τραγουδάκι σε ρυθμό ραπ (μάλλον):


Κι επειδή καλη η πολιτική αλλά κι ο μικρόκοσμός μας θέλει τη σημασία του:

Αφιερωμένο σε ένα φίλο που με ρώτησε αν ακούω Τερλέγκα. Μα φυσικά!


Λόγω Σαββάτου, για απόψε δύο εξαιρετικές επιλογές είτε βγείτε, είτε καθίσετε μέσα:


Κλείνοντας αυτή τη μουσική πανδαισία επειδή κάποιοι με ρωτάτε πως πάω στην εξεταστική σας απαντώ με αυτό το άσμα:

Κι επειδή μερικοί με ρωτάτε και πως είμαι αυτό το καιρό, για ακούστε και αυτό, δια στόματος (;) Νταίζης Ντούκουνα:

Καλό Σαββατοκύριακο σε όλους!!


Τετάρτη, Μαρτίου 12, 2008

1-2-3 Κέντρο λαμβάνει;

Ήταν Πέμπτη μεσημέρι. 20 του Φλεβάρη και έχει μεγάλη σημασία. Γιατί δεν ήταν ούτε 19, ούτε 21. Μέρα ζυγή κυκλοφορούσαν τα ζυγά κι εγώ μονή και μόνη σε ένα πεζοδρόμιο περίμενα. Στο κέντρο γινόταν της κακομοίρας. Πάνε κοντά 3 βδομάδες από τότε αλλά ακόμα το θυμάμαι και ιδρώνω από τον πανικό. Εκείνη τη μέρα έσπρωξα και σπρώχτηκα πολύ. Πάτησα και πατήθηκα. Κουράστηκα. Ταλαιπωρήθηκα και έμεινα στο Σύνταγμα πάνω από μιάμιση ώρα περιμένοντας ταξί. Αν περίμενα να μου πέσει το Τζόκερ ή να τα φτιάξω με το Νικοπολίδη θα είχα περισσότερες πιθανότητες, εξακριβωμένο αυτό. Δεν περνούσε τίποτα. Όσα περνούσαν ήταν γεμάτα, όσα είχαν την ευγενή καλοσύνη να με πάρουν διπλοκούρσα ήθελαν να με πάνε Γαλάτσι μέσω Δάφνης και όλοι ξέρουμε ότι Σύνταγμα-Δάφνη-Γαλάτσι δεν είναι καθόλου καλός συνδυασμός μέσα στο μεσημέρι αν έχεις ευαίσθητα νεύρα και έκρυθμη ιδιοσυγκρασία όπως εγώ. Κι εκεί που ετοιμαζόμουν να το κόψω ποδαράτο ξυπόλητη γιατί με είχαν χτυπήσει και τα καινούργια παπούτσια βρέθηκε η Ταξιτζού. Ρόδα είναι και γυρίζει μου σφύριξε μόλις μπήκα μέσα και είδε την απελπισία μου. Από το ράδιο η Πρωτοψάλτη μας καλούσε να πάμε Χαβάη κι εκείνη με ρώτησε αν θέλω να αλλάξουμε τη κούρσα και να πάμε προς Αεροδρόμιο καλύτερα, γιατί αμαρτία να είμαι στη τσίτα νέο κορίτσι. Η κούραση ούτε να χαμογελάσω δεν με άφηνε. Μια γκριμάτσα μορφασμού έκανα που μάλλον παρεξήγησε χωρίς να την πτοήσει ούτε στο ελάχιστο όμως. Αφού είδε και αποείδε ότι με το μαλακό δεν μαλάκωνα αγρίεψε. Με έβαλε να βρω χαρτί και μολύβι για να παίξουμε. Σε τρελή πέσαμε σκέφτηκα αλλά δεν με έπαιρνε να αρνηθώ γιατί δεν θα έφτανα ποτέ Γαλάτσι που ήταν η Ιθάκη. Συμβιβάστηκα λοιπόν. Βρήκα τη λίστα με τα ψώνια και έγραψα τους κανόνες ανάμεσα σε μακαρόνια Barilla, δίλιτρες κόκα κόλες και χλωρίνη Klinex με άρωμα φρεσκάδας, με άρωμα φρεσκάδας τι ωραία μυρωδιά.

Εν συντομία λοιπόν:
1. πιάνουμε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά μας αυτή τη στιγμή
2. το ανοίγουμε στη σελίδα 123 (αν είναι μικρό, παίρνουμε το επόμενο κοντύτερα σε μας, που έχει τουλάχιστον 123 σελίδες)
3. βρίσκουμε την πέμπτη πρόταση
4. αντιγράφουμε τις επόμενες τρείς δλδ την έκτη, έβδομη και όγδοη και
5. βρίσκουμε άλλους πέντε ατυχείς να τους πασάρουμε το παιχνίδι.

Φυσικά όταν με κατέβασε και δεν την είχα ανάγκη αποφάσισα να παραβώ τον πρώτο κανόνα. Το γραφείο μου είναι βομβαρδισμένο από βιβλία. Βιβλία εξεταστικής, βιβλία τεχνικά, βιβλία του Μηχανικού, του τρελού, του φοιτητή του έρμου που δεν ελπίζει τίποτα, φοβάται τα πάντα και φυσικά έχει από καιρό απολέσει την απατηλή αίσθηση της ελευθερίας.

Σηκώθηκα και πήγα στη βιβλιοθήκη. Θα διαλέξω το πιο μικρό για να ρισκάρω σκέφτηκα. Το πρώτο ήταν η ποιητική συλλογή ενός φίλου. Το δεύτερο είχε 124 σελίδες. «Εν ονόματι» λοιπόν του Αντώνη Σαμαράκη.
Παραθέτω την 6η, 7η και 8η πρόταση με πολύ αγάπη:

«Να πληρώσω εγώ, ο ένοχος, εγώ που τάραξα την ηρεμία, την αδιαφορία, την απάθεια των άλλων, των πολλών, αντίκρυ σε όλα τα εφιαλτικά που γίνονται στο κόσμο μας και τον στιγματίζουν. Να πληρώσω τώρα, να εξιλεωθώ. Όφειλα να σκεφτώ ότι τα διάφορα εν ονόματι στη ζωή μας είναι μια λερναία ύδρα με πολλά κεφάλια, όφειλα να μαντέψω ότι για κάθε εν ονόματι που κόβεις ξεπηδάει ένα άλλο, δύο άλλα…»

Λατρεμένο βιβλίο. Αγαπημένο κομμάτι. Νομίζω ότι τα λέει όλα, δεν επιδέχεται ερμηνείας ή παρερμηνείας κι εγώ για ακόμα μια φορά ένιωσα εκείνο το ρίγος της πρώτης ανάγνωσης όταν πρωτόπεσε στα χέρια μου αυτό το μικρό βιβλιαράκι με τη τόσο καθηλωτική αλήθεια μέσα του. Σ’ ευχαριστώ ταξιτζού μου που με κάλεσες.

Επειδή ο πέμπτος κανόνας ήταν υπογραμμισμένος από την ίδια τη ταξιτζού πριν μου δώσει τα ρέστα και με κατεβάσει, καλώ με τη σειρά μου το sealike2, το χειροβομπίρα (μπας και ξαναρχίσει να γράφει), το feidia, που έχει χαθεί και τέλος το Γραμματέα και το Δ. Τζ. για να δω αν μπορώ να τους εκτροχιάσω έστω και λίγο από τη θεματολογία τους! Θα χαρώ πάρα πολύ να παίξετε, αλήθεια σας λέω!

Υ.Γ. Στο παιχνίδι αυτό με είχε καλέσει και ο Lockheart αλλά η Ταξιτζού είχε προλάβει να με πάρει κούρσα!

Πέμπτη, Μαρτίου 06, 2008

Παράσταση ζωής...

Σκηνή πρώτη
Ξημερώματα Τετάρτης, ένα από εκείνα τα παγωμένα βράδια που ολόκληρη η πόλη έχει παραδοθεί στα χειμωνιάτικα σκεπάσματά της μέσα σε ένα μακάριο ύπνο. Εκείνη, κοντά στα 17, δεμένη στο άρμα των ονείρων της, αγκαλιά με τις ελπίδες της και με συντροφιά τη φωνή του ραδιοφωνικού παραγωγού που ξαγρυπνά μόνο για χάρη της, λύνει ασκήσεις Φυσικής. Είναι εκείνες οι ώρες που την κάνουν να αισθάνεται ότι μόνο η μοναξιά τη συντροφεύει σε αυτό το ταξίδι στα σκοτεινά αυτά νερά. Κι όμως. Ο ήχος του μηνύματος τη βγάζει από την αυταπάτη. «Δεν πιστεύω να κοιμάσαι. (Η αγωνία πίσω από 4 λέξεις κάποιου άλλου να νιώσει ότι δεν είναι μόνος.) Διαβάζω Βιολογία στο μπαλκόνι προσπαθώντας να ξεγελάσω τη νύστα. Το πρωί ραντεβού στο γνωστό μέρος για τσιγάρο;» Ο αποστολέας ξέρει ότι ο παραλήπτης δεν καπνίζει. Ξέρει επίσης ότι θα είναι στο γνωστό μέρος για συντροφιά. Και αγκαλιά. Γιατί αυτά πάνε μαζί. Καληνύχτες.

Σκηνή δεύτερη.
Τέσσερις γυναίκες φτάνουν η κάθε μια κι από διαφορετική πλευρά της πόλης στις δύο ακριβώς. Όλες τόσο διαφορετικά ίδιες, όλες τόσο ξεχωριστές. Είναι το Σάββατό τους. Είναι η μέρα που βρίσκονται για φαγητό. Και μιλάνε. Γελάνε. Συνωμοτούν περιπαικτικά και πλέκουν το γαϊτανάκι της ζωής τους με κορδέλες του παρελθόντος, ιστορίες του παρόντος και σχέδια του μέλλοντος. Η κάθε μια ξέρει την άλλη καλύτερα κι από τον ίδιο της τον εαυτό. Μαζί έχουν χτίσει τα όνειρά τους. Μαζί στο σχολείο, στο ίδιο θρανίο, μαζί στις κοπάνες, στα ξενύχτια, στις πρώτες διακοπές εκείνο το καλοκαίρι τόσα χρόνια πριν και στα πρώτα καρδιοχτύπια. Στους πρώτους έρωτες και στα πρώτα φιλιά.
«Θυμάσαι τότε που τα είχες με το Γιώργο, τον κούκλο από το τρίτο τμήμα;»
«Το Γιώργο τον ήθελα κι εγώ.»
«Ο Γιώργος μου τα είχε ρίξει αλλά του είχα ρίξει χυλόπιτα.»
«Ρε κορίτσια για θυμήστε μου, αυτός ο Γιώργος ποιος ήταν;»
Τα τραπέζια γύρω τους άλλαξαν 2, ίσως και 3 φορές. Αυτές για πολλές ώρες ακούνητες εκεί. Και για πολλά Σάββατα επίσης.

Σκηνή τρίτη
Σάββατο βράδυ. Το αλκοόλ από το ξενύχτι και το μεθύσι του προηγούμενου βραδιού ρέει ακόμα στο αίμα τους. Σήμερα, με μαύρους κύκλους, με φόρμες και με τα αθλητικά πεταμένα κάτω από τον καναπέ, χυμένες κυριολεκτικά στο σαλόνι ενός φοιτητικού σπιτιού, διακωμωδούν τα ευτράπελα της προηγούμενης βραδιάς χαζεύοντας τα σημάδια που είχε αφήσει η προηγούμενη βραδιά στο πέρασμά της. Το χτεσινό πάρτυ είχε ήδη περάσει στην ιστορία και ακόμα κι αν εκείνη την ώρα αυτές δεν το ήξεραν, θα ήταν σταθμός στη ζωή τους και σημείο χαρακτηριστικό για τη μεταξύ τους σχέση. «Τελικά είναι απαλοιφή και του πιο μεγάλου πόνου να έχεις κοντά σου δικά σου πρόσωπα. Σ’ αγαπάω χαζή.» Θυμάσαι;

Σκηνή τέταρτη
Αυτές τις μέρες έχει νεύρα. Νεύρα που φαίνονται. Νεύρα που την κουράζουν και κουράζουν και τους γύρω της. Προσπαθεί να τα κρύψει αλλά δεν τα καταφέρνει πάντα. Είναι η ταλαιπωρία που τα κάνει πιο έντονα. Έτσι κι αλλιώς πάντα το είχε αυτό το κακό. Δεν μπορούσε να κρύψει τα συναισθήματά της. Το τηλέφωνο χτυπά. Η παρεξήγηση λύνεται. Οι παλιές φιλίες δε χαλάνε σου είπα. Σε καθησύχασα και σου έδωσα δίκιο γιατί το είχες. Οι παλιές φιλίες έχουν γράψει τα δικά τους χιλιόμετρα με νοικιασμένα μηχανάκια στη Μύκονο που έκανε τόσο κρύο, στη Ζάκυνθο που μας σταμάτησαν για κράνος, στη Λευκάδα που έβρεχε και εσύ οδηγούσες με το ένα χέρι. Οι παλιές φιλίες είναι παλιές άρα δοκιμασμένες σαν το κρασί. Και φιλίες με το φ κεφαλαίο.

Τέλος παράστασης. Η αυλαία κλείνει. Η πρωταγωνίστρια έγραψε τις τελευταίες γραμμές στα τυφλά γιατί μάλλον κάποιο σκουπιδάκι μπήκε στο μάτι της. Όλα τα βλέπει θολά. Τουλάχιστον σε αυτό το έργο παίζει αυτοσχεδιάζοντας κι ελπίζει να μην κατέβει ποτέ. Η χαρά της φράζει το δρόμο. Όχι επειδή πρώτα ζει και μετά γράφει. Αλλά γιατί αυτά που ζει αξίζουν καταγραφής.

Αυτή ήταν η δική μου κατάθεση ψυχής για τη φιλία μετά από πρόσκληση του Τζονάκου. Καλώ το Μatrix, τη Butterfly, το Samael και τον Agent Provocateur να ανοίξουν τις δικές τους αυλαίες και να που τι εστί φιλία γι’ αυτούς.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 27, 2008

Εγώ, η ανώνυμη blogger

Προσπαθώ να αγιάσω, να διαβάσω και σαν παιδί κι εγώ να περάσω όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα γίνεται αυτή την ανοργασμική περίοδο που λέγεται εξεταστική και μου έχει κατσικωθεί χωρίς να λέει να με απαλλάξει από την παρουσία της αλλά εδώ ανατρέπονται καθεστώτα που όπως έμαθα τραγουδάει και η Νατάσσα. Για την ακρίβεια το καθεστώς έχει σκοπό σε παγκόσμια πρώτη να μας ζητήσει να γράφουμε με ονοματεπώνυμο. Οι λόγοι είναι προφανείς. Κατ’ αρχάς πληρωνόμαστε οπότε κάπου πρέπει να λογοδοτούμε και αφού δεν έχουμε νταβατζή, συγγνώμη εκδότη ήθελα να πω, η λατρεμένη κυβέρνηση θα αναλάβει αυτό το ρόλο. Όχι του νταβατζή. Του εκδότη καλέ. Επιπλέον όλοι όσοι εκθέτουμε δημόσια τα γραπτά μας κατά βάθος είμαστε τρελές ψωνάρες οπότε λίγη παραπάνω δημοσιότητα δεν θα μας χαλάσει. Άσε που πίσω από τη Cinderella μπορεί να κρύβεται η μικρανηψιά του Ξηρού, η αδερφή του Κουφοντίνα, ή η γιαγιά της Τσέκου οπότε κάπως πρέπει να μας ελέγχει το σύστημα. Όχι, από όποια πλευρά κι αν το εξετάσουμε είναι απόλυτα λογικό.

Θα πρότεινα μάλιστα να μην γράφουμε απλά ονοματεπώνυμο μήπως και σπάσει ο διάολος το ποδάρι του και λόγω συνωνυμίας μπουζουριάσουν άλλον στην καλύτερη ή μας κλέψει τη δόξα κάνας τρίτος ξάδερφος από το σόι του πατέρα στη χειρότερη. Να βάζουμε επίσης αριθμό ταυτότητας, και πολιτικά φρονήματα. Το θρήσκευμα είναι très banal. Επίσης προαιρετικά θα έλεγα να γράφουμε και τι βρακί φοράμε. Γιατί από το βρακί φαίνεται ο άνθρωπος.

Φυσικά αν θέλουμε να φτάσει το μαχαίρι στο κόκαλο και να μη λάβουμε απλά μερικά μέτρα καλό θα είναι να απαγορευθεί το σερφάρισμα στο ίντερνετ μετά τις 11 το βράδυ. Οι πάροχοι να κλείνουν το γενικό διακόπτη γιατί ποιος ξέρει τι σάτυροι και όργια γίνονται τις ώρες που η κυβέρνηση γέρνει λιγάκι να ξεκουραστεί. Επίσης για να μην προκληθεί οποιουδήποτε είδους περίεργη κλίκα ο διαχειριστής του κάθε blog θα πρέπει να δηλώνει τις ώρες που οι on line χρήστες ξεπερνούν τους 5. Τέλος, χρονοβόρο αλλά πραγματικά καινοτόμο θα είναι ο καθένας από μας στο τέλος του κάθε μήνα να υποβάλλει το ιστορικό των συνομιλιών του από το msn στις αρμόδιες αρχές. Αυτά τα μέτρα με μικρές παραλλαγές είχε θέσει σε εφαρμογή και ένα άλλο μεγάλο μυαλό κάποτε αλλά η χώρα ήταν πολύ πίσω για να το ακολουθήσει.

Υ.Γ. Άκουσα ότι δημοσιογράφος του Βήματος υποστηρίζει πως εκβιάστηκε από το press-gr. Κι εγώ η ταπεινή παξιμαδοκλέφτρα έχω μια απορία δεδομένου ότι τον κύριο τον λένε Χιώτη αλλά εγώ τον μόνο Χιώτη που ξέρω είναι το Μανώλη που έχει ερμηνεύσει απίστευτα άσματα με τη Μαίρη Λίντα τις πάλαι ποτέ καλές εποχές της αθωότητας. Αν κάποιος θέλει να εκβιάσει γιατί να το κάνει σε κάποιον τριτοδεύτερο; Κι αυτός ο τριτοδεύτερος γιατί το θυμήθηκε τώρα;
Πάντως σε αυτή τη χώρα ο εκβιασμός είναι πολύ της μόδας. Την αρχή έκανε ο Άγγελος εκβιάζοντας τη Ρεγγίνα με το dvd που δείχνει το Στράτο να σκοτώνει τον επιχειρηματία στον οποίο δούλευε η Έλσα στις αρχές του πρώτου κύκλου της «Βέρας στο Δεξί». Ακολούθησε η Τσέκου με το Ζαχόπουλο, τώρα ο Χιώτης (όχι ο Μανώλης, λέμε!!) και φυσικά ο Θέμος. Τελικά τι τιμή έχει η τιμή του πρωθυπουργού μάθαμε; Η΄ αλλιώς 50 δευτερόλεπτα διά 5.5 εκατ. ευρώ πλην το κακούργημα πόσο μας κάνει;

Υ.Γ.2 Λέγαμε ότι το .com μας προφυλάσσει. Μπούρδες. Η βλακεία είναι αήττητη. Και η Δεξιά επίσης.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 22, 2008

Ελ Μπαρμούντο


Ανέκαθεν πίστευα ότι η πολιτική είναι η καρφίτσα που τρυπά το τσόφλι του μικρόκοσμού μας. Σήμερα που περισσότερο από κάθε άλλη φορά αυτός ο μικρόκοσμος έχει μεγεθυνθεί εις βάρος των πραγματικών γεγονότων, εις βάρος των αληθινών εξελίξεων και εις βάρος της πραγματικότητας και της ιστορίας που γράφεται γύρω μας, η ανάγκη και μόνον ενός χαιρετισμού σε ένα ηγέτη που άφησε το στίγμα του σε αυτό τον αιώνα είναι πιο επιβεβλημένη παρά ποτέ. Σαν φόρος τιμής στο κομμάτι εκείνο της Κούβας δεν θα είναι ποτέ ίδιο και στα χρόνια της αθωότητας που περνούν ανεπιστρεπτί. Στον άντρα εκείνο που άγγιξε τα άκρα σε κάθε πτυχή του βίου του. Που έπαιξε με τους δικούς του όρους αυτή την ιδιότυπη παρτίδα σκάκι με τα υπόλοιπα κράτη και κυρίως με την Αμερική, φτάνοντας σε απόσταση αναπνοής από το Ρουά Ματ. Στρίμωξε και στριμώχτηκε ως άξιος αντίπαλος που ήταν πολύ σκληρός για να πεθάνει, από το παιχνίδι όμως δε βγήκε ποτέ και ίσως αυτό έχει περισσότερο σημασία από όλα. Ότι άφησε το αποτύπωμά του στην ιστορία είναι κοινά αποδεκτό, η ιστορία όμως είναι ιδιαίτερα νωπή για να τον κρίνει. Το μελάνι δεν έχει στεγνώσει ακόμα κι επειδή η ρουφιάνα έχει ως συνήθεια να εκδικείται ενίοτε βάναυσα όσους με ανεξίτηλη μπογιά άφησαν τη σφραγίδα τους πάνω της γράφοντας ξεχωριστά και αυτόνομα κεφάλαια της ιστορίας, ελπίζω ο Κάστρο να αποτελέσει εξαίρεση. Εξαίρεση όχι ευνοϊκή ή μεροληπτικά γερμένη προς τη πλευρά του αλλά ούτε κατακριτέα. Αντικειμενική στο μέτρο του Δυνατού. Δίκαια στο μέτρο του Αδυνάτου.

Υ.Γ. Για λίγο καιρό θα κλείσω τις κουρτίνες μου. Θα αφήσω τα παντζούρια να μπαίνει φως και θα περνώ για στιγμές χαλάρωσης από τον καναπέ, όμως δεν θα γράφω καινούργια κείμενα και δύσκολα θα αφήνω σχόλια στα δικά σας στέκια. Θα σας διαβάζω όμως όσο μπορώ και αυτό είναι υπόσχεση. Η πραγματική ζωή εκεί έξω απαιτεί όλη μου την ενέργεια για λίγο και πρέπει να της τη δώσω. Δεσμεύομαι να επιστρέψω δριμύτερη και να παίξω σε όλα τα παιχνίδια που με έχετε καλέσει!!


Σας φιλώ στις μούρες. Όλους!

Κυριακή, Φεβρουαρίου 17, 2008

Χιόνια στο καμπαναριό!



Είναι πάρα πολλές φορές που οι ρόλοι μέσα μου αλληλοσυγκρούονται. Είναι φορές που εγώ σαν άνθρωπος και εγώ σαν Μηχανικός (έστω και εκκολαπτόμενη) δεν τα πάμε καθόλου καλά. Καθόλου όμως. Τις περισσότερες φορές υποστηρίζω τον άνθρωπο και θέλω μετά βδελυγμίας να πετάξω το Μηχανικό από πάνω μου. Να τον στείλω στο πυρ το εξώτερο. Στα τσακίδια τον τεχνοκράτη που με κυνηγά και με καταδυναστεύει. Κι αυτό συμβαίνει καθημερινά. Κι αυτό είναι μόνο η αρχή. Μια κόντρα θα είναι όλη μου η ζωή. Αδιαπραγμάτευτο αυτό.

Συμβαίνει με τους σεισμούς. Θα ήθελα εκείνη την ώρα να μην κουβαλάω τις γνώσεις του Μηχανικού μαζί μου. Να μην έχω περάσει το μάθημα της Γεωλογίας με 9 και να μην παίζω το κεφάλαιο της σεισμολογίας στα δάχτυλα. Να κουνάει κι απλά να αγχώνομαι. Να μη σκέφτομαι ταλαντώσεις, συγχρονισμούς, πως καμία σχέση δεν παίζουν τα ρίχτερ πως ο κερατάς ο συνάδερφος μπορεί να έχει κλέψει στα σίδερα. Δεν καταλαβαίνετε; Καλύτερα! Σας ζηλεύω!!

Συμβαίνει όταν ενώ πολλές ειδικότητες Μηχανικών δουλεύουμε πάνω σε μνημεία πολιτισμικής κληρονομιάς προσπαθώντας να τα σώσουμε, να μας πλησιάζουν παππούληδες με αγωνία και φόβο για να μας ρωτήσουν αν θα τα γκρεμίσουμε. Κι ενώ μου έρχεται να γελάσω με την αφέλεια τους, μετά σκέφτομαι ότι εμείς η φάρα των Μηχανικών τους έχουμε μεταδώσει αυτό το υπέροχο συναίσθημα της ισοπέδωσης από τις χρυσές εκείνες δεκαετίες της αντιπαροχής που δεν αφήσαμε νεοκλασικό και διατηρητέο κτίσμα που να μην το γκρεμίσουμε. Πώς να τους πείσουμε τώρα ότι άλλαξε ο Μανωλιός και έβαλε τη στολή του αλλιώς;

Συμβαίνει τώρα στην εξεταστική. Που είμαι υποχρεωμένη να διαβάσω Τεχνική Νομοθεσία με το κιλό και να παπαγαλίσω νόμους, άρθρα, προεδρικά διατάγματα γιατί ο σωστός Μηχανικός όλα τα σφάζει, όλα τα μαχαιρώνει. Που είμαι υποχρεωμένη να διαβάσω Οικονομική θεωρία γιατί ο σωστός Μηχανικός γνωρίζει και αυτά. Όχι παίζουμε. Παιδιά είμαστε τώρα;

Συμβαίνει σήμερα. Που είναι Κυριακή, αλλά δεν είναι μια οποιαδήποτε Κυριακή. Που αυτή η Κυριακή είναι Θεά. Κούκλα. Στο σπίτι το τζάκι είναι αναμμένο από το πρωί δίνοντας μια ξεχωριστή θαλπωρή και μυρωδιά πεύκου στο χώρο. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές μια Κρητικιά κότα γίνεται κοκκινιστή. Στο σαλόνι επικρατεί πανδαιμόνιο από τις εφημερίδες που δεν έχουν αφήσει τετραγωνικό ακάλυπτο κι έξω χιονίζει. Χιονίζει και εγώ χαίρομαι. Χιονίζει αλλά εγώ πρέπει να διαβάσω κι ας μην μπορώ. Κι από όλα τα παραπάνω αυτό το τελευταίο με τσακίζει περισσότερο. Που έξω οι νιφάδες κάνουν πάρτυ κι εγώ τις βλέπω από τη τζαμαρία αγκαλιά με τα βιβλία μου. Αμαρτία δεν είναι;


Υ.Γ. Μαγεία ο κήπος μας...ναι, το ξέρω!!

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 13, 2008

Αριστερά, έχεις βρει στο προφυλακτήρα!

Κουράστηκα. Έγκωσα η γυναίκα. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής βαρέθηκα κιόλας. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου η Αριστερά μάλωνε με την Αριστερά. Οι Αριστεροί βρίζονταν με άλλους Αριστερούς. Τους Δεξιούς δεν καταδέχονταν ούτε να τους φτύσουν. Η ιδεολογία, βαριά κι ασήκωτη σήκωνε τείχη, άνοιγε χάσματα, γκρέμιζε γέφυρες, οδηγούσε σε ομηρικούς καυγάδες, σε βραδιές με κοκκινέλι και διαφωνίες. Διαφωνίες που οδηγούσαν σε παρεξηγήσεις, σε τσακωμούς σε αλληλοσυντροφικές σφαγές με το κονσερβοκούτι που πάντα γίνονταν μέλι στο ψωμί της Δεξιάς. Οι Τροτσκιστές, οι Λενινιστές, οι Μαρξιστές, οι οπαδοί του ΝΑΡ, της Μάρας, του κακού πλην Αριστερού συναπαντήματος πάντα έβρισκαν μια μείζονος σημασίας χαοτική διαφορά ώστε να χωρίσουν τα τσαρδιά τους και να πάρει ο καθένας το δρόμο του.

Ποτέ δεν συνάντησα Δεξιούς με ανάλογα προβλήματα. Ακόμα και ο Κομμουνιστής ΛΑΟπατέρας ένας λαϊκιστής κι υπέρμετρα φιλόδοξος πρώην βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας είναι που επειδή ήξερε ότι σε αυτή τη ζωή δεν θα μπορούσε να πάρει το δαχτυλίδι της διαδοχής καθώς δεν είναι από τζάκι, άνοιξε το δικό του παραμάγαζο. Στη πρώτη ευκαιρία όμως και με πόνο καρδιάς θα σταθεί στο πλευρό της Δεξιάς για την Ελλάδα ρε γαμώτο. Ποτέ δε συνάντησα φιλοβασιλικούς, χουντικούς, φασίστες, από όλα έχει ο μπαξές, να χωρίζουν με τα δόντια τα κομμάτια της δεξιάς πίτας που τους αναλογεί. Όλοι κάτω από το ίδιο στέγαστρο κατασκηνώνουν. Και μια θεία μου που λατρεύει το βασιλιά και ο φιλοχουντικός γείτονάς του τετάρτου και οι τσάμπα μάγκες ναζιστές με τις μαϊμού σημαίες που σαν τις μαϊμού Louis Vuitton αν και βγάζουν μάτι λόγω απομίμησης εντούτοις παραπέμπουν στο αυθεντικό.

Πριν λίγες μέρες η αντιπολίτευση σύσσωμη κινήθηκε εναντίον της κυβέρνησης ώστε να στριμώξει τον πρωθυπουργό που αυτό τον καιρό είναι από αυτούς που νομίζουν ότι οι ψιχάλες που του έρχονται είναι από τη βροχή κι έτσι κρατά ομπρέλα. Κινήθηκε. Απλώς. Δεν τα κατάφερε όμως. Σε κάποια ανηφόρα της έσβησε το όχημα και δεν κατάφερε να το βάλει ξανά μπροστά. Κι έτσι όλοι μαζί κατέβηκαν από το όχημα και ο καθένας συνέχισε να πετά μόνος του πετρούλες όπως και πρότινος. Όχι, δεν είμαι τόσο αθεράπευτα ρομαντική ώστε να θέλω κοινή αντιπολιτευτική πολιτική ούτε περιμένω μια ενιαία Αριστερά που θα περιλαμβάνει το άπαν σύμπαν. Να μην υποτιμούν τη νοημοσύνη μου ζητώ κάτι που μάλλον είναι πολύ emo σε μια δυσβάσταχτα trendy εποχή.

Θυμάμαι πέρυσι που το φοιτητικό κίνημα ήταν στις δόξες του, οι γενικές συνελεύσεις θύμιζαν αριστερές κοκορομαχίες. Που και που οι σύντροφοι τα έβαζαν και με τη κακιά Δαπ, φερέφωνο της κυβέρνησης μέσα στα πανεπιστήμια αλλά πρωτίστως κοίταζαν να μετρήσουν την αριστεροσύνη τους που στη προκειμένη περίπτωση εξαργυρώνονταν με αναρτήσεις χεριού και δύο ξεχωριστές πορείες με διαφορά μίας ώρας μέσα στην ίδια μέρα κάθε Πέμπτη στο κέντρο της Αθήνας. Ότι η Δαπ παίρνει πάνω από 40% στις φοιτητικές εκλογές είναι γνωστό τοις πάσι. Αυτό που είναι αδύνατο να μεταφραστεί σε ποσοστό είναι αυτό της Αριστεράς. Ποιας Αριστεράς όμως; Της κόκκινης; Της ροζ; Της πον-πον κουφετί; Της κατακερματισμένης; Της βαλμένης σε κουτάκια;

Βαρέθηκα. Έγκωσα η γυναίκα. Στο ίδιο έργο θεατής και το τηλεκοντρόλ χωρίς μπαταρίες για να αλλάξω κανάλι, να κάνω ένα zapping βρε αδερφέ. Αυτό το έργο ποιος μπορεί να το διακόψει; Αυτή το χωρίς αρχή, μέση αι τέλος παραλογισμό ποιος μπορεί να τον σταματήσει; Αυτή τη τηλεόραση ποιος μπορεί να την κλείσει; Όχι για μια μέρα. Για πάντα.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 09, 2008

'Οχι παιδιά, δεν είμαστε κίνημα!

Και να που ονομαστήκαμε κίνημα έτσι ήσυχα-ήσυχα κι απλά. Χωρίς καλά- καλά κανείς να το καταλάβει. Χωρίς εμείς οι ίδιοι να το πάρουμε πρέφα. Εμείς οι ερασιτέχνες γραφιάδες. Εμείς που κρατάμε τη διαδικτυακή πένα στο χέρι και αναρτούμε ατάκτου περιοδικότητας κείμενα ποικίλης θεματολογίας που κάποιοι διαβάζουν, κάποιοι λατρεύουν και κάποιοι προσπερνάνε. Που δεν παίρνουμε εντολές από πουθενά και δεν λογοδοτούμε σε κανέναν. Που ξεκινήσαμε ως μονάδες και σιγά- σιγά σχηματίζουμε ομάδες. Ομάδες, όχι κίνημα έχει διαφορά. Κι όμως αδυνατώ να καταλάβω πως μια προνομιακή κάστα ανθρώπων ανωτάτου μορφωτικού επιπέδου ως επί των πλείστων με ευαισθησίες, που ανήκει σε αυτό το 30% των Ελλήνων που έχουν πρόσβαση στο internet και απέχει από εκείνο το 20% που ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας όπως θα μας χαρακτήριζε κάποιος κυνικός, μπορεί να θεωρηθεί κίνημα. Γιατί κίνημα για μένα τουλάχιστον ήταν εκείνο των φοιτητών πέρυσι που κάθε εβδομάδα ήταν στους δρόμους παλεύοντας για δημόσια και δωρεάν παιδεία. Κίνημα ήταν αυτό των εκπαιδευτικών που με τις φωνές τους και την απεργία τους προσπάθησαν να ανατρέψουν την νοοτροπία των κυβερνήσεων μεταπολιτευτικά περί επιστημόνων δεύτερης κατηγορίας μισθολογικά που το πρωί διδάσκουν σε σχολείο και το βράδυ μοιράζουν πίτσες για να βγει ο μήνας.

Είναι βαριά και μεγάλη κουβέντα το κίνημα. Τα κινήματα σε άλλα κράτη και άλλους πολιτισμούς ανατρέπουν καθεστώτα, ρίχνουν κυβερνήσεις, αλλάζουν το ρου της ιστορίας γυρνώντας τον τροχό ανάποδα. Και ναι, έχουμε δύναμη αλλά ως κίνημα δεν θα μπορούσαμε να χαρακτηριστούμε. Γιατί είμαστε τόσο διαφορετικοί και παλεύουμε για τόσο ξεχωριστά πράγματα ο καθένας που αυτομάτως οι μονάδες υπερτερούν των ομάδων. Γιατί ως κινηματικές πράξεις δεν μπορούν να χαρακτηριστούν οι πρωτοβουλίες για κλείσιμο της τηλεόρασης για μια μέρα. Ούτε οι πρωτοβουλίες εκείνων που δεν θέλουν να δουν το dvd. Κι αυτό που είναι πιο έντονο από όλες αυτές τις πρωτοβουλίες είναι ότι σε αυτή τη χώρα ποτέ άλλοτε η ανάγκη για σεβασμό και αξιοπρέπεια των πολιτών από τους κυβερνόντες δεν ήταν τόσο έντονη ώστε να εκφράζεται με τόσο διαφορετικές και ενίοτε μάταιες μορφές. Ποτέ άλλοτε η ανάγκη για τα αυτονόητα δεν είχε χαρακτηριστεί ως κίνημα και ποτέ άλλοτε η αγανάκτηση δεν είχε οδηγήσει σε μάχες εκ των προτέρων χαμένες, τουλάχιστον για να αποδείξουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί, στη σκηνή, σαν ροκ συγκρότημα. Ας κλείσουμε τις τηλεοράσεις μας, ας μην βάλουμε για μια μέρα βενζίνη, ας μην πάμε για μια μέρα στο super market. Την επομένη, στο ίδιο έργο θεατές θα προσπαθούμε να βρούμε άλλες μορφές για να διεκδικήσουμε τα κεκτημένα που κάποιοι ύπουλα πάνε να μας αφαιρέσουν. Δεν είμαστε κίνημα. Τουλάχιστον εγώ δεν μας βλέπω έτσι. Είμαστε όμως εδώ κι αυτό είναι τουλάχιστον παρήγορο. Τώρα αν η δράση μας είναι και μορφή πάλης αυτό δεν το ξέρω. Για μένα η πάλη δίνεται στους δρόμους και όχι μπροστά από μια οθόνη.

Υ.Γ. Πρώτο πληθυντικό. Σε όλα. Σε πείσμα των καιρών και των πολιτικών.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 04, 2008

Ο ονειρικός χαρακτήρας της ζωής


Στεκόταν για ώρα κοιτώντας το ηλιοβασίλεμα από το ψηλότερο σημείο της Μονμάρτης, ακριβώς μπροστά από τη Sacre Coeur. Φορούσε ένα κόκκινο παλτό, κουμπωμένο μέχρι πάνω, γκρίζα γάντια, μαύρες μπότες και μαύρο κασκόλ. Είχε πιασμένα τα καστανόξαναθα μαλλιά της σε ένα ατίθασο κότσο από τον οποίο απείθαρχα ξέφευγαν ορισμένες τούφες. Ήταν πολύ ελαφρά βαμμένη ωστόσο τα μάγουλά της ήταν κατακόκκινα από την έξαψη και το κρύο. Στεκόταν εκεί για ώρα παρατηρώντας τις εικόνες να εναλλάσσονται, το τοπίο να παραμένει τόσο διαφορετικά ίδιο που μόνο ένας κυνικός δεν θα παρατηρούσε τις κραυγαλέες διαφορές που το πέρασμα της ώρας δημιουργούσε. Μπροστά στα μάτια της το πορτοκαλί έδωσε τη θέση του στο πορτοκαλοκόκκινο που και κείνο με τη σειρά του έγινε σιγά-σιγά μωβ, χαρίζοντας στον ουρανό μια πανδαισία εικόνων, δημιουργώντας ένα φυσικό βιτρό με λαμπερά χρώματα. Το κρύο ήταν τσουχτερό αλλά αυτό δεν την πτοούσε ούτε στο ελάχιστό. Μπροστά της η πόλη είχε αρχίσει να ανάβει τα φώτα της και να μετατρέπεται σε πραγματική πόλη του φωτός. Η ξαστεριά άφηνε το βλέμμα ελεύθερο να φτάσει μέχρι τον Σηκουάνα με τις φωτισμένες γέφυρες, να σκαρφαλώσει στου Πύργο του Άιφελ και να ξαποστάσει στα σοκάκια της Μονμάρτης όπου πλήθος κόσμου περπατούσε βιαστικά. Τα καφέ είχαν αρχίσει να γεμίζουν με κόσμο ενώ μιας και η νύχτα είχε αρχίσει να πέφτει οι πλανόδιοι ζωγράφοι είχαν από ώρα αποσυρθεί.

Είχε μπει ο χειμώνας. Εκείνη ήταν μόλις δύο μήνες στην πόλη αυτή και κάθε μέρα είχε τη γεύση του ανικανοποίητου και την ανάγκη για εξερεύνηση και περιπλάνηση στο άγνωστο. Ποτέ άλλοτε δεν είχε ανοίξει τα φτερά της τόσο πολύ. Ήταν τόσο νέα και τόσο παρορμητική. Τόσο ευτυχισμένη και τόσο μεθυσμένη από το άρωμα αυτής της πόλης Η Βιολογία ήταν η μεγάλη της αγάπη. Ο λόγος που την έκανε να απαγκιστρωθεί από την αγκαλιά των δικών της και να αφήσει την πόλη της. Τώρα, ξένη ανάμεσα σε ξένους προσπαθούσε να γευτεί όσα περισσότερα μπορούσε και να ζήσει το δικό της παραμύθι. Εκείνο το πρωινό δεν είχε παρακολούθηση στο πανεπιστήμιο. Τις λάτρευε αυτές τις μέρες. Γιατί ήταν τόσο δικές της που κανένα ξένο χέρι δεν μπορούσε να ορίσει. Είχε από καιρό αποβάλλει τη συνήθεια του χουζουριού στο κρεβάτι. Κοιμόταν λίγο και βαθειά. Κοιμόταν τόσο ώστε να μπορέσει να ονειρευτεί τις εικόνες που σαν παιδί αποτύπωνε στο μπλοκ της ζωής της με χρωματιστούς μαρκαδόρους. Εκείνη τη μέρα, όπως και πολλές άλλες είχε περιπλανηθεί για ώρες στην πόλη. Είχε περάσει από την Παναγία των Παρισίων που πάντα της θύμιζε την Εσμεράλδα με τον καημένο του Κουασιμόδο, είχε περπατήσει κατά μήκος του ποταμού και είχε επισκεφθεί το μουσείο Orsay. Από την αρχή που είχε φτάσει σε αυτή την πόλη το αμελούσε. Την τρόμαζε η αγάπη που είχε για τους ιμπρεσιονιστές και τα έργα τους καθώς και η επίδραση που είχαν πάνω της. Ένας πίνακας του Μονέ ή του Σισλέ μπορούσαν να την καθηλώσουν για ώρα, μεταβάλλοντας τη ψυχολογία της. Λάτρης της ζωγραφικής τους καθώς την άφηναν ελεύθερη να πλάσει τις δικές τις εικόνες, θα έπρεπε εδώ και καιρό να είχε επισκεφθεί την κοιτίδα τους. Κι όμως. Δεν ήταν παρά σήμερα, μετά από δύο μήνες που τελικά πήρε τη μεγάλη απόφαση. Εκείνος την κορόιδευε πως η κλίση της για την επιστήμη δεν σύναδε με την αγάπη της για το φανταστικό που οι καλλιτέχνες που λάτρευε αποτύπωναν στους καμβάδες τους.

Μόλις πρίν λίγους μήνες ήταν που την είχε ρωτήσει γελώντας αν κάνει όνειρα, προειδοποιώντας την πως είναι επικίνδυνα γιατί δεν βγαίνουν πάντα και έτσι μπορεί να αφήσουν πικρή γεύση. «Ονειρεύομαι μόνο ότι μπορώ να πραγματοποιήσω» του είχε απαντήσει τότε. Και να τώρα που το συλλογισμό της διακόπτει πάλι αυτός που με βήμα γοργό ανεβαίνει τα σκαλιά της εκκλησίας για να τη συναντήσει. «Περίμενες ώρα;» την ρώτησε. Όχι έγνεψε με το κεφάλι της εκείνη. Ξεκίνησαν την κατάβαση από τη Μονμάρτη με βήμα ταχύ. Είχαν εισιτήρια για θέατρο που της το είχε υποσχεθεί εδώ και πολύ καιρό. Η πρώτη της παράσταση στο Παρίσι κι όπως κάθε τι νέο έτσι κι αυτό είχε τη δική του γλύκα που περίμενε να γευτεί. Δεν μιλούσαν μέχρι που εκείνη τον έπιασε απότομα. Τα μάτια της σπίθιζαν από το κρύο κι από την πονηριά. «Την Κυριακή αν δεν έχεις αντίρρηση σκεφτόμουν να πάμε στη Disneyland. Από παιδί το ονειρεύομαι». Επιτέλους χαμογέλασε. Της χαμογέλασε. Άπλωσε το χέρι του και την έπιασε σφιχτά. Την Κυριακή θα πήγαιναν στη Disneyland.

Υ.Γ. Η ιστορία είναι αποκύημα της φαντασίας της Cinderella και προέκυψε μετά από πρόσκληση της Θαλασσινής με θέμα τον ονειρικό χαρακτήρα της ζωής. Οποιαδήποτε ταύτιση με πραγματικά πρόσωπα ή μέρη είναι τελείως συμπτωματική.