Τρίτη, Φεβρουαρίου 24, 2009

Ανεπίκαιρη; Ναι, το ξέρω.

Ήταν το 1945 που η χώρα έβγαινε από έναν παγκόσμιο πόλεμο και έμπαινε σε έναν εμφύλιο για να κατασπαράξει τις σάρκες όσων είχαν γλιτώσει από τον οχτρό, χωρίς φυσικά να υπολογίζει ότι ο οχτρός είναι πάντα ο κακός μας εαυτός και όχι μόνο εκείνος ο Γερμανός.

Εκείνος νέος, μορφωμένος και με μέλλον μπροστά του ήταν σε ηλικία γάμου. Εκείνη νέα, καθόλου όμορφή για την εποχή της, η πρώτη στη σειρά για παντρειά από μια οικογένεια που είχε στα γονίδια της να γεννά κυρίως κόρες. Πολύ λεπτή και αρκετά μελαχρινή με ένα ζευγάρι μοναχά καταπράσινα μάτια να φωτίζουν το πρόσωπό της. Ούτε αφράτη, ούτε με λευκό δέρμα. Εκείνος όμως την ήθελε και την πήρε. Αυτήν και το χωραφάκι με τα οπωροφόρα για προίκα. Χρόνια μετά σε μια από τις λιγοστές στιγμές προσωπικής παραδοχής εκμυστηρεύτηκε πως θα την έπαιρνε ακόμα κι αν δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Όσοι το άκουσαν, το άκουσαν και εκείνος ξανάπεσε στην σιωπή που τον διέπε τα τελευταία χρόνια. Ψέματα. Το είχε πάντα αυτό. Οι καλές κουβέντες μετρημένες και λίγες. Η σιωπή απέραντη, το βλέμμα πάντα γλυκό και οι αποχαιρετισμοί με τα παιδιά του πάντα δακρύβρεχτοι. Με μας τα εγγόνια του απλά δυσβάσταχτοι.

Τα χρόνια πέρασαν, το κουσούρι της οικογένειας να γεννά μόνο θηλυκά παιδιά πέρασε και σε κείνη τη γενιά - όπως και στην επόμενη αλλά δεν είναι το θέμα μας - και έφτασε κάποια στιγμή, εκείνη η στιγμή των μεγάλων αποφάσεων που έρχεται στη ζωή όλων.

Οι κόρες ήταν ή σε ηλικία γάμου ή σε ηλικία σπουδών. Η γνώμη εκείνου, να τις παντρέψουν. Η γνώμη εκείνης, να τις σπουδάσουν. Το δικό της πέρασε με μερικές μοναχά τροποποιήσεις στο συμφωνητικό. Δασκαλίτσες και φιλολογίνες εγώ δεν χρηματοδοτώ. Η΄γιατρίνες ή μηχανικοί που θα μας είναι και χρήσιμες είπε εκείνο το βράδυ στο τραπέζι. Τα θηλυκά μοιράστηκαν και άνοιξαν τα φτερά τους όπως ακριβώς εκείνοι είχαν αποφασίσει. Έκτοτε ξεκίνησε μια σειρά αποχωρισμών γιατί εκείνος ποτέ δεν αγάπησε την Αθήνα, γιατί εκείνη ποτέ δεν ήθελε να τον αφήνει μόνο του και γιατί εκείνες σκόρπισαν στα πέντε σημεία του ορίζοντα.

Και ενώ στο ξεκίνημα εκείνος ήταν ο μορφωμένος, με το λαμπρό μέλλον, εκείνο το χωραφάκι με τα οπωροφόρα τις σπούδασε. Η σοδειά κάθε χρονιάς, ήταν τα λεφτά της καθεμιάς. Με τα λεφτά εκείνου περνούσαν οι δυό τους. Με τα λεφτά της προίκας περνούσαν τα κορίτσια.

Φέτος, χρόνια μετά - πολλά χρόνια πιο μπροστά και ενώ Εκείνοι έχουν φύγει από εδώ με όλα τους τα χρέη πληρωμένα μέχρι δεκάρας στο ταμείο της ζωής, και έχοντας αφήσει πίσω τις κόρες σπουδαγμένες και σε οικογένειες - πουλήσαμε την ίδια σοδειά προς 300 ευρώ. Κανονικά είχαμε κανονίσει 400 άλλα ο μεσολαβητής μας έριξε. Δεν βγάλαμε ούτε τα έξοδα του πετρελαίου του πατρικού. Μια το κλάδεμα, μια το λίπασμα, μέσα μπήκαμε φέτος, αλλά είναι το πείσμα πια των κοριτσιών που συντηρεί το ίδιο χωράφι με χασούρα γιατί το πραγματικό κέρδος κάποτε ήταν οικονομικό, τώρα όμως είναι συναισθηματικό.

Βλέποντας τους αγρότες φέτος να κλείνουν τους δρόμους, σκεφτόμουνα εμάς. Την ιστορία της οικογένειας μου και πόσα η γη μας έχει προσφέρει. Και λυπάμαι που δεν μπορώ να ενστερνιστώ εκείνους που θυμώσαν με το κλείσιμο των δρόμων. Λυπάμαι που δεν μπορώ να μπω στη λογική πως «καλά τους είχαν κάνει και τους είχαν κόψει τα λάστιχα». Λυπάμαι που δεν μπορώ να δω το δίκιο μέσα από τα δακρυγόνα. Το σωστό μέσα από τις επιδοτήσεις της Ε.Ε για το ξερίζωμα των ροδακινιών. Το λογικό στο κόστος των 2 ευρώ το κιλό το λάδι. Λυπάμαι που η χώρα αυτή είναι τόσο εύφορη αλλά οι εξαγωγές είναι σε χαμηλότερο επίπεδο από τις εισαγωγές. Που εδώ στο Λονδίνο τα άνοστα Ισπανικά μανταρίνια κάνουν θραύση την ώρα που τα Ελληνικά σαπίζουν στις χωματερές μας και οι χυμοί που αγοράζουμε εδώ αλλά και στην Αθήνα έρχονται σε μορφή παγοκολόνας από την Λατινική Αμερική.

Υ.Γ. Στα ανατολικά της Κρήτης λένε μια μαντινάδα που συνοψίζει όλα όσα εγώ θέλησα να πω. Τα πορτακάλια του χωριού γεμίζουνε βαπόρι. Ότι σκατά είναι πρόεδρος είναι κι οι ψηφοφόροι.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 22, 2009

Κάνε κι εσύ έναν διαδικτυακό καυγά...αυτό κι αν το μπορείς!!!

Ο καιρός όπου η ευγένεια και η καλοσύνη επικρατούσαν στη blogoσφαιρα έχει χαθεί ανεπιστρεπτί. Η εποχή όπου πήγαινες να μπεις σε blog και δεν φοβόσουνα τα σκάγια, το εκλεπτυσμένο χώσιμο…γιατί τα γραπτά μένουν πάει εδώ και καιρό. Εκείνες οι καλές μέρες που ο άλλος σου κρατούσε την πόρτα για να μπεις, σου έδινε το στυλό (και το τηλέφωνό του)…σε περίμενε για να σχολιάσεις, σου χαμογελούσε και μετά σχολίαζε και εκείνος…χάθηκαν.

Τώρα η άποψη έχει πυγμή. Η πυγμή έχει άποψη και πάει λέγοντας. Παντελώς άγνωστοι άνθρωποι θα σε κριτικάρουν. Θα κρίνουν το γούστο σου στο ντύσιμο κι ας μην σε έχουν δει ποτέ. Το ροζ δεν σου πάει και το ξέρουν. Θα σχολιάσουν, τις γευστικές σου προτιμήσεις. Θα σε κράξουν που είσαι Ολυμπιακός, δηλαδή πουλημένος και καλά έπαθες και έφαγες τα 3 προχτές. Θα πετάξουν το τσιτάτο του Καρυωτάκη…γιατί έχουμε και ένα επίπεδο στο τέλος. Θα επιμείνουν. Θα λυσσάξουν για το τιμημένο ξεκατίνιασμα. Θα ποστάρουν, θα σχολιάσουν και κολλημένοι στο mail θα περιμένουν την απάντησή σου. Θα σου ανταπαντήσουν. Θα σου την πουν. Πίσω από τις λέξεις κρύβεται βρίσιμο. Πίσω από το «φιλικά» κρύβεται το «πόσο μαλάκας είσαι» ή πίσω από το τσιτάτο ένα «άντε και χτενίσου».

Να τη η μαγική λέξη. Όχι το «χτενίσου» ρε ομορφιά! Μην αποπροσανατολίζεσαι. Δεν την είδες; Είναι που δεν την έγραψα! Δημόσια. Όλα αυτά. Δημόσια…και όλα στο φως…σεμνά και ταπεινά…πάντα. Γιατί το δημόσιο πουλάει. Ποιος σώφρων άνθρωπος πάει να λύσει τις διαφορές του με mail; Μα το mail θα το διαβάσει μόνο ο αποδέκτης. Δηλαδή ο κανένας. Δηλαδή μηδέν τζερτζελές. Μηδέν δημοσιότητα. Εκείνο το 5λεπτο…της τηλεόρασης, εκείνο το στιγμιαίο σταριλίκι…εκείνο έχει αρχίσει και κατατρέχει και τον κόσμο εδώ. Δημόσια…γιατί το ιδιωτικό…είναι αδιάφορο. Και το δημόσιο ανάβει τα αίματα, ανεβάζει τις επισκεψιμότητες και την αδρεναλίνη μπροστά από έναν άψυχο υπολογιστή.

Ήταν αναμενόμενο θα μου πεις. Μπορεί να είμαστε bloggers αλλά πρώτα είμαστε Έλληνες. Δίκιο έχεις. Εγώ δεν το είχα καταλάβει. Και είναι αυτή η οθόνη και η απόσταση…τόσο προστατευτική που δίνει τη δυνατότητα στους τζάμπα μάγκες του πληκτρολογίου να κάνουν το κομμάτι τους και να βγάλουν τα απωθημένα τους χωρίς κανένα κόστος. Δημόσια. Από τον καναπέ του σπιτιού τους. Αθόρυβα…Χτυπώντας τα πλήκτρα και χύνοντας χολή.

Και ναι…στο σχόλιο μου στην Κατερίνα έκανα ένα λάθος.
«Και την τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς...ο Θεός δημιούργησε τη google.
Και την τέταρτη ημέρα κατά τας γραφάς...οι καλικάντζαροί της...δημιούργησαν τα blogs. Κατά την πέμπτη ημέρα...ο Θεός καμάρωσε για τους δούλους του και ζήτησε ένα λάπτοπ με μεγάλη οθόνη και γρήγορη ανάλυση.
Για browser επέλεξε το mozilla που δεν κολλάει και έτσι μπορεί να έχει πολλά παράθυρα ανοιχτά.
Την έκτη ημέρα έβαλε τον Απόστολο Παύλο να διδάξει το νέο αυτό εργαλείο στους Έλληνες.
Και μονολόγησε..."Κάθε σπίτι ένας τρελός, στης Κατερίνας όλοι".
Και παράγγειλε μηλόπιτα και ξεκίνησε το σερφάρισμα.
Έκτοτε όλα πάνε σκατά στον κόσμο.
Κι αυτός χέστηκε. Δεν προλαβαίνει να ασχοληθεί και με άλλα. Έδωσε adsl στο λαό και έκανε ασύρματη σύνδεση και στον παράδεισο. Ας μην είμαστε και αχάριστοι.»

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 19, 2009

Κάνε κι εσύ μια ανάρτηση...Μπορείς!!!!

Γράψε κάτι
Ναι πρέπει
Δες όλα τα άλλα παιδάκια γύρω σου, γράφουν
Εγώ δεν μπορώ…αγχώνομαι
Αυτό το άγχος θα σε φάει.
Δεν έχω όρεξη λέμε.
Μην τρως τα νύχια σου…είναι γρουσουζιά.
Απαπα…θέλω να κάνω γαλλικό.
Ναι, αλλά γράψε κάτι
Ρομαντικό?
Μας έχεις φλομώσει στα ρομαντικά.
Πολιτικό?
Αφού έχεις να δεις ειδήσεις από τα Χριστούγεννα που ήσουν Ελλάδα
Κοινωνικό?
Ναι βρε, μιας και δεν γράφει κανείς άλλος…
Κάτι από τα παιδικά μου χρόνια?

Κάτι για την εστία? Λέω εγώ τώρα…
Μια φορά ακόμα να διαβάσω για την Ινδή και το Μεξικανό και τι στον κόσμο.
Μα είναι καλά παιδιά.
Δεν είναι το θέμα μας όμως.
Για το Λονδίνο;
Ναι, είναι που κανείς δεν έχει πάει στο Λονδίνο και όλοι περιμένουν τη δική σου ανταπόκριση.
Για τον Ολυμπιακό;
Ε εσύ δεν τρώγεσαι με τίποτα. Άστο έτσι. Μην γράφεις τίποτα. Πήγαινε να διαβάσεις. Τώρα. Έχεις μια εργασία για αύριο.
Την τέλειωσα.
Ξεκίνα την επόμενη.
Βαριέμαι.
Μην μου αντιμιλάς, μην μου αντιμιλάς. Τσακίσου, τσακίσου…χάσου από τα μάτια μου…να μην σε βλέπω.

Καλώδιο, μπουρδούκλωμα, πέσιμο πρωταγωνίστριας…στα παρασκήνια του θεάτρου. Η ξανθιά ταξιθέτρια τρέχει πίσω από την κουίντα. Ο Παπαμιχαήλ φωνάζει «Εύα, Εύα» και ο θιασάρχης φωνάζει «ένα ασθενοφόρο βρε παιδιά»…στο πιο λαμπρό αστέρι φυσικά.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 14, 2009

Κεφάλαιο πρώτο: Ο έρωτας

Και σου το έχω πει.Μην τα αναλύεις όλα. Μην τα βάζεις σε κουτάκια, μην τα τυποποιείς. Μην τα τεμαχίζεις. Ακόμα κι αν κάποιοι το έκαναν, εσύ απλά μην τους διαβάζεις. Ο έρωτας συντηρείται στο σκοτάδι. Στη σιωπή. Ίσως αποτελεί την πιο σκοτεινή δύναμη που παρέχει υπερένταση, απίστευτες αντοχές και κότσια. Σε εκείνον. Στον έναν. Τον τυχερό. Τον ερωτευμένο. Κανείς δεν έγινε καλύτερος άνθρωπος μαθαίνοντας ποιες ορμόνες εκκρίνονται στο έρωτα. Την περιέργεια του έλυσε απλά. Και ίσως να χάλασε και το παραμύθι. Τον λυπάμαι χωρίς να τον ξέρω. Μπορεί και να μην το μάθουμε ποτέ αλλά αυτός…μπορεί να μην ξαναερωτεύτηκε ποτέ. Και είναι άδικο. Κάποια μυστήρια πρέπει να μένουν άλυτα. Τους αξίζει. Κι ο έρωτας είναι παντού.

Είναι στα μάτια της Ινδής που σηκώθηκε στις 5.30 το πρωί, ντύθηκε, φόρεσε τα ψηλοτάκουνα και μέσα στην βροχή, το βαθύ σκοτάδι και το κρύο του Λονδίνου κατέβηκε για να ανοίξει σε εκείνον που ένας Θεός ξέρει από πού ερχόταν μέσα στη νύχτα. Λίγες ώρες μετά, την πέτυχα στην κουζίνα να ετοιμάζει πρωινό για δύο. Και τη θαύμασα. Τα σκούρα μάτια της έλαμπαν. Αυτή η λάμψη του έρωτα που είναι ίδια με του πυρετού. Δεν φορούσε πια τα ψηλοτάκουνα. Αλλά ήταν πολύ όμορφη. Και της το είπα.

Είναι στην έκφραση του Μεξικανού. Στην απόγνωσή του. Σε εκείνον το θυμό που ανάκατα με παράπονο βγήκε σε μένα. Τον κέρασα από το φαγητό μου. Μοιράστηκε τη στεναχώρια του. Εκείνη, η πρώην ντε, αρραβωνιάστηκε κάποιον άλλον εκεί κάτω. Και αυτός την προηγούμενη νύχτα που το έμαθε ήθελε να τα σπάσει όλα εδώ. Τόσα μίλια μακριά της αλλά ο πόνος πάντα παραμένει ίδιος. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το βλέμμα του. Και σιχαίνομαι την φράση «μην στεναχωριέσαι». Στον έρωτα αξίζει να στεναχωριέσαι. Και δυστυχώς ο πόνος δεν μοιράζεται. Μονάχα πολλαπλασιάζεται και παραμένει μοναδικός.

Είναι στη σιωπή μιας φίλης. Που ένα μεσημέρι από εκείνα τα λίγα, τα ηλιόλουστα δίπλα στον Τάμεση έσπασε. Και μου είπε την ιστορία της που λίγοι τυχεροί και δυνατοί μπορεί να ζήσουν. Για το ταξίδι που έκανε για να τον βρει. Για τα σχέδια που έμειναν όνειρα. Για την απιστία του. Για την υπομονή της. Για την υπόσχεση πως πάντα θα τον αγαπά. Για το τέλος που ήρθε ξαφνικά. Και ένιωσε πως ολόκληρη εκείνη η ιστορία δεν ήταν δικιά της. Είναι απίστευτη η ηρεμία που έρχεται μετά τη φουρτούνα. Το τέλος της καταιγίδας που για εκείνη δεν άγγιξε ποτέ την αγάπη. Για τον πόνο που δεν έγινε απωθημένο αλλά μετατράπηκε σε μια απλή ιστορία που θα μπορούσε να έχει συμβεί σε κάποια άλλη, όχι σε κείνη.

Είναι στην απουσία εκείνης. Που δεν ξαναπάτησε στο γραφείο. Τέσσερις μέρες και η θέση της κενή. Την πέμπτη μια ξανθιά τυπική αγγλιδούλα την αντικατέστησε. Πήρε τη θέση της και το γραφείο της. Πολύ συνοπτικά αλλά σίγουρα όχι ουσιαστικά. Εκείνος πάντα εκεί αλλά εκείνη απούσα και η εικόνα για πάντα αλλιώτικη, διαφορετική, αλλοιωμένη.

Είναι εδώ, είναι γύρω, κρύβεται όταν οι καταστάσεις το απαιτούν, όταν οι πρωταγωνιστές το ζητούνε. Μπορεί να κυκλοφορεί σε μια στάση μετρό, σε ένα μήνυμα κινητού, σε ένα βλέμμα, σε ένα άγγιγμα, σε «ένα φύγε» που σημαίνει μείνε, σε μια δικαιολογία, σε ένα καυγά, σε ένα τραγούδι του οποίου οι στίχοι τα λένε όλα.

Ο έρωτας…κεφάλαιο πρώτο και ουσιώδες στο βιβλίο της ζωής. Κάποιοι δεν μπόρεσαν να το προσπεράσουν, να το αποστηθίσουν, να το σκίσουν. Πάλι καλά.


Κυριακή, Φεβρουαρίου 08, 2009

Μπανιστήρι από το παράθυρο... ή αλλιώς ο έρωτας στα δέκα μέτρα.

Απόψε ξέχασαν τα φώτα αναμμένα απέναντι. Το πρωί ένας μόνο υπάλληλος πάλευε μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή του καταπατώντας το 5νθήμερο, μετά από το 40ωρό που έχει εδώ και καιρό καταργηθεί. Εκείνη δεν την έχω δει ποτέ Σάββατο. Είναι όμως αυτή που ανοίγει πάντα την εταιρία τις καθημερινές. Κάθε πρωί στις 7.30 ακριβώς. Την βλέπω στα ξενύχτια μου, καμιά φορά όταν ξημερώνομαι χωρίς να το καταλάβω. Την βλέπω όταν ξυπνώ να προλάβω τη μέρα όπως κι εκείνη. Την βλέπω να τρέχει κι εκείνη όπως κι εγώ, στάσιμα μπροστά από μια οθόνη υπολογιστή.


Εκείνος έρχεται πάντα πιο αργά από εκείνη και φεύγει πιο αργά, σχεδόν ένα δίωρο αργότερα. Κάθονται κοντά. Θα μπορούσαν να είναι ζευγάρι. Η στάση των σωμάτων τους εκπέμπει μια οικειότητα απίστευτη...σχεδόν μια ηδονή. Ταιριάζουν. Καμιά φορά τους χαζεύω και έχω τη βεβαιότητα πως θα μπορούσαν να είναι αξιοζήλευτο ζευγάρι. Εκείνη, σίγουρα είναι ερωτευμένη μαζί του. Με τα μαλλιά πιασμένα αλογοουρά θυμίζει κοριτσάκι. Δεν την έχω δει ποτέ να τον κοιτά ή να μιλάνε. Εκείνος με το bluetooth στο αυτί και μπροστά από την οθόνη φαίνεται απρόσιτος. Μπορεί και να είναι το αφεντικό. Ναι, σίγουρα θα είναι. Η χημεία τους διαπερνά την απόσταση, φτάνει μέχρι εμένα. Ακουμπά το τζάμι μου και θολώνει από την αψάδα το παγωμένο γυαλί.


Μου θυμίζουν ένα άλλο ζευγάρι λίγα χρόνια πριν στο μετρό της Αθήνας. Αόρατο για τους πολλούς. Καθόντουσαν απέναντι και τίποτα δεν πρόδιδε την σχέση τους. Μπαίνοντας έκατσα δίπλα σε εκείνον. Το βαγόνι μισοάδειο, γέμισε ασφυκτικά σε εκείνη τη στάση. Τότε μου είχε φανεί περίεργο αλλά σήμερα μπορώ να το καταλάβω απόλυτα. Δεν μπορούσαν να μιλήσουν. Για αυτό είχαν επιλέξει την οπτική επαφή. Κάποια στιγμή μετά από πολύ λίγο μου ζήτησε να αλλάξουμε θέσεις. Πιτσιρίκα εγώ, δεν την ρώτησα αλλά με ένα χαμόγελο σηκώθηκα. Σε όλη της υπόλοιπη διαδρομή δεν ξανακοιτάχτηκαν. Στα χείλη του υπήρχε ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο. Στο βλέμμα της υπήρχε απλά το κενό. Ακουμπούσε πάνω του αλλά το σώμα της, η στάση της, η μορφή της έκρυβαν πολύ καλά αυτό που ένιωθε. Κατέβηκε χωρίς να τον χαιρετήσει. Μετά από 2 στάσεις κατέβηκε και εκείνος.

Τις προάλλες, στα χιόνια ήταν οι μόνοι που ήρθαν στην εταιρία. Ήταν μόνοι τους αλλά και πάλι δεν τους πέτυχα να ανταλλάσουν μια κουβέντα. Με στεναχωρεί η ιδέα ότι αυτός μπορεί να είναι παντρεμένος. Αυτή σίγουρα δεν είναι. Καμία γυναίκα ερωτευμένη με αυτόν που ξαπλώνει, δεν σηκώνεται τόσο πρωί. Η μάλλον μόνο μια ερωτευμένη γυναίκα θα άνοιγε πριν από όλους μια ολόκληρη εταιρία.
Σκέφτομαι πως έχουν περάσει τόσοι μήνες από την πρώτη φορά που τους είδα. Και είμαι σίγουρη ότι αν τους πετύχω στο δρόμο η απόσταση προστατεύει τόσο την ανωνυμία τους που δεν θα τους αναγνωρίσω.


Σάββατο βράδυ απόψε και προσπαθώ να προχωρήσω την εργασία του μεταπτυχιακού. Τα φώτα απέναντι με αποσυντονίζουν. Σκέφτομαι εκείνη που είναι μόνη. Μπορεί κι αυτή να έχει μετατραπεί απόψε σε μια από τις Αγγλιδούλες του Σαββατόβραδού. Μια από αυτές που κυκλοφορούν με τα σατέν φουστάνια και δεν κρυώνουν. Που πίνουν και μεθάνε. Που στο γυρισμό επιβιβάζονται στο λεωφορείο και περπατάνε ξυπόλυτες με τα παπούτσια στο χέρι μέχρι τη στάση. Μπορεί κι εκείνη απόψε να είναι μια από αυτές. Να γελά με τις φίλες της και να προχωρά μεθυσμένη πατώντας με τα γυμνά της πόδια, τους δρόμους του βρώμικου Λονδίνου.


Τη Δευτέρα θα είναι και πάλι εδώ. Δίπλα του. Δεν θα του μιλήσει και στις 5 θα σηκωθεί να φύγει όπως πάντα. Κάποια στιγμή, κάποιο πρωί ίσως και να μην ξαναγυρίσει. Μπορεί η οικονομική κρίση να είναι ζόρικη. Αλλά μια γυναίκα ξέρει πολύ καλά πως πολύ πιο ζόρικοι είναι οι πρίγκιπες, πάνω και πέρα από τους καιρούς.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 04, 2009

Θυμός

Ο Θυμός…γένους κι αυτός αρσενικού σαν τον πόνο. Μόνο να…πιο λεβέντης, πιο δυνατός, πολύ πιο σκληρός και ενίοτε πιο όμορφος. Σαν άντρας βαρύς κι ασήκωτος δεν αφήνει πολλά περιθώρια. Έρχεται όποτε θέλει αυτός, φεύγει όταν το αποφασίσει, μπορεί να κάνει καιρό να περάσει, αυτός ξέρει κι επιλέγει, σαν τον φαντάρο, σαν τον εραστή... κάπως έτσι.

Ο Θυμός, υγιές συναίσθημα για κάποιους, τροχοπέδη για κάποιους άλλους, μυστήριο για μένα.

Θυμώνω με τα παράλογα, με αφήνουν παγερά αδιάφορη τα παράξενα, δέχομαι τις μιζέριες και τρομάζω ακόμα κι εγώ με αυτούς τους νευρώνες που δίνουν το σύνθημα για να εκκριθεί η αδρεναλίνη, να ξεκινήσει η διαδικασία, να βγει ο θυμός. Ακόμα κι αυτός…λένε πως μπορεί να χαρτογραφηθεί με ακρίβεια. Κι είναι από τα λίγα συναισθήματα…αυτό και του έρωτα που θα έπρεπε να είχαν μείνει στο σκοτάδι. Το γιατί και το πώς να ήταν άλυτα μυστήρια. Δηλαδή…για να λέμε του στραβού το δίκιο…δεν τους άξιζε να έχουν αποκωδικοποιηθεί.
Χάνουν τη μαγεία τους. Ευτελίζονται. Κι αν για τον θυμό συγχωρείται, για τον έρωτα απλά δεν επιτρέπεται.

Θυμώνω με αυτούς που θα πειράξουν τους δικούς μου ανθρώπους. Σαν μοναχοπαίδι, σαν παιδί κακομαθημένο, έχω μάθει τα δικά μου να μην τα ενοχλεί κανείς. Να μην τα αγγίζει.

Θυμώνω με αυτούς που θα προσβάλλουν. Θα μειώσουν. Θα πληγώσουν. Όχι εμένα. Εκείνους. Εκείνους που αγαπώ.

Θυμώνω με αυτούς που ζούνε εις βάρος του κοινωνικού συνόλου. Με αυτούς που θα πατήσουν πάνω μας για να ανεβούν. Με αυτούς για τους οποίους ο σκοπός αγιάζει τα μέσα…τα όποια μέσα…ναι έχουν σημασία και τεράστια μάλιστα.

Θυμώνω με ορισμένους που νομίζουν ότι είναι έξυπνοι, μεταφράζοντας την κουτοπονηριά σε δύναμη. Ακόμα κι εδώ, κυκλοφορούν και είναι και Έλληνες. Τρομάρα τους.

Θυμώνω με την αχαριστία. Θυμώνω με το ψέμα. Τεράστια κουσούρια αυτά. Για μένα, όχι γι αυτούς. Γιατί μεγάλωσα και δεν τα ανέχομαι πια. Γιατί γέρασα και έμεινα αθεράπευτα παιδί. Γιατί ακόμα σοκάρομαι με τη χυδαιότητα και πολύ φοβάμαι…δεν θα βάλω μυαλό ποτέ.

Ενίοτε θυμώνω άδικα. Κουσούρι δικό μου αυτό. Σφάλμα του κατασκευαστή. Από τη μάνα μου. Καμιά φορά θυμώνω μελοδραματικά. Τόσο που ούτε εγώ με αντέχω.
Και είναι και ο θυμός…άντρας. Γι αυτό και νομίζω ότι δεν μπορώ να του αντισταθώ…και υποκύπτω.

Υ.Γ. Κάθε φορά με κατατρέχει η φράση που έχει πει εκείνη που άνοιξε την παρούσα τριλογία. Τα υστερόγραφα λένε όσα το κείμενο δεν μπορεί. Ίσως. Αυτό που θέλω όμως να πω, είναι ότι αυτός ο κύκλος έκλεισε. Η πορεία από εδώ και πέρα άγνωστη. Αλλά να, αυτές οι αναρτήσεις άξιζαν τον κόπο, τον χρόνο, τον πόνο και τον θυμό…! Και σίγουρα ήταν καθοριστικές.

Σας ευχαριστώ. Όλους.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 01, 2009

Δεν μετανιώνω

Ήταν βράδυ αποκριάς λίγα χρόνια πριν, η τελευταία Κυριακή πριν ξημερώσει καθαρά Δευτέρα και θυμάμαι ότι έκανε απίστευτο κρύο. Όλος ο κόσμος ήταν υποχρεωτικά έξω, το αδιαχώρητο στους δρόμους και η Πλάκα…απαγορευμένη περιοχή. Είχε περάσει η ώρα. Μπορεί να ήταν και δυο. Δεν θυμάμαι. Θυμάμαι ότι κοίταζα τη θάλασσα από το θολωμένο παρ μπριζ. Θυμάμαι τις λέξεις, τις λέξεις, τις κουβέντες άδειες, τα νοήματα μισά. Ίσως πιο πολύ τα συναισθήματα μετέωρα, φυλαγμένα μέσα στο καλούπι του εγωισμού για τον καθένα ξεχωριστά. Λίγο πιο πέρα τα φώτα του δρόμου και η λιγοστή κίνηση βοηθούσαν στο να μην μείνει κολλημένο το μυαλό στα ίδια. Δεν ξέρω ποια είναι εκείνη η μαγική δύναμη, εκείνος ο διακόπτης που παίρνει τελεσίδικες αποφάσεις. Δεν ξέρω καν ποιοι νευρώνες δίνουν σήμα για το τέλος. Αλλά το τέλος ήταν πολύ έντονα παρόν. Άνοιξα την πόρτα και την έκλεισα χωρίς να κοιτάξω πίσω. Άρχισα να περπατώ γρήγορα μέσα στο κρύο σφίγγοντας όσο περισσότερο μπορούσα το παλτό μου. Στο μυαλό μου, τα μάτια του. «Αν φύγεις τελειώσαμε.». Τελεσίδικη εικόνα, ασορτί με το βλέμμα για μια ήδη ειλημμένη απόφαση. Μα έχουμε ήδη τελειώσει ήθελα να φωνάξω. Απλά τώρα, μόλις εκείνη η μαγική δύναμη, ο διακόπτης, οι νευρώνες μου το ξεκαθάρισαν. Τα παπούτσια με χτυπούσαν, ήμουν κάπου στις ερημιές της Βάρκιζας. Έκανε κρύο και ήταν νύχτα. Δεν το μετάνιωσα. Ποτέ. Και δεν ξαναγύρισα πίσω. Θα ήταν λάθος. Σε κάποια φανάρια αρκετά πιο μακριά ένα ταξί με μάζεψε. Θυμήθηκα το κλισέ που είχα ακούσει εκείνες τις μέρες και χαμογέλασα. «Χαμένες νίκες είναι μόνο αυτές που δεν δόθηκαν ποτέ.»

Μην φύγεις μου είπε και ολόκληρη η στάση του σώματός της το έδειχνε ξεκάθαρα. Εδώ, θα τα καταφέρουμε. Μπορείς να ξεκινήσεις κατευθείαν το διδακτορικό. Μην πας στην Αγγλία. Δεν σου χρειάζεται. Ψέματα μου έλεγε. Σαν μανούλα προσπαθούσε να με καθησυχάσει. Το ήξερα ότι το χρειαζόμουνα. Σε όλους τους τομείς. Το ένιωθα. Το ήθελα και όπως όλα τα μεγάλα, τα δύσκολα, τα ψυχοφθόρα, το φοβόμουνα. Το έτρεμα. Χαμογέλασα και την αγκάλιασα. Της υποσχέθηκα ότι θα της τηλεφωνώ. Θα μιλάμε. Κοίταζα το εργαστήριο που είχα περάσει τον τελευταίο χρόνο της ζωής μου. Το γραφειάκι στο οποίο γράφαμε τις εργασίες, δουλεύαμε τα προγράμματα. Κοίταξα έξω από το παράθυρο την ανοιχτή έκταση, τα διάσπαρτα κτίρια του Πανεπιστημίου, το πράσινο. Και το αυτοκίνητό μου. Τελευταία φορά παρκαρισμένο εκεί. Έκανα ένα νεύμα χαιρετισμού. Έπρεπε να φύγω αλλιώς θα έβαζα τα κλάματα εκεί μπροστά της. Όχι ότι με ένοιαζε. Αλλά έπρεπε να φανώ δυνατή. Σε μένα. Δεν το μετάνιωσα. Έφυγα και δεν έχω επιστρέψει πίσω. Ακόμα.

Ήταν καλοκαίρι, τέλη Ιούλη και ήμασταν διακοπές σε ένα από τα πιο όμορφα Κυκλαδονήσια. Δεν θυμάμαι πως ξεκίνησε η συζήτηση, δεν θυμάμαι καν στην ντάλα του μεσημεριού πως ειπώθηκε η πρώτη κουβέντα. Θυμάμαι ότι έκαιγε η γη. Θυμάμαι ότι είχαμε γυρίσει από το μπάνιο, με την αλμύρα της θάλασσας ακόμα πάνω μας. Φορούσαμε μόνο τα μαγιό και μας έκαναν χάζι οι απέναντι πιτσιρικάδες των ενοικιαζόμενων που προφανώς τότε είχαν ξυπνήσει με το φραπέ στο χέρι. Και το είπα. Το ξεστόμισα και εκείνη την ώρα το εννοούσα απόλυτα. «Μην παίζεις θέατρο.». Ακόμα και σήμερα αυτή η φράση με έχει στοιχειώσει. Ήμουν άδικη. Ήμουν σκληρή. Και την αγαπούσα. Ήμασταν μαζί από παιδιά. Την ήξερα καλύτερα κι από μένα. Έβαλε τα κλάματα κι εγώ κοιτούσα με έκπληξη. Όρθια. Με τους πιτσιρικάδες απέναντι να μην λένε να ξεκολλήσουν. Με μένα να μην κάνω βήμα. Με εκείνη να μην σταματά το κλάμα. Κι έτσι μας βρήκαν οι υπόλοιπες. Φορτωμένες με ψώνια από το μίνι μάρκετ. Μια εικόνα σουρεαλιστική σε γαλαζόλευκο φόντο. Της ζήτησα συγγνώμη. Μέρες μετά, έψαχνα σε μένα το νόημα των όσων είπα. Δεν το βρήκα. Και ναι. Το μετάνιωσα.

Μικρές διαχωριστικές γραμμές, μικρές διαχωριστικές ιστορίες. Οι τύψεις πάντα παρούσες. Αλλά σαν παιδί ακόμα, κρύβομαι από αυτές. Έχω μάθει να κάνω αυτό που νιώθω ακόμα κι αν ξέρω ότι θα πονέσω. Αλήθεια γιατί ο πόνος είναι γένους αρσενικού; Έχω μάθει να κουνώ το πρώτο τουβλάκι του ντόμινο και να χαλώ το οικοδόμημα που μόνη μου έφτιαξα. Να κοιτώ τα τουβλάκια να πέφτουν κι εγώ να μην μετανιώνω. Να ταράζω τα νερά και να μην μετανιώνω. Να δοκιμάζομαι και να δοκιμάζω. Εντάξει, που και που να μετανιώνω. Να ζω.

Υ.Γ. Και για την προηγούμενη ανάρτηση δεν μετανιώνω. Ακόμα και τώρα να την ξεκινούσα πάλι τα ίδια λάθη θα έκανα. Γιατί τα λάθη μου είμαι εγώ.

Ευχαριστώ αυτούς που το έχουν καταλάβει. Αυτούς που έχουν πάντα ανοιχτή την αγκαλιά τους σε μένα.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 29, 2009

Μου λείπεις...

Μου λείπεις. Θυμάμαι ακόμα την πρώτη φορά που μπήκα στο blog σου. Είχες κάνει ίσως την πιο άθλια πολιτική ανάλυση. Μια από τις πολύ κακές σου. Και δεν σε ήξερα. Και θύμωσα. Θύμωσα και αντί να σου τα χώσω, ξεθύμανα εδώ, σε μένα. Καιρό μετά βρήκα το κουράγιο να σου το πω κι εσύ με πήρες μια τεράστια αγκαλιά. Θυμάσαι; Αυτό το κουσούρι που έχω…να κρίνω τελείως στραβά αυτούς που τελικά αγαπάω και να τους ταλαιπωρώ αρχικά πες μου πως θα το αποβάλλω;

Θυμάμαι το πρώτο σχόλιο σου σε μένα. Μετά από τόσο καιρό μπορώ να υπερηφανευτώ πως ξέρω ποιος σχολιάζει από αγγαρεία, ποιος σχολιάζει επειδή θέλει κι αυτός παρέα, ποιος το κάνει με την καρδιά του, ποιος δεν σχολιάζει αλλά διαβάζει. Το δικό σου πρώτο σχόλιο ήταν πολύ τρυφερό. Πολύ παραπάνω από ένα πρώτο σχόλιο. Ξεπερνούσε το…πρώτο σχόλιο…άγγιζε την οικειότητα κατευθείαν. Δεν μπορούσες να το προσπεράσεις, να το αγνοήσεις, να χαμογελάσεις απλά. Το πρώτο σου σχόλιο ήταν ουσιαστικά και η πρώτης σου αγκαλιά προς μια άγνωστη. Εμένα.

Και πέρασε ο καιρός. Και μια ανάρτηση δεν βγήκε, και κάποια δάχτυλα έμειναν σταυρωμένα χωρίς να γνωρίζω το λόγο και κάποια mails ανταλλάχτηκαν και ένα blind date κλείστηκε. Και μετά ήρθε ο αποχωρισμός του Σεπτέμβρη, εκείνο…το "κοριτσάρα μου" που ακόμα και τώρα να το διαβάσω θα βάλω τα κλάματα. Μετά ήρθαν κι άλλα πολλά. Μια ιστορία ολόκληρη γραμμένη σε αναρτήσεις, σε σχόλια και περιθώρια. Σε ξενύχτια, σε κρασιά, σε βόλτες.

Και σήμερα, σήμερα είμαι απλά θυμωμένη μαζί σου. Έξαλλη. Με το ζόρι σου μιλάω. Γιατί είσαι άδικη. Είσαι απαράδεκτη. Είσαι εσύ. Και είναι τόσο κρίμα που το «πρώτο της χρονιάς» ήταν το τελευταίο της Κατερίνας. Σε μια εποχή που όλοι μετράνε επισκεψιμότητες με πολύπλοκες αρμονικές εξισώσεις τρίτου βαθμού και βάζουν τρακεράκια και κόντρα τρακεράκια, εσύ μπήκες στην κατοστάδα, είπες «ευχαριστώ δεν θα πάρω», πήρες εμένα τηλέφωνο και με ρώτησες από πού ξεφύτρωσαν όλοι αυτοί και το έκλεισες. Το έκλεισες. Έτσι απλά, με το πρώτο της χρονιάς.

Η Κατερίνα ήταν η πρωινή μου συνήθεια. Άλλες φορές τρέχοντας, με το ένα μάτι μόνο βαμμένο, με το ένα παπούτσι μόνο φορεμένο, καμιά φορά πλένοντας τα δόντια από το μπάνιο στο υπνοδωμάτιο και πάλι πίσω. Γρήγορα…για να διαβάσω την Κατερίνα. Με βροχή, με κρύο, δεν βαριέσαι εμείς να είμαστε καλά. Το πράσινο μάτι να είναι άγρυπνο και το μαύρο φόντο να εκπέμπει πάντα τόση ζεστασιά. Τόση θαλπωρή, μια αγκαλιά. Μα πως γίνεται;

Και ενώ πάντα καταλάβαινα τις αναρτήσεις σου...εντάξει όχι πάντα αλλά σχεδόν πάντα…η τελευταία με ταλαιπώρησε. Έλεγε το πολύ απλό αλλά εγώ το μόνο που ήθελα να σου γράψω σαν σχόλιο ήταν αν η φιγούρα της φωτογραφίας ήταν το περίγραμμα σου. Αν ήσουν εσύ, που σαν σίφουνας πάντα δεν μετράς τα πρέπει, δεν κοιτάς το σωστό και αφήνεις πίσω σου το χάος. Ναι, το ξέρω δεν θα ήταν και πολύ πετυχημένο σαν σχόλιο. Έτσι κι αλλιώς τα έκλεισες προφανώς για να με προστατέψεις από το ατόπημα.

Και μπορεί να μιλάμε, να τηλεφωνιόμαστε, να βρισκόμαστε αλλά «η Κατερίνα» μου λείπει. Το πράσινο μάτι σε μαύρο φόντο και τα λευκά γράμματα. Η επικεφαλίδα, η ταμπέλα του μαγαζιού…να λέει απλά «Κατερίνα». Σου έχω κακιώσει. Σαν παιδί καλοαναθρεμμένο ή απλά κακομαθημένο κάνεις πάντα το δικό σου χωρίς να μετράς συνέπειες. Τελικά από εκεί που ξεκίνησα, θέλω να καταλήξω. Μου λείπεις.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 26, 2009

Paris...ious

Αυτή την ανάρτηση ήθελα να την κάνω καιρό αλλά και πάλι για κάποιο ανεξήγητο λόγο την ανέβαλλα. Είχα εξαρχής αποφασίσει πως δεν θα είναι μια τυπική ταξιδιωτική οδηγία «να πας εκεί», «να φας εκείνο», «δες και το άλλο, καλό θα σου κάνει». Ούτε φυσικά το κλασικό «πήγα εκεί, είδα το άλλο, δε βαριέσαι έκανα κι αυτό.». Τι είδους ανάρτηση ήθελα να γράψω ακόμα και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές δεν το ξέρω.



Ήθελα να είναι χύμα. Τόσο χύμα όσο εγώ τρεις ώρες πριν πετάξω που παρέδιδα μια εργασία στο πανεπιστήμιο, δεν είχα sac voyage για την εκδρομή και φυσικά δεν έβρισκα που είχα βάλει το διαβατήριο μου. Ναι, λένε ότι ο Μέρφι είναι πολύ μεγάλο σούργελο και κακός άνθρωπος. Στην περίπτωσή μου, έβαλα κι εγώ το χεράκι μου για να τον διευκολύνω. Πως; Μα φυσικά με το να μην έχω τελειώσει την εργασία μου, με το να έχω «κάπου» φυλάξει το διαβατήριο μου, με το να μην έχω προνοήσει να αγοράσω ένα ταξιδιωτικό σακίδιο και να κινδυνεύω να πετάξω με πλαστικές σακούλες σούπερ μάρκετ. Α, το καημένο.



Κι επειδή αυτό το αξίωμα που λένε πως «όταν κάτι είναι να πάει στραβά, θα πάει» εμένα μου κάθεται στο στομάχι, έκανα τα πάντα για να το ανατρέψω. Μπορεί λοιπόν να παρέδωσα την εργασία με αναπάντητο ένα ερώτημα και εκτός προθεσμίας. Μπορεί να κατέβηκα σε λάθος στάση και να το έκοψα με τα πόδια η βέρα Λονδρέζα τρομάρα μου για να πάρω ένα τελείως άβολο κόκκινο βαλιτσάκι που με είχε ενθουσιάσει. Μπορεί επίσης να είχα κάνει φασίνα στις 4 τα ξημερώματα την προηγούμενη και έτσι μέσα στην «τακτοποίηση» να έχασα το διαβατήριο που είχα βγάλει πρόχειρο. Τίποτα δεν με πτόησε. Ούτε ο υπάλληλος στο Luton που κοιτούσε την ελληνική ταυτότητα με δέος και επαναλάμβανε συνεχώς «δεν έχει ημερομηνία λήξης», «δεν έχει ημερομηνία λήξης». Μεγάλες στιγμές.



Κι επειδή για να πετάξεις, πρέπει να τσαλακωθείς σαν άνθρωπος, αναγκάστηκα να βάλω σε πλαστικό σακουλάκι όλα τα υγρά και να βγάλω τις μπότες μου. Και δεν με πείραξε που έβγαλα τις μπότες. Με πείραξε που τα σακουλάκια στο αεροδρόμιο τα πουλούσαν προς μια λίρα τα τέσσερα οι απατεώνες. Ότι σου χρειάζεται μόνο ένα είναι η περιττή λεπτομέρεια της ημέρας. Όπως επίσης για έναν ανεξήγητο λόγο…σε μένα κόλλησε το μηχάνημα και χρειάστηκε και δεύτερη λίρα για να μου τα δώσει. Καλά μετά από τόση ανάλυση για τα σακουλάκια…το πόστ εκτός του ότι έκανε μια κοιλιά…να με το συμπάθειο…έχω ξεχάσει τι ήθελα να πω.



Προσπαθώντας λοιπόν να βάλω σε τάξη τις φωτογραφίες του Παρισιού κάθομαι και γελάω με τις ανέμελες πόζες και το δήθεν στυλάκι «το κασκόλ ανεμίζει ελεύθερο», «το σκουφάκι είναι μόδα», «τα γάντια απλό αξεσουάρ», η ομπρέλα σε πλάγιο χαριτωμένο στυλ «dancing in the rain». Γιατί είχε κρύο…κρύο απίστευτο και βροχές και βαρομετρικό πολύ χαμηλό και μια Πετρούλα για δοκιμαστικό που περιμέναμε να γλυκάνει λιγάκι ο καιρός για να την βγάλουμε στο γυαλί. Πάντως το Λονδινάκι μπροστά του ήταν παράδεισος. Ποιο global warming και τρίχες κατσαρές. Εδώ υιοθετήθηκε το τσαντορ με μεγάλη επιτυχία. Μόνο τα μάτια ήταν εκτεθειμένα. Βέβαια το Παρίσι ήρθε σε μια εποχή που το στυλάκι «κουκουλοφόρος» φοριόταν πολύ στην Αθήνα οπότε μια χαρά.




Κι επειδή κάθε ταξιδιωτική ανάρτηση που σέβεται τον εαυτό της πρέπει να έχει μια δόση κουλτούρας, μια αίσθηση πολιτισμού, μια γεύση ιστορίας, εμείς θα πρωτοτυπήσουμε. Γιατί στο Λούβρο είχαμε πάει οπότε δεν ξαναπήγαμε. Ούτε στο Μουσείο Orsay. Στη Νοtre Dame πήγαμε…αλλά εκεί πετύχαμε θεία κοινωνία και το θεωρήσαμε σημάδι από το Θεό. Βόλτα με bateaux δεν κάναμε. Στον tour Eiffel δεν ανεβήκαμε. Αλλά τώρα που είπα tour Eiffel και κοιτώντας τις φωτογραφίες με μένα από κάτω και σε απόσταση τόσο που η σιδερένια κατασκευή να φαίνεται ολόκληρη από πίσω μου, νομίζω ότι είναι τόσο προχειροφτιαγμένο κολλάζ που ο φωτογράφος θα πρέπει να απολυθεί. Αν το έδειχνα και έλεγα ότι το τράβηξα σε φωτογραφείο στην Αθηνάς θα έπρεπε όλοι να με πίστευαν. Ανεβήκαμε βέβαια στην Αψίδα του θριάμβου. Και ενώ έβρεχε, έκανε απίστευτο κρύο, φυσούσε και νύχτωνε, επειδή είμαστε πρώτα bloggers και μετά άνθρωποι, οι φωτογραφίες που βγήκαν είναι απλά μοναδικές.







Ελπίζω η γαλλική μου κουλτούρα να ξεχειλίζει και να φαίνεται. Εκεί…δυστυχώς δεν! Έκανα μερικές προσπάθειες να τιμήσω τα delf μου αλλά η κατάσταση ήταν τόσο δραματική που οι ίδιοι οι Γάλλοι με ρωτούσαν αν μιλάω Αγγλικά. Merde!!



Σοβαρές αναρτήσεις για το Παρίσι θα βρείτε από τον Γκρινιάρη εδώ και από την Πέννυ εδώ. Εγώ πριν πάω τους μελέτησα, έκανα τα σκονάκια μου και αποστήθισα τα sos. Με αυτή την ανάρτηση ήθελα απλά να γκρινιάξω, να βγάλω λίγη μίρλα, να παραπονεθώ για να δω αν υπάρχει Θεός. Αν υπάρχει, θα με κάψει…γιατί το τριήμερο στο Παρίσι ήταν απλά μοναδικό.


Πέμπτη, Ιανουαρίου 22, 2009

M.M.M Mια πονεμένη ιστορία

Το μετρό του Λονδίνου δεν έχει γρανίτες και μάρμαρα. Δεν διακοσμείται με αρχαία και σίγουρα δεν έχει τη γκλαμουριά του ελληνικού. Οι αποβάθρες είναι γκρίζες με πλακάκια μαύρα πια από τη βρωμιά. Οι χρωματιστές διαφημίσεις δεν αλλάζουν ούτε στο ελάχιστο το θλιβερό τοπίο. Οι κυλιόμενες πολύ χάλια. Τα καθίσματα μέσα μπρδοροδοκόκκινα της Μοιραράκη. Ο φωτισμός σε μερικά σημεία απλά λιγοστός. Το εισιτήριο πανάκριβο. Για 3 στάσεις πληρώνω την μονή διαδρομή 1,5 λίρα.

Ναι αλλά το μετρό της Αγγλίας πάει παντού. Με δέκα γραμμές, χωρίς να μετράμε τις υπέργειες διασχίζει ολόκληρο το Λονδίνο υπόγεια. Περνάει ανά 2 λεπτά και τις ώρες αιχμής ανά 1! Αυτό το σκηνικό, το να φας τα νιάτα σου και την ομορφιά σου περιμένοντας ένα συρμό από του διαόλου το κέρατο που περνάει ανά 10 λεπτά και σου κάνει χάρη εδώ δεν υπάρχει.

Όπως δεν υπάρχουν και οι τζάμπα μάγκες. Εδώ για να μπεις πρέπει να ανοίξουν οι μπάρες. Και για να ανοίξουν θα πρέπει να επικυρώσεις το εισιτήριο σου ή να χτυπήσεις την κάρτα σου. Μα καλά απορώ πως το σκέφτηκαν οι κερατάδες. Α ναι, μια κάρτα πρέπει να επικυρώνεται και κατά την είσοδο και κατά την έξοδο. Το τραγικό είναι πως αν δεν επικυρωθεί κατά την έξοδο δεν μπορείς να βγεις! Αλλά ούτε να τη χρησιμοποιήσεις κατά την είσοδο 2 φορές για να βολευτούμε και οι 2 άντε και η Μαριγώ, δηλαδή και οι 3 και να το ονομάσουμε κίνημα.

Όπως επίσης το μετρό όταν δεν δουλεύει είναι γιατί επεκτείνεται. Όχι επειδή οι υπάλληλοι απεργούν και έτσι μια ολόκληρη πόλη βρίσκεται σε ομηρία. Και δεν λέω να μην απεργήσουν. Λέω πολύ απλά πως όταν το ίδιο το κράτος δεν σέβεται το μέσο που έχει δημιουργήσει, όταν δεν πληρώνει ικανοποιητικά τους υπαλλήλους του, όταν δεν έχει συχνά δρομολόγια, όταν δεν υπάρχει έλεγχος τότε αυτή η επιχείρηση δεν θα γίνει ποτέ πραγματικά κερδοφόρα όση αύξηση κι αν υπάρξει στα εισιτήρια. Ο κόσμος θα σιχτιρίζει, οι πολίτες θα βρίζουν και τα μάρμαρα με τους γρανίτες θα θυμίζουν πως αυτό το μέσο ξεκίνησε και πως κοντεύει να καταντήσει.

Κι επειδή κι εμείς σαν λαός φταίμε κάπου θα πρέπει να κάνουμε την αυτοκριτική μας. Γιατί έχουμε μάθει μια ζωή να υποτιμάμε τους γύρω για να κρύψουμε πόσο υποδεέστεροι είμαστε. Γιατί έχουμε μάθει να εστιάζουμε στα κακά των ξένων και να υπερτιμάμε τα δικά μας. Κι ας ξέρουμε ότι είναι λειψά. Κι ας παραδεχόμαστε από μέσα μας πως 2 γραμμές μετρό για μια πόλη 5 εκατομμυρίων κατοίκων είναι πολύ λίγες. Κι ας γνωρίζουμε κατά βάθος πως ωραίο το μετρό μας αλλά κοντεύει να αγγίξει τη συνέπεια των αστικών λεωφορείων. Κι ας γνωρίζουμε πως σε κάποιες περιοχές για να πάμε θα πρέπει να πάρουμε το αυτοκίνητο και να κολλήσουμε στην κίνηση επί ώρες. Εμείς και πάλι θα βρούμε να πούμε πως όταν εμείς σφυρηλατούσαμε πολιτισμό αυτοί κρέμονταν από τα δέντρα. Η απάντηση στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι απλή. Όταν αυτοί σχεδίαζαν μετρό, εμείς κυκλοφορούσαμε με γαϊδούρι.

Σάββατο, Ιανουαρίου 17, 2009

Τάρτα με κρέμα ζαχαροπλαστικής και φρέσκιες φράουλες (updated)

Για δεύτερη φορά θα βρεθούμε μαζί με τη Νανά παρέα, κάτω από το κιόσκι. Ναι, η πιο γλυκιά φωνή των ερτζιανών θα διαβάσει αυτή την ανάρτηση κι εγώ (μιας και έχουμε δύο ώρες διαφορά) θα πρέπει να τρέξω για να μας ακούσω. Καλημέρα σε όλους!

Είμαι πλέον πεπεισμένη πως ο ποιητής είχε ακριβώς το ίδιο δίλημμα με μένα. Αφού αμφιταλαντεύτηκε αν αυτός ο κόσμος είναι μικρός ή μέγας, το έγραψε και τα δύο στο Άξιον Εστί και έκανε πλατινένια ποιητική επιτυχία. Ο Λιακόπουλος ήρθε λίγο αργότερα μέσα από τους δέκτες του Αρκαδία και Μακεδονία tv να πουλήσει τα αριστουργήματά του και να υποστηρίξει πως όλοι είναι Έλληνες αλλά δεν το ξέρουν. Δεδομένου ότι εδώ στο Λονδίνο, μετά την Αγγλική φοριέται ιδιαίτερα η Ελληνική γλώσσα το παρόν αξίωμα δεν μου κάνει και ιδιαίτερη εντύπωση. Μπορώ με βεβαιότητα να υποστηρίξω πως αυτός ο κόσμος είναι τρανός και έχει γεμίσει διάσπαρτα με Έλληνες. Είμαστε παντού, είμαστε πολλοί.

Γι αυτό και όταν μπαίνει η καλοντυμένη πιτσιρίκα στο κόκκινο λατρεμένο λεωφορείο, μετά από λίγο ακούς τη φωνούλα της σε άπταιστα ελληνικά «Με τρόμαξες βρε βλάκα».

Γι’ αυτό όταν μπαίνεις στο λατρεμένο κόκκινο λεωφορείο και ανεβαίνεις στον επάνω όροφο ακούς το Βουρλιώτη να τραγουδά πως σου βγάζει κόκκινη κάρτα μέσα από τα αυτιά του πιτσιρικά που κάθεται 10 θέσεις πιο πίσω.

Γι’ αυτό και όταν περπατάς πρέπει να μιλάς σιγά, ειδικά όταν κουτσομπολεύεις. Όλο και κάποιος Έλληνας θα χαρεί που σε άκουσε και θα σταματήσει να σου πει γεια ή να σου κάνει καμάκι και να σου δώσει το κινητό του. Ναι, μου έχε συμβεί και αυτό. Έλληνας δεύτερης γενιάς, πετάχτηκε από το τραπεζάκι που καθόταν να μας χαιρετήσει γιατί άκουσε πως μιλάγαμε Ελληνικά. Και παρεμπιπτόντως να μας προτείνει να πάμε και για ποτό το βράδυ.

Για αυτό και όταν ξεχάσεις την εκπληκτική κόκκινη ομπρέλα στο London eye και σου φωνάζουν όλοι στα Αγγλικά να γυρίσεις να την πάρεις, θα βρεθεί και ένας Έλληνας να πατήσει μια φωνή που θα καλύψει τις φωνές όλων των άλλων για να σου πει «ρε κοπελιάαα κουφή είσαι; Την ομπρέλα ξέχασες λέμε».

Γι αυτό και σε όλα τα Αγγλικά πανεπιστήμια οι κλίκες των Ελλήνων είναι οι πιο ξακουστές. Sos θέματα, «συνεργασίες» και δεν συμμαζεύεται παίζουν σε ελληνικό ρυθμό εδώ.

Βέβαια ενώ ο κόσμος είναι γεμάτος με Έλληνες εγώ πέφτω συνεχώς πάνω σε γνωστούς. Κάποιος θα ξέρει κάποιον κι εκείνος ο κάποιος κάποια σχέση θα έχει κατά κάποιο τρόπο με μένα.

Από τις πρώτες μέρες που ήρθα εδώ, ναι κάποιος με ρώτησε τι έχω κάνει στη ζωή μου. Του είπα ότι είμαι Πολυτεχνίτισσα, σιγά το φοβερό, εγώ και χιλιάδες ακόμα Ελληνίδες, με μια φυσικότητα. Κι αυτός βρήκε να με ρωτήσει αν είμαι «παραταξιακά φυντάνι του τάδε». Ο τάδε μέσα στο Πολυτεχνείο επί της εποχής μου και εποχής του είχε προσηλυτίσει όχι μόνο ολόκληρο το θηλυκό πληθυσμό αλλά και τα ωάρια του. Εγώ του είχα ξεφύγει μιας και πάντα ήμουν αριστεροαυτόνομη, οπότε δεν κοκκίνισα αλλά η φλεβίτσα στο κούτελο που πάντα με προδίδει πετάχτηκε για να αποδείξει ότι ο κόσμος είναι μια κουτσουλιά.

Λίγο καιρό αργότερα ένας φίλος ήρθε στην εστία. Εντάξει πολύ φίλος, ικανοποιηθήκατε τώρα; Και μια Ελληνίδα της εστίας στο διάβα μας ήταν από αυτές που κάποτε τους είχε κάνει «ιδιαίτερα». Τώρα σε τι μάθημα θα σας γελάσω και δεν τον θέλω. Τον αποκάλεσε καρδιά της και αυτό μου έφτασε.

Και ενώ μετά από αυτά τα συμβάντα αποφάσισα να κόψω κάθε επαφή με τους Έλληνες κυρίως της εστίας, χτες που πήγα να πάρω την αλληλογραφία πέφτει πρώτα ένας φάκελος με το όνομα της κοπέλας που τις πάλαι ποτέ καλές εποχές της αθωότητας ήταν κολλητή μου. Ναι στο δημοτικό. Σκέφτομαι πολύ σοβαρά να καρφώσω πορτοπαράθυρα και να μην ξαναβγώ από το δωμάτιο. Να κάνω συνεχώς blogging και να αποδείξω το αναληθές του Λιακόπουλου που είναι σαφώς δανεισμένο από τον Ελύτη και αποδεικνύεται μέσα από τα δικά μου βιώματα.

Υ.Γ. Ο τίτλος της ανάρτησης…παντελώς άσχετος από το ζήτημα. Δεν πειράζει. Αξίζει τα λεφτά του.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 15, 2009

Τι τίτλο τώρα να βάλω;

Οι Άγγλοι λατρεύουν τις φιλανθρωπίες. Έξω από το σούπερ μάρκετ, το μετρό, το πανεπιστήμιο, κεφάτοι και αφυπνισμένοι (;) νέοι μαζεύουν χρήματα για τα παιδάκια, τα σκυλάκια, τα γατάκια. Εσύ δίνεις τον όβολό σου κι αυτοί σου δίνουν μια κονκάρδα, ένα αυτοκόλλητο, ένα κομμάτι κέικ και έτσι πάτε και οι δύο ήσυχοι για ύπνο. Κι είναι τόσο υποκριτικό από έναν λαό που έχει πηδήξει ολόκληρο τον πλανήτη κυριολεκτικά να αποκοιμίζει τη συνείδησή του με τέτοιες πολύ ανούσιες κινήσεις και πρακτικές.

Τις μέρες που στη γειτονιά μας γίνεται σφαγή, οι κυβερνόντες των Δυτικών και φυσικά προηγμένων κρατών κοιτούν με σοκαρισμένο ύφος τη γενοκτονία που γίνεται στη Γάζα. Ο Σαρκοζί, πήγε, ήρθε, γύρισε, εκείνο το κορίτσι η Κάρλα τι κάνει ξεχάσαμε να ρωτήσουμε. Οι Ευρωπαίοι κοιτούν συντεταγμένοι όλοι προς τα Νοτιοανατολικά. Ορισμένοι βάζουν και το χέρι μπροστά από τα μάτια για να μην δουν όλη τη φρίκη σε γκρο πλαν. Οι Τσέχοι που έχουν αναλάβει την προεδρία της Ευρωπαϊκής ένωσης χτυπούν παλαμάκια και υποστηρίζουν πολύ φυσικά τους Ισραηλινούς. Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ οργίστηκε επειδή οι Ισραηλινοί χτες έπληξαν κτήριο του Οργανισμού.   Ότι χτύπησαν επίσης νοσοκομείο γεμάτο με τραυματίες δεν του έκανε και τεράστια αίσθηση. Ο Ομπάμα στην πρώτη του δήλωση μετά την εκλογή έψαχνε τι ράτσας σκυλάκι να πάρει στο Λευκό Οίκο. Με το άγχος του κοιμάμαι κάθε βράδυ γαμώτο. Λες να μην βρήκε; Κοτζάμ πλανητάρχης; Θα σκάσω.

 Και ενώ η φρίκη αυτή συνεχίζεται, πιτσιρίκια σκοτώνονται, εμείς, οι γαμάτοι bloggers ψάχνουμε ποσοτικά ποια πλευρά έχει τις περισσότερες απώλειες, κάνουμε αναλύσεις επί αναλύσεων, γράφουμε πολύ ήσυχα πίσω από τα πληκτρολόγια μας, αγανακτούμε πατώντας λίγο πιο πολύ το Enter. Σιγά αγάπη θα σπάσει το Vaio. Τσακωνόμαστε αν οι Ισραηλινοί τρώνε Παλαιστινίους ή οι Παλαιστίνοι τρώνε Ισραηλινούς. Ειρωνευόμαστε και κάνουμε το καθήκον μας αφυπνίζοντας συνειδήσεις. Πάντα αγκαλιά με το πληκτρολόγιο και μια κούπα με ζεστό καφέ.

Κόσμος με καρφιτσωμένο στο πέτο του παλτού το σηματάκι της Παλαιστίνης και παγωμένο βλέμμα πηγαινοέρχεται σφίγγοντας το. Κάνει απίστευτο κρύο. Άσε μην αρρωστήσουμε χειμωνιάτικα.

Μα το χειρότερο δεν είναι ότι όλοι εμείς δεν κάνουμε τίποτα. Το χειρότερο είναι πως νομίζουμε ότι κάνουμε. Πιστεύουμε ότι βοηθάμε. Έχουμε τη σιγουριά ότι είμαστε κομματάκια του πάζλ που θα αλλάξει τον κόσμο. Διαρρηγνύουμε τα ιμάτια μας πως αγωνιζόμαστε. Κι αν κάτι με τρομάζει είναι μια φράση που πάντα έλεγε η γιαγιά μου. «Παιδί μου ο καθένας έχει το πρόσωπο που του αξίζει». Μήπως του μοιάζουμε;    



Υ.Γ Φωτογραφίες διάσπαρτα μαζεμένες από το διαδίκτυο. Από τον πιτσιρίκο, το in.gr, τον preza και πάει λέγοντας.

Τρίτη, Ιανουαρίου 06, 2009

Αύριο, όχι Σήμερα...

Σήμερα είναι μια πολύ δύσκολη μέρα. Σήμερα. Ναι. Αύριο θα είναι όλα στη θέση τους. Θα έχουν τελειώσει οι αποχαιρετισμοί. Θα έχω μαζέψει τις αγκαλιές μου. Θα έχω διαπραγματευτεί τα παραπανίσια κιλά της βαλίτσας μου για να μην πληρώσω υπέρβαρο. Κλασικά κι ελληνικά όπως είθισται. Τα δικά μου από τις γιορτές δυστυχώς δεν μπορώ να τα κρύψω. Θα έχω χαιρετήσει τις αεροσυνοδούς ιδιωτικής αεροπορικής εταιρίας που βάφονται λες και πηγαίνουν πρώτο τραπέζι στον Αντύπα. Θα έχω σύρει την βαλίτσα μου και την περιουσία μου - το λάπτοπ μου - ως το λεωφορείο. Όταν κατέβαινα από το κουβάλημα το αριστερό μου χέρι αχρηστεύτηκε. Στα δεξιά έχω μάθει από μικρή να μην βασίζομαι! Θα έχω φτάσει εκεί στα βόρεια. Εκεί όπου το θερμόμετρο λέει -5 έως 2 βαθμούς κελσίου. Α ναι, θα έχω ανεχτεί εν πτήσει και όλους τους Έλληνες τουρίστες που έμαθαν ότι το Λονδινάκι είναι must και πρέπει να πάνε για να έχουνε να λένε στην Πέπη στο γραφείο, να σκάσει από τη ζήλια της. Με το κλασικό προσκύνημα στα Harrods. Και μόνο.

Το τραινάκι γυρνούσε φωτισμένο κι αχνό στον αέρα

Κάτω η θάλασσα μ' ένα καράβι, το φεγγάρι πιο πέρα

Σε θυμάμαι συχνά που φορούσες ένα άσπρο φουστάνι

Σε κρατούσα απ' το χέρι Ότι ζούμε, μου λες, δε μου φτάνει

Στα τραγούδια που λέγαμε οι δυο μας οι φωνές χαμηλώσαν

Χαραγμένη καρδιά στο παγκάκι που μετά την προδώσαν

Μια φορά μου 'χες πει δε μπορεί θα το νιώσανε κι άλλοι

Πριν το τέλος πως μοιάζει η σιωπή σαν αγάπη μεγάλη


Αύριο θα είναι όλα στη θέση τους. Τα πράγματα τακτοποιημένα, το κρεβάτι μου με καθαρά σεντόνια, το δωμάτιο μου συγυρισμένο, το μυαλό θα έχει αρχίσει να ανεβάζει στροφές για την εξεταστική. Θα έχω βρει το Μεξικανό και την Ινδή μου. Θα έχω πάει super market και θα έχω βάλει μονάδες στο κινητό. Αμέ.

Κι εγώ που ζω για πάντα εδώ

Κι όλο φεύγω το τέλος πριν να δω

Κάθε νύχτα που περνάει γυρίζω ξανά

Σκοτάδι γίνομαι και παραδίνομαι

Στον ρυθμό σου που καίει ακόμα

Αυτό το σώμα που μένει χρόνια χωρίς σκιά

Κάθε νύχτα που περνάει σαν ταινία

Κι ότι ζήσαμε προβάλλεται με φόντο την πλατεία

Κάθε νύχτα που περνάει πάντα εδώ

Κι όλο φεύγω, πριν μείνουμε μόνοι, το τέλος μη δω


Αύριο όμως όλα αυτά. Γιατί σήμερα με περιμένει ένα ακόμα ταξίδι, μερικοί ακόμα αποχωρισμοί, ένα ελληνικό κινητό που θα κλείσει και ένα αγγλικό που θα ξανανοίξει.
Σήμερα θα αφήσω πίσω τους δικούς μου ανθρώπους. Και μπορεί να ακούγεται παιδιάστικο, αλλά οι μελαγχολίες μου έχουν χτυπήσει κόκκινο. Αύριο θα έχουν χαθεί. Σήμερα με έχουν κατακλύσει καταλύοντας κάθε θετική σκέψη. Έτσι για αντιπερισπασμό.

Σιδερένια η σκάλα και μου 'λεγες θα μείνουμε λίγοι

Πήρε η νύχτα να πέφτει βαθιά κι ο αέρας με πνίγει

Μηχανές ξεχασμένες κι αδέσποτες στου δρόμου την σκόνη

Σκέψου να 'ταν το πάτωμα ασπρόμαυρο και να 'σουν το πιόνι

Μια φορά μου 'χες πει δε μπορεί θα το νιώσανε κι άλλοι

Πριν το τέλος πως μοιάζει η σιωπή σαν αγάπη μεγάλη


Σε τρεις μήνες ξανά πίσω λοιπόν αλλά για πολύ λίγο. Τόσο λίγο που μια επέμβαση ίσως το κάνει μηδαμινό. Κι αν και το έχω πει ξανά και ξανά, είναι η δεύτερη φορά που το νιώθω τόσο έντονα. Πως ζω μοιρασμένη στα δυο. Μια βόλτα στο λατρεμένο μου Covent garden και μια αυτοκινητάδα μέχρι το Λυκαβηττό μπορούν να αποδείξουν του λόγου το αληθές.