Σάββατο, Ιανουαρίου 09, 2010

Ο οχτάλογος του κιτς - κοίτα να δεις.

Μην με κοιτάς εμένα έτσι. Σε βλέπω. Ξέρω καλά τι σκέφτεσαι. Πως τα ίδια λάθη τα έχω κάνει κι εγώ. Πλανάσαι πλάνην οικτρά. Δεν έχω πέσει ποτέ στη λούμπα. Η λίστα είναι για τους άλλους, όχι για μας. Η δεκαετία άλλαξε και όλοι έκαναν και από μια λίστα. Κι εγώ θα κάνω τη δικιά μου. Για τον οχτάλογο του κιτς στη γυναίκα – τιμή στον άντρα που συνοδεύει δίπλα του κακοντυμένη – δώρο στην κακιά πεθερά που μπορεί να τρίψει τη λίστα στα μούτρα της νύφης. Γιατί οχτάλογος; Γιατί αυτά μου ήρθαν πιο έντονα στο μυαλό. Γιατί τώρα; Γιατί έτσι. Γιατί ρε Σίντυ; Γιατί ο Κωστέτσος έπεσε θύμα ξυλοδαρμού και για λίγο καιρό δεν θα βγαίνει στα κανάλια ενώ εκείνος ο κοντός που έφτανε στο γοφό της Χρουσαλά δεν βαθμολογεί πια διάσημες.

1. extensions στα μαλλιά.

Είχαν κι άλλες ονομασίες οι οποίες μου διαφεύγουν τώρα. Υποστηρικτής του είδους: Χριστίνα Λαμπίρη. Κάθε μεσημέρι άλλαζε μήκος. Την μια έβγαινε σαν την Ραπουνζελ και την άλλη με καρέ. Η παραφροσύνη της νοικοκυράς. Έγιναν μόδα. Στα περιφερειακά κομμωτήρια το ξανθό σαντρέ με τη μαύρη χαίτη έγινε must. Στα κεντρικά η μπούκλα πήγε σύννεφο. Μέχρι τα ψιλικατζίδικα πουλούσαν τούφες με κοκκαλάκι για κούμπωμα. Το χρώμα πετύχαινε σπάνια και η υφή ξεχώριζε το φυσικό από την χαίτη αλόγου. Σήμερα η μόδα αυτή θεωρείται ξεπερασμένη. Η μόνη που φαίνεται να την υποστηρίζει είναι η Θεοδώρα Τζάγκρη – υφυπουργός του ΠΑΣΟΚ από τα τιμημένα Γιαννιτσά.

2. Σιλικονάτες τιράντες σουτιέν.

Υποστήριξη του είδους: Όλες οι τραγουδιάρες νυχτερινών κέντρων και η Μενεγάκη τα πρωινά. Φορέθηκε φανατικά με βραδινά λαμέ, σατέν, λεοπαερ – στραπλες απαραιτήτως - βραδινά σύνολα – τραυματικές εμπειρίες. Δεν φτάνει που γυάλιζαν, έκαναν και κόκκινο σημάδι στον ώμο. Δεν τις φόρεσα ποτέ. Παίρνω και όρκο.

3. Μαύρα νύχια.

Υποστήριξη του είδους: Και πάλι από τα κορίτσια της νύχτας, τις τηλεπερσόνες, τις gothic γνωστές και μερικές εναλλακτικές που έστριβαν καπνό επιδεικνύοντας το μαύρο μανικιούρ. Είναι από τα χειρότερα είδη γιατί ακόμα πουλάει – δηλαδή έχει διαχρονική ισχύ – δηλαδή πόσο πιο πολλές αγκινάρες θα καθαρίσεις πια; Θυμίζει γυναίκα που έχει περάσει τη ζωή της στα χωράφια – καθόλου κακό – αλλά είναι τόσο βρωμιάρα που δεν πλένει καν τα χέρια της μετά – πολύ κακό. Συνήθως χρησιμοποιείται από γυναίκες με πολύ μακριά και γαμψά νύχια που μου θυμίζουν τη δασκάλα του πιάνου από την οποία είχα τραυματικές εμπειρίες. Η Κρουέλα ντε βίλ θα πρέπει να το λατρεύει, είμαι σίγουρη.

4. Σαλβάρια

Υποστηρικτής του είδους: Η Μάγια Τσόκλη και οι εναλλακτικές που κρεμούσαν και ταγάρι χιαστί, κυκλοφορούσαν Θησείο – Μοναστηράκι και στις τελευταίες εκλογές στήριξαν Οικολόγους πράσινους. Η τρανή απόδειξη πως είμαστε Τουρκόσποροι. Α πα πα πα πα! Η Μανωλίδου δεν τα καταδέχτηκε ποτέ. Και καλά έκανε. Ο Άδωνις θα την χώριζε.

5. Πλατφόρμες

Υποστηρικτής του είδους: Σχεδόν όλες. Κάπου στις αρχές του 2000 μια ηλιόλουστη ημέρα στη πρώτη Λυκείου ετοιμάζαμε ως τάξη το αποκριάτικό μας πάρτυ. Βανδή – Ρουβάς ήταν τότε στη μόδα στο Ρεξ αλλά εμείς έπρεπε να αρκεστούμε σε κάτι πιο απλό. Η πιο λατρεμένη φιλόλογος όλων των εποχών, μας είχε συμβουλεύσει τότε να διαλέξουμε κάτι παλιό μπας και το φέρουμε στη μόδα. Μερικά χρόνια πριν, αρχές δεκαετίας του 90 κάποιες άλλες της μαθήτριες σε ένα άλλο αποκριάτικο πάρτυ είχαν φορέσει πλατφόρμες – παπούτσια ξεχασμένα από τις μανάδες τους κοροϊδεύοντας πόσο κιτς είναι. Τα χρόνια πέρασαν και είμαι σίγουρη πως οι ίδιες αργότερα – όταν επανήλθαν στη μόδα πήγαν και αγόρασαν τις δικές τους πλατφόρμες. Ναι, υπάρχουν και εξαιρέσεις αλλά γενικά τις μισώ. Το χειρότερό μου, οι χοντροκομμένες από φελλό ή ξύλο ή ο Θεός να βάλει το χέρι του να φύγει από τη μόδα. Δεν έχω μπει καν στον πειρασμό να δοκιμάσω ένα ζευγάρι! Σίντυ douze points!! Σίντυ twelve points!

6. Jeans με δαντέλα.

Υποστηρικτής του είδους: Σχεδόν όλες και πάλι. Αυτή η μόδα τις χτύπησε σαν ίωση. Όλες αγόρασαν φούστα jean με λευκή δαντέλα στο τελείωμα – κεντημένη από τη γιαγιά τους. Μερικές προτίμησαν μακριές jean που κάπου είχε και το σεμεδάκι της γιαγιάς της Αλκυόνης. Ένα ολόκληρο καλοκαίρι η Ελλάδα φορούσε ανοιχτόχρωμα jean με φουρό. Τον αμέσως επόμενο χειμώνα μια άλλη φιλόλογος – τι να σου λέω τώρα – είχε εμφανιστεί με jean το οποίο είχε στο τελείωμα κολλημένα χρωματιστά γουνάκια. Απίστευτο.

7. Jeans χαμηλοκάβαλα να φαίνεται το κορδόνι του string μπας και μας λιγουρευτεί κανένας καψερός.

Υποστηρικτής του είδους: οι ξεπεταγμένες του Λυκείου που έρχονταν στο σχολείο και στο φροντιστήριο με την ίδια παρτολέ εμφάνιση. Το σύνολο συμπληρωνόταν με λευκό μπλουζάκι που από μέσα είχε απαραιτήτως μαύρο σουτιέν. Το λευκό μπλουζάκι με το μαύρο σουτιέν ήταν το επίσημο ένδυμα και την τελευταία ημέρα του σχολείου όπου παίζονταν το καθιερωμένο μπουγέλο. Κοίτα πως με έκανε ο μαλάκας ο Βαγγέλης ούρλιαζαν τρουλώνοντας τα στήθη τους να φανεί καλύτερα το μαύρο. Άσε μας καλή μου! Αυτά τα ξέρουμε κι εμείς!! Ήταν οι πρώτες που υιοθέτησαν το κονσίλερ, τη μάσκαρα, και το eye liner που για όλες τις υπόλοιπες ήταν παντελώς άγνωστες λέξεις.

8. leopard, zebra, λαμέ φουστάνια και αξεσουάρ – συνήθως και εσώρουχα αλλά για το τελευταίο περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Ξέρεις τι θα πω, δεν ξέρεις; Άντε γιατί κουράστηκα.

Υ.Γ. Δες φωτογραφίες - σε περίπτωση που σε έμπλεξα - στο κάθε λινκ!

Υ.Γ.2 Εδώ και λίγες μέρες ανοίξαμε λογαριασμό και στο twitter. Αν συχνάζετε εκεί πείτε το καλέ. Μην ντρέπεστε!

Δευτέρα, Ιανουαρίου 04, 2010

Το αυτονόητο...και το δεδομένο.

Ολόκληρή τη ζωή μου μέχρι σήμερα την γέμισα με αυτονόητα. Την φίσκαρα σε κουτάκια σιγουριάς και την έδεσα σε χριστουγεννιάτικους φιόγκους τα έβαλα κάτω από το δέντρο της δικής μου ζωής και έτσι πορεύτηκα. Μέχρι σήμερα. Αυτονόητα. Τα αυτονόητά μου ξεκινούσαν από τα πιο απλά και συνέχιζαν μέχρι τα πιο σύνθετα. Ξεκινούσαν από τα υλικά και περνούσαν στα άυλα. Χωρούσαν τα πάντα και δεν είχαν ποτέ κάρτα αλλαγής μιας και η απόδειξη είχε πάνω της σφραγίδα…την κοινή λογική. Έστω κι αν αυτή τελικά είναι μόνο δική μου. Δεν γίνονται Χριστούγεννα χωρίς στολισμένο έλατο. Αυτονόητο. Δεν γίνεται αγάπη χωρίς αγκαλιές και δόσιμο. Αυτονόητο. Δεν γίνεται φιλία χωρίς θυσίες και χωρίς γκρέμισμα του μικρόκοσμου σου. Αυτονόητο. Δεν γίνεται ζωή χωρίς πατρίδα, χωρίς στεριά, χωρίς ένα κομμάτι γης δικό σου. Αυτονόητο.

Μεγάλωσα. Ξαφνικά και μάλλον μέσα σε μια νύχτα έμαθα αυτά που επιμελώς δεν είχα δεχτεί ποτέ μου. Πως τα αυτονόητα δεν είναι κοινά για όλους. Και κυρίως…δεν είναι δεδομένα. Αξιώματα που επειδή δεν κουβαλούσαν από πίσω τους λογικές αποδείξεις…απαξιώθηκαν από μένα τελεσίδικα.

Είναι ο Αλέξανδρος. Μην σε γελά το όνομα. Ελληνικό μεν αλλά αυτός δεν έχει πατρίδα. Το όνομα το διάλεξε η μητέρα του διαβάζοντας ιστορία και αγαπώντας την πατρίδα που τη φιλοξενεί. Γεννήθηκε εδώ και στη Μολδαβία έχει πάει μόνο δύο φορές. Δεν είναι Μολδαβός γιατί αρνείται να υπηρετήσει στο στρατό μιας χώρας της οποίας πολίτης δεν νιώθει. Για να τον αποδεχτεί η χώρα των γονιών του θα πρέπει για δύο χρόνια σε πολύ άθλιες συνθήκες να υπηρετήσει εκεί…αλλά αυτός πως να πάει; Δεν μιλά καν τη γλώσσα. Δεν είναι ούτε Έλληνας. Γιατί οι καθαρόαιμοι Έλληνες δεν τον δέχονται στο σινάφι τους…μην τους μολύνει. Δεν έχει διαβατήριο. Αλλά μένει σε σπίτι κάπου στην Αθήνα που αγόρασαν οι γονείς του με πολύ προσπάθεια.

Είναι η Ελένη. Γεννήθηκε και αυτή εδώ. Ο σύλλογος γονέων και κηδεμόνων μαζί με το δήμαρχο της περιοχής όπου βρίσκεται το σχολείο της δεν την άφησαν να σηκώσει την ελληνική σημαία στην τελευταία παρέλαση. Είχε τους ψηλότερους βαθμούς σε νέα ελληνικά και ιστορία αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό. Δεν έχει ελληνικό αίμα και ίσως μια μέρα επιστρέψει στη πατρίδα της πλούσια γιατί έχει μυαλό και θέληση. Κάνει δουλειές που οι Έλληνες δεν καταδέχονται και προσφέρει με τη μαύρη εργασία της στο ΑΕΠ της χώρας.

Είναι όλοι αυτοί, χιλιάδες, Αλβανοί, Βούλγαροι, Ρουμάνοι – των οποίων μόνο το 12άρι κάθε χρόνο στη Eurovision μας ενδιαφέρει για να κορδωθούμε σαν έθνος – που δεν μπορούν να λάβουν σε κανένα δημόσιο διαγωνισμό ή προκήρυξη μέρος γιατί δεν έχουν ελληνική υπηκοότητα, ακόμα κι αν έχουν τα ίδια ή και περισσότερα qualifications – που λέμε και στο χωριό μου.

Είναι τα αυτονόητά μου όλοι αυτοί. Τα αυτονόητα μιας χώρας που τους αναγκάζει στο περιθώριο και τους σπρώχνει στην επαιτεία και τη βία αποκλείοντας τους φασιστικά από κάθε άλλο πόστο λόγω χρώματος και προέλευσης. Το διαδίκτυο έχει γεμίσει με φασιστικές φωνές Ελλήνων που τρέμουν τον ξένο και περιμένουν το δημοψήφισμα του Καρατζαφέρη για να βγάλουν το άχτι τους στην Αλβανή που χωρίς ένσημα τους καθαρίζει το σπίτι και δεν τρίβει καλά τα σοβατεπιά. Αυτονόητο και αυτό. Όταν θα εκδιωχθεί ακόμα και αυτή, η Ελληνίδα θα πρέπει να σκύψει τη μύτη της και να τρίψει το παρκέ της. Δεδομένο.

Καλή Χρονιά να έχουμε σύντροφοι, με υγεία και αγάπη. Αυτό το τελευταίο…το νου σας. Δεν είναι ούτε αυτονόητο, ούτε δεδομένο.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 23, 2009

Χριστούγεννα θα πει...

χριστουγεννιάτικη βιτρίνα στη Ζουρίχη. Θυμάσαι;

Χριστούγεννα θα πει να ξυπνήσεις αργά και να πετύχεις τα τελευταία παιδάκια που λένε τα κάλαντα. Να τους δώσεις λεφτά και να τα φορτώσεις γλυκά για να δεις το χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό τους και την εσωτερική τους φωνούλα να φωνάζει: θα το πάρω το playstation yeah, yeah, yeah! Να σηκωθείς και το σπίτι να έχει γεμίσει μυρωδιές από την κουζίνα. Χοιρινό, κοκκινιστό, μοσχαράκι γιουβέτσι…μικρή σημασία έχει.

Χριστούγεννα θα πει να τρως για πρωινό καλτσούνια με μέλι ή κρητική μπουγάτσα με μυζήθρα. Θα πει να σηκώνεσαι ανά δεκάλεπτο – έστω τέταρτο ας μην τα χαλάσουμε σε αυτό – για να φας ακόμα ένα μελομακάρονο ή κουραμπιέ και να γλύφεις τα δάχτυλα από τα μέλια ή τις άχνες γιατί είναι Χριστούγεννα. Να τσιμπολογάς τα καρυδάκια της πιατέλας που είναι πάνω στον παλιό μπουφέ γιατί πάλι είναι Χριστούγεννα. Να στρώνεται γιορτινό τραπέζι σπίτι με κόκκινες – απαραιτήτως – χαρτοπετσέτες.

Χριστούγεννα θα πει να δεις το μεσημέρι για 46343 φορά το «μόνος στο σπίτι» και να σκεφτείς ότι το πιτσιρίκι όταν μεγαλώσει θα γίνει πολύ μεγάλο γκομενάκι παραβλέποντας πως το πιτσιρίκι είναι μεγάλο, έχει γίνει μπαμπάς και έχει πέσει στις κόκες. Μετά να δεις και την Μαίρη Πόππινς ή τον ΌΛιβερ.

Χριστούγεννα θα πει να τριγυρνάς όλη μέρα μέσα στο σπίτι με τις σατέν πυτζάμες (από τα primark προς 6 λίρες το ζευγάρι – συγγνώμη αν σε σύγχυσα! Που να τις δεις κίολας!!) και τα πατουσάκια – καλτσάκια και να χαζολογάς ασύστολα.

Χριστούγεννα θα πει να πηγαίνεις σε οικογενειακά τραπέζια απαραιτήτως και να συναντάς όλα τα σόγια. Να ακούς την ευχή που ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία. Από τα 6 ως τα 17 ήταν «καλή πρόοδο Σιντούλα». Από τα 18 μέχρι τα 23 ήταν «καλό πτυχίο Σιντούλα» και από πέρυσι είναι «με ένα καλό παιδί Σιντούλα.». Το μεταπτυχιακό, πόσο μάλλον το διδακτορικό είναι γι αυτούς πολύ ψιλά γράμματα και δεν ανήκουν φυσικά στην ιδέα του «καλού κοριτσιού για σπίτι». Το καλό κορίτσι για σπίτι που θα γίνει κάποια στιγμή μανούλα και θα ακουμπήσει στο ΙΑΣΩ 6.000 ευρώ. Δεν χρειάζεται να ασχολείται με την έρευνα, εντάξει ας είναι σπουδαγμένη αλλά μην το παρακάνουμε…και πάρουν τα μυαλά του αέρα (του καλού κοριτσιού ντε). Στα οικογενειακά τραπέζια πάντως έχει πολύ πλάκα. Γιατί πάντα υπάρχει κάποιος που λέει καλά ανέκδοτα. Κάποιος που λέει σόκιν ανέκδοτα. Κάποιος που αργεί και δεν βρίσκει τίποτα να φάει. Και φυσικά κάποια που θα έχει κάνει το καλύτερο εκμέκ κανταΐφι της πόλης. Ναι, καλό κορίτσι από σπίτι φυσικά!

Χριστούγεννα θα πει να κάθεσαι τις πολύ βραδινές ώρες μόνος σου. Με τα φώτα σβηστά, με τα λαμπάκια του δέντρου λαμπερά και μέσα στο σκοτάδι, πάνω στον καναπέ, να «κάνεις ταμείο» της χρονιάς που φεύγει. Να ζυγίζεις τα κέρδη σου, αυτά για τα οποία πάλεψες, αυτά που τελικά πήρες, εκείνα που άφησες πίσω, όλα όσα αγάπησες και όσα θα ήθελες να ξεχάσεις.

Χριστούγεννα θα πει να μελαγχολείς λιγάκι γιατί λίγα χρόνια πριν, ανήμερα κάποιων άλλων Χριστουγέννων είχε φύγει εκείνη μετά από δύο πολύ δύσκολες μέρες στην εντατική. Εκείνη που έκανε τα καλύτερα καλτσούνια, τις μεγαλύτερες αγκαλιές, τα πιο ζεστά χάδια και είχε τα πιο τρυφερά πράσινα μάτια.

Χριστούγεννα θα πει να είσαι με αυτούς που αγαπάς και να τους αγαπάς πολύ.

Καλά Χριστούγεννα σε όλους!
Πολλά φιλιά σε σας και στις οικογένειές σας!

Σάββατο, Δεκεμβρίου 19, 2009

Η Αθήνα των άλλων

Παρασκευή βράδυ στα φανάρια της Αλεξάνδρας προς Πατησίων. Εκείνος χαμογελαστός, εγώ αγχωμένη. Εκείνος με τεράστια επιμονή, εγώ με μεγάλη ευγένεια. Το τζάμι μου καθαρό. Το αμάξι μου επίσης αλλά εκείνος επιμένει να μου το καθαρίσει. Με τα σπαστά ελληνικά του μου λέει πως δεν θέλει λεφτά. Λίγο πιο κάτω, Πειραιώς πια, το σκηνικό επαναλαμβάνεται. Η στάμπα από τη βούρτσα του προηγούμενου στο πλάι, όση ώρα προσπαθούσε να με πείσει, έχει μείνει εκεί. Δεν είμαι πια αγχωμένη. Κοντεύω στον προορισμό μου. Αλλά δεν τον αφήνω και πάλι να καθαρίσει το ήδη καθαρό τζάμι. Η επιμονή προέρχεται από την απελπισία και η ευγένεια δεν έχει χώρο σε αυτό τον αγώνα επιβίωσης που ο καθένας κάνει ξεχωριστά.

Σάββατο βράδυ πίσω από το λαμπερά φωτισμένο δημαρχείο. Τόσο καλά φωτισμένο που κρύβει το φόβο, το αλισβερίσι, την «άλλη» Αθήνα – αυτή που δεν παίζει σε κανένα περιοδικό με γυαλιστερές εικόνες αλλά βρίσκεται ακριβώς από πίσω. Πόρνες από την Αφρική, κοριτσάκια μικρά, παρακαλάνε για ένα κρεβάτι. Έχω παρκάρει λίγο πιο πέρα. Περπατάω, το βήμα ταχύ – όχι από το φόβο αλλά από το κρύο. Περπατώ σε δρόμους που κανείς πολιτικός δεν έχει περπατήσει. Κι αυτές παρακαλάνε. Με τα σπαστά ελληνικά τους. Ανοίγουν πόρτες, γίνονται επίμονες και κομμάτι προκλητικές. Καλά δεν κρυώνουν;

Τρίτη ξημερώματα σε ένα μπαράκι στα Εξάρχεια. Με κοιτά περίεργα μα δεν δίνω σημασία. Κουβέντα θέλει. Συζήτηση θέλει. Να μας δείξει φωτογραφία των παιδιών του θέλει. Με έχει ζαλίσει το ποτό μα δεν μπορώ να αντισταθώ στο βλέμμα του. Μας πιάνει κουβέντα. Παρέα θέλει. 8 χρόνια στην Ελλάδα. Άφησε την κόρη του πίσω 6 χρονών μα θα τη βρει 14. Δουλεύει σε φούρνο. Παίρνει 600 ευρώ. Έχει και έναν γιο. Δεν έχει σκοπό να γυρίσει προς το παρόν. Ακόμα και τα ένσημά του μας ανέλυσε. Δεν τα θυμάμαι. Ούτε και το όνομά του. Συγγνώμη.

Δευτέρα βραδάκι στο κέντρο. Ένας Αϊ Βασίλης μου χαμογελά. Τα χαρακτηριστικά του μελαμψά. Αυτός σίγουρα δεν ήρθε από τη Φιλανδία. Μάλλον έχει βρεθεί εδώ από το Πακιστάν. Κι είναι όλοι αυτοί οι Αϊ Βασίληδες η μεγαλύτερη απόδειξη. Η πιο τρανή διάολε. Πως δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης. Δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης. Συγγνώμη που στο χαλάω.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 10, 2009

Ζουρίχη...έτσι απλά!

Στη Ζουρίχη και όχι Ζυρίχη (εκ του αγγλικού Zurich) πήγαμε ένα από τα προηγούμενα σαββατοκύριακα του Νοεμβρίου. Ο προορισμός επιλέχθηκε προσεκτικά ανάμεσα σε δεκάδες άλλους για την ιστορία, την ομορφιά, τη γραφικότητα και το φυσικό περιβάλλον. Ψέμματα. Επιλέχθηκε εξαιτίας των πολύ φτηνών αεροπορικών εισιτηρίων. Δηλαδή πετάξαμε με 55 ευρώ περίπου το άτομο, all included – δεν το λες και άσχημα. Το λες; Όταν κλείναμε τα εισιτήρια δεν ξέραμε το γιατί αλλά μετά μάθαμε. Η Ζυρίχη είναι πανάκριβη. Φαρμακείο. Κάτι είχαμε ακούσει – από ψίθυρους και μισόλογα μην φανταστείς – για την ακρίβεια της. Το διαπιστώσαμε όταν ιδίοις όμμασι πληρώσαμε 15 ευρώ το μοχίτο. (Μου θες και Μοχίτο βλαχάκι Σίντυ.)


Ήταν μάλιστα το σαββατοκύριακο που ο Τζίμυ ο Τσου (ρε Λάκη) λάνσαρε τη νέα του κολεξιόν στα H&M προκαλώντας ρήγη συγκίνησης και πολλαπλών οργασμών στις απανταχού Ζουριχιανές που ξεχύθηκαν στην αγορά και γέμισαν τα πλακόστρωτα με μπλε ελεκτρίκ τσάντες με τα χαρακτηριστικά Jimmy Choo με bold 35αρα γραμματοσειρά πάνω στη σακούλα. Αν υπήρχε βραβείο σχεδιαστή που ντύνει 20χρονα κακόγουστα μεν, πλούσια κοριτσάκια δε, θα το κέρδιζε αναμφισβήτητα αυτός και τα τακούνια που λάνσαρε και μπορούν άνετα να φορεθούν στο Βαρελάδικο, στην Αγιά.


Ακόμα και μια αγελάδα στο δρόμο αγανάκτησε…και ανέβηκε στο μπαλκόνι.

.Κάθε πρωί ξεκινούσαμε τη βόλτα μας αγοράζοντας ζεστά croissants από το φούρνο – ναι, παρόμοια με εκείνα που είχα φτιάξει οι Βιεννέζοι για να σατιρίσουν τους Οθωμανούς μετά την αποτυχία τους στην πολιορκία της πόλης κάπου το 1600 κάμποσο – και καφέ starbucks σαν γνήσια Αμερικανάκια. Η πόλη είναι γραφική, με τα στενάκια της, την παλιά της πόλη, τα πλακόστρωτα, το ποτάμι, τη λίμνη και τα τραμ. Πολλά τραμ. Ο κόσμος της ευγενικός…α ναι. Πετύχαμε και πολλούς Έλληνες. Πολλούς όμως. Στο εστιατόριο, στο τράμ, στο δρόμο, όχι καλέ στο μουσείο, είσαι τρελός; Τι κάνανε τόσοι Έλληνες στη Ζυρίχη θα σε γελάσω. Μάλλον ότι κι εμείς.



Ένας πολύ καλός ταξιδιωτικός οδηγός που σέβεται τον εαυτό του θα έγραφε σίγουρα: Να επισκεφθείτε την εκκλησία – της οποίας το όνομα αρνήθηκα να συγκρατήσω - και να ανεβείτε τα 6543 σκαλιά για να θαυμάσετε τη θέα από ψηλά. Σίγουρα η εικόνα θα σας ανταμείψει. Εγώ πάλι και η υψοφοβία μου χτυπήσαμε κόκκινο. Τι σκαλί και κακό. Όλοι οι τουρίστες με άριστη φυσική κατάσταση ανέβαιναν και ξεχύνονταν στα μπαλκόνια να χαζέψουν τη Θέα. Εγώ πάλι κουράστηκα. Ανέβηκα και είδα κι έπαθα να κατέβω προσφέροντας άφθονο γέλιο στους απανταχού γυμνασμένους ανά τη Ζουρίχη που βρέθηκαν εκείνη τη μέρα στο ναό. Δεν έφταιγα εγώ. Οι σκάλες που ήταν απότομες έφταιγαν.





Στη Ζουρίχη το φαγητό είναι φανταστικό. Ειδικά το Gordon bleu και τα βρώμικα που πλησίασαν αυτά της Μιχαλακοπούλου. Δεν μείναμε πουθενά δυσαρεστημένοι αν και σε μερικές περιπτώσεις χρειάστηκε να πουλήσουμε τις μισές ελιές – εντάξει υπερβάλλω – που είχαμε στη Κρήτη για να φάμε.Αυτό που με σόκαρε όμως το Σάββατο βράδυ που καθίσαμε να φάμε ήταν η αφίσα απέναντί μου. Μπουκιά δεν κατέβασα από τη συγκίνηση. Οι Backstreet boys ζουν. Και κάνουν και περιοδεία στη Ζουρίχη. Δηλαδή ο Νιck κυκλοφορεί ανάμεσά μας. Δηλαδή πόσο γυμνάσιο ακόμα θα παραμείνω; Α ναι. Οι depeche mode μόνο εδώ δεν τα κατάφεραν να τραγουδήσουν απότι φαίνεται. Εν τω μεταξύ, αυτό το λακωνικό ερώτημα του μονίμως εκνευρισμένου Έλληνα αντικαπνιστή θα πρέπει να βρει απάντηση εδώ στην Ελβετία. Πότε θα γίνουμε Ευρώπη;; Οι πάντες καπνίζουν παντού. Αν δεν καπνίζεις είσαι ένα μηδενικό. Μια νούλα και το τασάκι που υπάρχει πάνω στο τραπέζι στο εστιατόριο, στο μπαρ, στο καφε, στο κομοδίνο δεν σου αξίζει. Για να αγοράσεις εκεί τσιγάρα θα πρέπει από κάποιο μαγαζί να ζητήσεις μάρκα. Αυτή η μάρκα βεβαιώνει ότι είσαι άνω των 18 οπότε αξίζεις τον καπνό που φουμάρεις. Βάζεις τη μάρκα στο μηχάνημα, το μηχάνημα ξεκλειδώνει, σου χαμογελάει, δέχεται τα λεφτά και σου δίνει πακέτο. Μετά το δηλώνεις στην κοντινότερη αρμόδια υπηρεσία, παίρνεις συγχαρητήριο σημείωμα πετυχημένου και περήφανου για τον εαυτό του καπνιστή και μπορείς να καπνίσεις παντού – ακόμα και μέσα στην εκκλησία. Εντάξει και πάλι υπερβάλλω αλλά η κατάσταση κάπως έτσι έχει.



Μια από τις ωραιότερες βόλτες ήταν αυτή με καραβάκι στη λίμνη. Δυστυχώς δεν έπιασε το μότο μου «πάντα αριστερά» και ο φασίστας ο καπετάνιος έκανε το γύρο από τα δεξιά με αποτέλεσμα οι ακριανοί δεξιοί – χρυσαυγίτες μην σου πω – βλέπανε τέλεια ενώ εμείς…τίποτα. Έτσι κι εγώ έβαλα τα χεράκια μου στο τραπέζι και σαν άλλο πεντάχρονο που το τραβολογάνε οι γονείς του στην ταβέρνα κοιμήθηκα λιγάκι. Όταν ξύπνησα τράβηξα αυτό.


Στο γυρισμό ψωνίσαμε πολλές σοκολάτες. Μακράν η καλύτερη, αυτή που περιείχε τσίλι. Λίγο πριν φτάσουμε σπίτι άρχισα να τραγουδάω «ίπι ίπι ούμε, σας ευχαριστούμε κι αν μας αγαπάτε να μας ξαναπάτε». Το έτερον ήμισυ μου είπε να κάνω ησυχία γιατί είναι αργά και οι γείτονες κοιμούνται. Κάπου εκεί σώπασα. Αλλά η Ζουρίχη υπέροχη. Τι να λέμε τώρα!


Αφιερωμένο σε κείνον…που όσοι έρωτες κι αν περάσουν…αυτός θα είναι πάντα ο ορισμός της αγάπης.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 05, 2009

και; τι και παιδί μου;

Ακόμα ρε Cindy?

Και για πολύ ακόμα.

Μελαγχολία δηλαδή?

Καραμπινάτη. Με καταθλιπτικές τάσεις, μη σου πω.

Για το Σαμαρά πάντα…

Για το Σαμαρά. Πόσα θα αντέξω δηλαδή η γυναίκα?

Και ξέρεις τι μου τη δίνει περισσότερο έτσι?

Για πες.

Που θα με κυβερνήσει και αυτός! Δηλαδή δεν έχει πάτο αυτό το βαρέλι.

Κάπου διάβασα πως αυτοί που λένε για τον πάτο του βαρελιού αγνοούν πως τα βαρέλια μπορεί να έχουν και ψεύτικους πάτους.

Τον άκουσες την επομένη της επιτυχίας του;

Όχι. Πανηγύριζα τη νίκη μας σε ποδόσφαιρο και μπάσκετ ως γνήσιος γαύρος. Αλλά να…να ρε παιδί μου. Ένας κόμπος δεν με άφηνε να ζητωκραυγάσω τα 2 γκόλ που βάλαμε στους αιωνίως δεύτερους.

Την επομένη;

Ο Σαμαράς πανηγύριζε και την επομένη. Τι να κανα;

Για να μην ανοίξω κανονικές εφημερίδες, από διαστροφή στράφηκα στις αθλητικές.

Να τον άκουγες που πήγε στον Παπανδρέου. Υπέροχα τα είπε. Και μετά στις κάμερες απέξω πάλι υπέροχα τα είπε. Τα ίδια. Ούτε ένα και δεν άλλαξε. Ούτε μια τελεία, μια παύση. Τα ίδια, με το ίδιο χρώμα και στόμφο. Τόσες μέρες μετά και το θυμάμαι απέξω. Να σου το πω;

Όχι, σας παρακαλώ δεν θα θελα. Είναι και η κατάστασή μου βλέπετε.

Και μετά είπε ότι δεν θα δεχτεί ερωτήσεις.

Μόνο αυτό είχε αποστηθίσει φαίνεται.

Το άλλο…με το σφουγγάρι να σου το πω; Που το είπε και με ένα δραματικό τόνο…ούτε η Καρέζη στην Αντιγόνη σου λέει τέτοιο παίξιμο. Παύση…Σφουγγάρι…Πάυση. Πολιτικός λόγος…όχι αστεία.

Εναλλακτικά μπορούσε να πει ψωμί κι αλάτι με τη Ντόρα και τον Ψωμιάδη.

Αλλά έχει και μια ιδεολογία…κομμάτι δεξιά. Όχι ψωμί κι αλάτι. Σφουγγάρι.

Με μελαγχολείς χειρότερα.

Να σου αφιερώσω ένα τραγουδάκι να ηρεμήσεις.

Εντελώς τυχαίο φυσικά. Από τα παλιά.

Να σε ρωτήσω κάτι? Τι θέση είχε πάρει η Βόσσου στη Eurovision με αυτό το τραγούδι?

Τετάρτη, Νοεμβρίου 25, 2009

25+1

25+1) Το ποστ είναι γεμάτο λίνκια αλλά ότι έχει ο καθένας καλό είναι!

25) Η αγάπη θα σε βρει όπου και να σαι. (Κι ας μεγάλωσα.)

24) Ακόμα κι αν φοβάμαι πως τι θα γίνω άμα δεν μεγαλώσω. Το ένα το άκουσα, το δεύτερο το διάβασα, ε ναι και τα δύο τα αγάπησα. Όταν η Λένα Διβάνη έκανε παρέα στη Χάρις Αλεξίου…μέσα στο δικό μου δωμάτιο. Ή κάπως έτσι.

23) Τελικά ο Λούκι Λουκ δεν έσβησε το τσιγάρο του. Το έκρυψε κάτω από το τραπέζι, να μην το δουν οι μπάτσοι, να μην του κόψουν πρόστιμο. Η Ελλάδα καπνίζει πολύ. Και παντού. Στα μπαρ του Κολωνακίου, στα ψαγμένα μέρη στο Γκάζι, στις καφετέριες στου Ζωγράφου, στα ουζάδικα στα Εξάρχεια, στα φαγάδικα, στο κέντρο, στου Ψυρρή, στο Θησείο, στα τσιπουράδικα στη θάλασσα, στα βλάχικα στη Πεντέλη, μέσα στο ασανσέρ της πολυκατοικίας μου. Μαλάκα γείτονα, δεν θα σε πιάσω; Θα δεις.

22) Οι εκλογές στη Νέα Δημοκρατία με αφορούν και πολύ μάλιστα. Ένας από τους δύο που θα εκλεγεί, μια μέρα θα γίνει πρωθυπουργός μου και θα παίρνει αποφάσεις για μένα. Αδιαφορώ αν η πολιτική τους δεν με εκφράζει. Με αγχώνει ότι κάποια στιγμή θα χρειαστεί να με εκπροσωπήσει στην Ευρώπη και να αποφασίσει για τη δική μου ασφάλιση, το δικό μου εργασιακό, την παιδεία μου. Επιλέγω Ντόρα λοιπόν. Σκέτα και απλά γιατί μια δεύτερη Πολιτική Άνοιξη δεν νομίζω ότι λείπει από τον τόπο. Πόσο μάλλον όταν ο Μάρτης είναι τόσο καιροσκόπος.

21) Έχω σκεφτεί ότι ακόμα και ο Ψωμιάδης θα είναι καλύτερη επιλογή από το Σαμαρά. Όχι, αλήθεια. Ρεεε! Μη γελάς!

19) Πέταξα με την καινούργια Ολυμπιακή. Υπέροχη. Οι αεροσυνοδοί μιλάνε μεταξύ τους στον πληθυντικό, φοράνε στολές της Σήλιας Κριθαριώτη, δεν είναι βαμμένες σαν μπουζουξούδες και ο υπεύθυνος καμπίνας ήταν κούκλος. Α ναι. Δεν είχε καμία καθυστέρηση.

18) Να μην τη φοβάσαι τη γρίπη. Στο λέω εγώ. Που τον τελευταίο χρόνο έχω κάνει πάνω από δέκα αεροπορικά ταξίδια. Που κυκλοφορώ με το μετρό του Λονδίνου καθημερινά. Που μπαινοβγαίνω στα πανεπιστήμια. Που έκανα διακοπές στην Κρήτη το καλοκαίρι. Που δεν εμβολιάστηκα. Που με λένε Σίντυ και είμαι καλά.

17) Είδα το Illuminati. Πόσο Αμερικανιά Θέε μου, πόσο;; Και πόσο δύσκολο να την παρακολουθήσεις χωρίς υπότιτλους τη θρησκεία τους μέσα και το Βατικανό τους πιο πέρα; Και πόσες μέρες έκανα να την τελειώσω γιατί με έπαιρνε ο ύπνος; Τρεις; Ναι, τρεις.

16) Ένας φίλος πονάει. Αλλά όλα περνάνε. Υπάρχει μια μαγική δύναμη που σε ξεκολλάει από αυτόν που σε άφησε. Κι έχουν πει ότι ο πόνος είναι πολύ μεγαλύτερος όταν αυτό που άφησες σε αφήνει τελικά. Με καταλαβαίνεις ή να το αφήσω;

14) ή μήπως τελικά να το πω αλλιώς; Ρε ομορφιά μου, το βήμα της επιτάχυνσης είναι ευθέως ανάλογο με το συναίσθημα της λήθης που προσπαθείς να νιώσεις. Και δεν το λέω εγώ. Ο Κούντερα το λέει. Τουμπεκί τώρα.

12) Προσεχώς…ανάρτηση ταξιδιάρικη, αφιερωμένη στα ελληνικά στρατά του Έβρου. Όχι σε όλα, εντάξει. Στο Θείο μου τον Σκρούτζ – για μια φορά blogger, πάντα blogger - μόνο που αγαπά τα ταξίδια.

10) Ο Παπακαλιάτης πουλάει αυτά που έγραφα πριν από δύο χρόνια και κάνει επιτυχία. Η απιστία πάντα θα είναι must ειδικά στο κουκούλι της ηθικολογίας και του «μη, δεν κάνει, τύψεις, τύψεις, τύψεις» που ζει αυτή η γενιά των 35 και κάτω.

9) Το Λονδίνο είναι υπέροχο. Παγωμένο, χειμωνιάτικο, βροχερό, στολισμένο. Δικό μου. Άνοιξε και η wonderland. Την άλλη εβδομάδα πεζοδρομείται και η Oxford με τη Regent street. Μεγαλεία!

8) Καρδιά μου γιατί οι σχέσεις είναι δύσκολες; Μα γιατί χρειάζονται δύο. Ακόμα κι αν εσύ είσαι ξεκαθαρισμένη πως θες, θες τώρα, τούτη την ώρα που μιλάμε θα πρέπει να το διαπραγματευτείς με τον άλλον. Θέλει; Μήπως φοβάται; Μήπως δεν είναι σίγουρος; Μήπως του έπεσαν βαριά τα γεμιστά, μισό να τελειώσει το Champions league και το ξαναπιάνουμε; Όχι ο αγώνας, η σεζόν καλέ. Τη δυσκολία της σχέσης έρχεται να λύσει ο χωρισμός. Την απόφαση την παίρνεις μόνη σου. Αϊ σιχτίρ πια. Τα καλύτερα μου χρόνια έφαγες.

7) Την προηγούμενη εβδομάδα κάναμε επανάληψη στο σύνθημα «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία.» Ψωμί για τους 600 μετανάστες που ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες στο παλιό Εφετείο των Αθηνών. Παιδεία, που ΔΕΝ είναι η κατάργηση της βάσης του δέκα και η ίδρυση μερικών ακόμα ιδρυμάτων στις ραχούλες της χώρας. Αυτό λέγεται εξαγορά ελπίδων με ένα πάπυρο περιεχομένου ευτελούς αξίας. Ελευθερία που είναι να θες να πεις, πόσο ντρέπεσαι ως γενιά μετά το Πολυτεχνείο που η Μαρία του Πολυτεχνείου πάει στη Κομισιόν. Η Μαρία των τριών πολιτικών κομμάτων που βουλευτής από τα 25 της, με τα Αρμάνι της, θα γίνει επίτροπος. Ίσως τελικά κρίμα που δεν έγινε και Υφυπουργός στο παλιό Δικαιοσύνης. Το είπα. Ωραία.

6) Είδα το Κύμα (Die Welle). Μια γερμανική ταινία, από αυτές που το filmnet προβάλει στις 6 το πρωί. Πως γεννιούνται οι δικτατορίες. Πως χειραγωγούνται τα πλήθη. Πως ένας δάσκαλος γίνεται θύμα του ίδιου του πειράματός του. Άραγε υπάρχει έστω και ένας καθηγητής που να τρέμει την δύναμη που δυνητικά μπορεί να ασκήσει πάνω σε εφηβικές ψυχές;

5) Πρόσεξες λατρεμένε αναγνώστη ότι έλειπαν το 20, το 15, το 13, και το 11; Δεν είχα τι να γράψω, μην φωνάζεις!

4) Και μια πολύ σημαντική απορία. Μπορεί κάποιος να μου πει πόσο κοστίζει το κιλό το υπέρβαρο στις πτήσεις εξωτερικού; Με ένα νούμερο αλλιώς αν μπορεί να μου μετατρέψει το 1.5% of the fare της ΙΑΤΑ σε ευρώ θα ήμουν ευγνώμων.

3) Και μια ακόμα. Πως μπορώ να κάνω το blog τρίστηλο χωρίς να του τινάξω τα μυαλά στον αέρα;

2) Μια φίλη μου λείπει πολύ. Χρόνια πολλά καρδιά μου. Της Αγίας Αικατερίνης σήμερα. Της μεγάλης, της ωραίας, της σπουδαίας. Της Κατερίνας μου.

1) 25 + 1 μέρες μακριά από το ιστολόγιο. Με τα δάχτυλα μπλεγμένα μπροστά από το πληκτρολόγιο. Δεν ήταν κι άσχημα. Καλώς σας ξαναβρήκα.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 30, 2009

Εξάρχειο μου εσύ...!

Εκεί γεννήθηκα. Εκεί μεγάλωσα. Για να είμαστε ειλικρινείς εκεί βρήκαν το πρώτο τους τριάρι εκείνοι. Στο κέντρο, κοντά στην αριστερή τους ιδεολογία…ένα βήμα από τη μποέμικη τους ζωή…μια ανάσα από το Πολυτεχνείο…. Δίπλα πες καλύτερα καλέ. Α ναι. Και πολλά βήματα μακριά από τα σόγια. Στα Εξάρχεια. Εκεί οι πρώτες βόλτες…στο Λόφο του Στρέφη, στην Καλλιδρομίου, στην πλατεία. Τριάρι ευήλιο, ευάερο, πρώτου ορόφου με δύο μπαράκια από κάτω. Ένα στο σαλόνι, ένα στο υπνοδωμάτιο. Μια ταβέρνα απέναντι…φαινόταν από την κουζίνα. Τις βραδιές του παιδικού, το πικ απ έπαιζε λαμπάντα. Τα απογεύματα του καλοκαιριού πετούσα κουκούτσια κεράσια στους περαστικούς. Και λίγο μετά στο νησί εξέλιξα τη ζαβολιά και τους έβρεχα με το λάστιχο. Ονειρεμένες εποχές.

Εκεί γεννήθηκα. Εκεί μεγάλωσα. Λάτρευα τον παπαγάλο του Άσημου, αλλά τον ίδιο τον έτρεμα. Πιτσιρίκι κρυβόμουν πίσω από εκείνη, να περάσουμε γρήγορα, «μαμά γιατί κολλάει στο δρόμο σελοτεϊπ;». Έμαθα τα ναρκωτικά από νωρίς. Όταν πριν ακόμα πάω σχολείο, η μπάλα μου καρφώθηκε σε μια σύριγγα και μου ζήτησαν να μην τη πιάσω.

Εκεί γεννήθηκα. Εκεί μεγάλωσα. Αλήθεια σου λέω. Θυμάμαι κάθε χρονιά στο Πολυτεχνείο…η ιεροτελεστία η ίδια. Ένα πέρασμα από εκεί και με τους δύο. Και μετά να κρύψει ο μπαμπάς το αυτοκίνητο. Το βράδυ θα περνούσαν οι αναρχικοί από το δρόμο. Νόμιζα ότι ήταν γνωστοί μας. Αλλά δεν ήταν. Ήταν όμως πιστοί στο ραντεβού τους. Κι εμείς δεν το είχαμε ξεχρεώσει ακόμα.

Έφυγα κάπου στο δημοτικό. Ένα σαββατοκύριακο ξαφνικά. Αφήσαμε πίσω το Σάββα με τα εσώρουχα, τον Θανάση τον κρεοπώλη, τον περιπτερά που τους προμήθευε Marlboro. Την Δευτέρα γύρισα στο ίδιο σχολείο από άλλο σπίτι. Και ήμουν ανάμεσα σε αυτούς που δεν είχαν κάνει την εργασία. Όλοι είπαν τη δικιά τους δικαιολογία. Εγώ είπα την αλήθεια. Εγώ κυρία έχασα την εκφώνηση στη μετακόμιση. Συγγνώμη.

Έκανα πολλά χρόνια να γυρίσω. Ή μάλλον ξαναγύρισα φοιτήτρια πια. Ένα βράδυ από τα πρώτα που είχα πάρει το δίπλωμα…μόνη μου πια. Οι δρόμοι είχαν χαραχτεί στο μυαλό μου. Πέρασα κάτω από το σπίτι μου. Τα φώτα ήταν αναμμένα αλλά κάποιος άλλος έμενε τώρα εκεί. Έστριψα στο νεοκλασικό της γωνίας. Αν ποτέ βγάλω λεφτά…πολλά λεφτά όμως εκείνο το νεοκλασικό θέλω να αγοράσω. Και να γυρίσω εκεί.

Εκεί πήρα και ένα από τα πιο έντονα φιλιά. Στη πλατεία. Ξημερώματα. Μέσα στα φώτα έτσι για αντιπερισπασμό. Εκεί έδωσα και μια τεράστια αγκαλιά. Εκεί…ναι έπιασα ένα χέρι ζεστά. Εμείς δεν είχαμε μιλήσει για Μαρξισμό εκείνο το βράδυ. Δεν είχαμε μεθύσει με ιδεολογίες. Δεν είχαμε συζητήσει τα αίτια της κατάρρευσης των κομμουνιστικών καθεστώτων ούτε φυσικά το μέλλον της Αριστεράς. Πολύ εναλλακτική για τα γούστα του. Πολύ κνίτης για τα δικά μου. Πολύ υπέροχο το φιλί μας.

Και το Λυκαβηττό γι αυτό τον λατρεύω. Γιατί βλέπω τα Εξάρχεια από ψηλά. Γιατί κατηφορίζοντας με το αμάξι μετά πάντα περνάω από εκεί. Από τη γειτονιά μου. Από το σπίτι μου. Από το άβατο μου.

Ξαναπέρασα προχτές. Στα γνωστά μου στέκια…Αστυνομία παντού. Ματ παντού. Αλήθεια θα σου πω. Δεν ένιωσα ασφάλεια. Ένιωσα φόβο. Ένιωσα ότι ο τόπος μου αλλάζει. Τα μέρη μου…η παιδικότητά μου. Και με τρομάζει. Λίγο μετά… 6 αστυνομικοί γαζώθηκαν από επαναστάτες. Μα οι επαναστάτες καρδιά μου…δεν σκοτώνουν…μόνο σκοτώνονται μάτια μου. Να το θυμάσαι αυτό.

Σ’ όσους σπάσανε – σ’ όσους κρατάνε.

Κουρελιασμένοι απ' τ' αγριεμένα κύματα
πεταμένα υπολείμματα για πάντα από δω και μπρος
στο σκοτεινό θάλαμο της γης
με ισκιωμένο το μυαλό
απ' το ξέφρενο κυνηγητό
τις ασάλευτης πορείας των άστρων
οι τελευταίοι
απόθεσαν το κουρασμένο κεφάλι τους
θυσία
στην τελετουργία των ανεμοστρόβιλων καιρών.
Κι άνθρωποι δεν υπήρχανε.
κι ένα άσπρο χιόνι σιωπής
σκέπασε οριστικά τις βυθισμένες πόλεις...


Και η Θεία Σοφία...μια από τα ίδια.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 26, 2009

Μια τζούρα ακόμα. Μια τελευταία.

Μην μου πεις ότι δεν το θυμάσαι. Δεν θα σε πιστέψω. Τη γεύση του. Τον καπνό που σχημάτιζε. Το άγχος που έκρυβε. Το σύννεφο που κάλυπτε την αγωνία στο βλέμμα και δεν άφηνε μετέωρα, σχεδόν εκτεθειμένα τα χέρια. Πες μου ότι το θυμάσαι.

Σε εκείνη τη γωνία Ναυαρίνου και Ιπποκράτους θαρρώ. Είχε μπει ο χειμώνας για τα καλά, το πράσινο παλτό σου πήγαινε μούρλια, τα μάγουλα αναψοκοκκινισμένα από το κρύο. Η ανάσα έβγαζε αχνούς από το παγετό και το τσιγάρο. Ήσουν όμορφη. Η αμηχανία κρυβόταν καλά πίσω από το τσιγάρο. Είχες ήδη κάνει δύο. Θα έκανες ακόμα ένα και μετά θα έφευγες. Σιχαινόσουνα τα τετελεσμένα. Μισούσες τους κανόνες. Αυτή η σχέση δεν τους σήκωνε αλλά εσύ, ναι εσύ περισσότερο από όλους είχες κουραστεί. Πόσο κρατά ένα τσιγάρο; 4 – 5 λεπτά; Σκάρτα. Σύνολο τρία τσιγάρα. Περίπου…15 λεπτά. Φτάνει σκέφτηκες. Πάτησες τη γόπα με τη καφέ καστορένια γόβα και ανηφόρισες. Στην πρώτη κλούβα με ματατζήδες που συνάντησες ρώτησες που υπάρχει ψιλικατζίδικο εδώ κοντά. Δυό στενά πιο πάνω σου είπαν και έφυγες. « Ένα lucky strike silver μου δίνετε σας παρακαλώ;» Θυμήθηκες τώρα;

Ήταν εκείνος ο Ιούνιος, πάνε χρόνια, δεν γίνεται να το ξέχασες. Η εποχή του μεγάλου έρωτα με εκείνη την καθηγήτρια Αγγλικών. Που μετά μετατέθηκε στη Ρόδο. Και έτσι την έχασες. Για χάρη της διάβαζες μερόνυχτα. Έβγαιναν οι βαθμοί τότε, θυμάσαι; Η ζέστη αφόρητη, η κάψα αφόρητη, ο έρωτας αφόρητος. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας μέγγενη. Η ζέστη έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο, τα τζιτζίκια ούρλιαζαν μες στο καταμεσήμερο. Από μαύρο πρόβατο της οικογένειας είχες μετατραπεί σε φωτεινό παράδειγμα. Ότι σιχαινόσουνα δηλαδή. Όλοι οι περιορισμοί είχαν αρθεί, μπορούσες να βγεις, να ξενυχτήσεις, να φλερτάρεις. Το μυαλό σου σε κείνη. Το μυαλό της πιθανότατα σε κάποιον άλλο. Δεν έβγαινες και απέφευγες όλες τις πιτσιρίκες που σε περιτριγύριζαν. Μόνο κάπνιζες. Εκείνα τα Marlboro τα σκληρά. Σε πείραζαν στο λαιμό αλλά δεν το κοβες το ρημάδι. Περισσότερο από όλα σε χάλαγε η εικόνα σου. Όλοι πίστευαν πως θα αλλάξεις τον κόσμο. Κι εσύ από μέσα σου μουρμούριζες πως εδώ δεν μπορείς να αλλάξεις τον ρημαδό – μικρόκοσμό σου. Έτσι για αρχή. Θυμήθηκες;

Έβρεχε. Και έκανε κρύο. Υπήρχε υπόστεγο αλλά τι να προφυλάξει μου λες; Σε λίγο χάραζε. Μια από εκείνες τις πτήσεις που πετούσαν αξημέρωτα σε περίμενε. Ντυμένος αθλητικά. Με ένα μπουφάν καφέ και ένα σακίδιο στον ώμο. Όλη νύχτα στο πόδι. Είχες τρεις μήνες να κατεβείς Ελλάδα. Σου είχε λείψει η αγκαλιά αλλά δεν το παραδεχόσουνα. Ίσως γιατί είχες μάθει πως ένα πρόβλημα ξεκινά τη λύση του από την παραδοχή. Κι εσύ δεν ήθελες. Δεν είχες το κουράγιο να παραδεχτείς το οτιδήποτε. Στο check in γινόταν χαμός. Έτσι είναι πάντα με τις low cost εταιρίες. Που πάει όλος αυτός ο κόσμος. Λίγο σε απασχολούσε. Τα φώτα σε απασχολούσαν. Το σκοτάδι που είχε έξω ήθελες να μεταφέρεις μαζί σου. Είχες βγει για ένα τελευταίο τσιγάρο πριν χωθείς στα άδυτα του αεροδρομίου. Εκεί που το κάπνισμα απαγορεύεται αυστηρά. Μια τζούρα ακόμα. Μια τελευταία. Θυμάσαι καλέ;

Λυκαβηττός. Κουτάκια μπύρας. Σχεδόν καλοκαίρι. Παραλίγο φθινόπωρο το λες. Καθισμένες στο πεζούλι και οι τρεις. Δίπλα κι άλλες παρέες και παραδίπλα ακόμα κι άλλες. Οι καύτρες των τσιγάρων μοιάζουν με τα φωτάκια απέναντι. Θέλω να σας πω κάτι…ξεκινούσε η κάθε εξομολόγηση. Μια γάτα περνά χωρίς να δώσει καμιά σημασία. «Δώσε μου ένα τσιγάρο, ρε.» «Πάλι τράκα;» Η καθεμιά λέει τα δικά της. Με τη σειρά. Οι άλλες σχολιάζουν. Μετά έρχεται η σειρά τους. Και οι δίπλα για ερωτικά μιλάνε. «Μην πετάξεις τη γόπα στα ξερά. Δεν θα το αντέξω να μας πάνε μέσα για εμπρησμό.» «όλο εξυπνάδες είσαι.» «Κι εσύ είσαι κακή επιρροή». «Πάρε και κάτι θετικό. Νυσάφι. Τόσα μου έδωσε ο Θεός. Τα στραβά πας και υιοθετείς.» «Πάμε για βρώμικο;» «Μιχαλακοπούλου; Μέσα» «Μισό, μισό, να κάνω το τσιγάρο.» Θυμάστε; Θυμάστε ή τσάμπα πίνω;

Ένα μήνα στην Αθήνα. Σχεδόν. Κυκλοφόρησα πολύ, γύρισα σχεδόν παντού και δεν πέτυχα ούτε ένα μαγαζί στο οποίο να απαγορεύεται το κάπνισμα. Τουλάχιστον στις παραπάνω αναρτήσεις το κάπνισμα δεν βλάπτει σοβαρά την υγεία. Ή μήπως όχι; Μήπως πολύ περισσότερο βλάπτει ο έρωτας; Πάντως…κάπου είμαι εγώ…και κάπου εσύ. Ναι εσύ. Εσύ που διαβάζεις αυτή την ανάρτηση. Μήπως έχεις αναπτήρα, μωρέ;

Τετάρτη, Οκτωβρίου 21, 2009

…to be continued…

Λένε ότι ο χρόνος είναι πανδαμάτωρ. Λένε ότι ο χρόνος όλα τα νικά. Λένε ότι ο χρόνος είναι ο μεγαλύτερος γιατρός. Λένε ότι ο χρόνος είναι ο πιο πιστός σύντροφος και ο πιο εκδικητικός εραστής. Σκοτώνει τον έρωτα…πάλι λένε. Λένε επίσης πως οι έρωτες είναι συμβάσεις ορισμένου χρόνου…με ημερομηνία λήξης δηλαδή. Ψέματα. Αυτό εγώ το έχω πει. Λένε, λένε, λένε…εντάξει κάτι έχω πει κι εγώ μέσα σε όλα αυτά.

Λάθος. Έχω γράψει καλύτερα. 172 αναρτήσεις συνολικά. 173 μάλλον, με αυτή που τώρα είναι στα σκαριά. Δυο χρόνια blogging ακριβώς. Δύο απίστευτα χρόνια. Γεμάτα, πλούσια, απλόχερα, όμορφα, ζόρικα, αγαπησιάρικα….δεν τολμώ να το πω – μοναδικά. Το είπα.

Γυρίζω πίσω, ξαναδιαβάζω, θυμάμαι, γελάω, συγκινούμαι και ξαναερωτεύομαι αυτά που έχω ήδη αγαπήσει.

Δυό χρόνια blogging λοιπόν. Ε και θα μου πείτε; Να μωρέ…έτσι. Σας απαντώ.

Σας φιλώ

Και σας ευχαριστώ. – γιατί ήσασταν εκεί…στα ξενύχτια μου, στα ζόρια μου, στα δάκρυά μου, παρέα στα όμορφα, αγκαλιά στα ερωτικά, συντροφιά στα μακρινά.

Υ.Γ.1. Η φωτογραφία; Μια από τις βραδιές που πέρασε βολτάροντας στη νυχτερινή Αθήνα.

Υ.Γ.2. Ζαχαροπλαστείο δεν πρόλαβα ανοιχτό. Σερβιριστείτε από την κάβα που διαθέτει άφθονη το μαγαζί και ας μου βάλει κάποιος ένα Μαρτίνι.

Υ.Γ.3. Εσύ…ναι εσύ. Κάτσε παρέα. Να κάνουμε ένα τσιγάρο μωρέ.


Παρασκευή, Οκτωβρίου 16, 2009

Εδώ κοιμάμαι κι όχι εκεί που χρόνια μένεις.

Τρίτη μεσημέρι στο νησί. Στο κομμωτήριο για την ακρίβεια. Ναι, το έχω το χούι γαμώτο. Κουρεύομαι σε συγκεκριμένο κομμωτήριο στο νησί. Και μόνο. Που το έχει μια γερμανίδα. Που παίρνει υπαλλήλους επίσης γερμανίδες ή Αυστριακές που έχουν παντρευτεί Κρητικούς – έστω Έλληνες ας μην τα χαλάσουμε εδώ. Τις λατρεύω. Κάθομαι με τις ώρες και ακούω τις ιστορίες τους. Πως είχαν πρωτοέρθει εδώ, πως ο έρωτας τους χτύπησε την πόρτα και έμειναν στο νησί. Πως ο ρατσισμός τους έκανε μετά από λίγο ποδαρικό. Πως τους έκλεβε ο μανάβης επειδή δεν μιλούσαν Ελληνικά. Τις πάω με χίλια. Επειδή είναι αντράκια. Κι ας μην είναι το θέμα μου.

Τρίτη μεσημέρι στο νησί λοιπόν. Έχω αφήσει τις φίλες μου σπίτι να κοιμούνται. Ξενύχτι το χτεσινό…από τα λίγα. Εύχομαι από μέσα μου να ξεμπερδέψω γρήγορα…αλλά βδομάδα του δεκαπενταύγουστου γαρ…η χαρά της ανταύγειας και της μαύρης ρίζας σε πλατινέ μαλλί κάνει παρέλαση. Θα ξεμπερδέψω δεν μπορεί, θα έρθουν καλύτερες μέρες. Τίποτα. Η ελευθεροτυπία μου κρατά παρέα. Μια κυρία με αλουμινόχαρτα στα μαλλιά με πλησίασε απειλητικά αλλά την αναχαίτισα. Η εφημερίδα…ακόμα στα χέρια μου. Έχω διαβάσει τα πάντα. Μέχρι τους γάμους, τις βαφτίσεις και φυσικά τα διανυκτερεύοντα φαρμακεία της Αττικής!! Κι εκεί την βλέπω. Πρέπει να ήταν η πρώτη αγγελία για επάνδρωση του ΠΑΣΟΚ. Για υποστήριξη του κοινοβουλευτικού έργου έλεγε. Στείλτε βιογραφικά έλεγε. Μέχρι 18 Σεπτέμβρη έλεγε. Κάτι παραπάνω δεν έλεγε. Μπορεί να έψηνες καφέδες, μπορεί να σήκωνες τηλέφωνα, μπορεί να σφουγγάριζες σκάλες, μπορεί να έγραφες τους λόγους του Γιώργου σαν άλλη Τίνα, μπορεί να τύλιγες σάντουιτς με διπλή μορταδέλα στον Πάγκαλο – μην του θυμίσετε τον Οτσαλάν…δεν θα θελα. Ευχαριστώ.

Κι όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις πήρα τηλέφωνο εκείνον που έχει μάθει να με αντέχει καρτερικά γιατί του είπανε ότι ο έρωτας είναι τυφλός οπότε αυτός ακόμα με ακούει. Μπορεί να μην με ακούει κιόλας αλλά δίνω μικρές πιθανότητες σε αυτό. «Ζητάνε κόσμο στο ΠΑΣΟΚ.» «Το είδα». Γαμώτο. Ποτέ δεν αιφνιδιάζεται.

Μετά ήρθαν κι άλλες τέτοιες αγγελίες με καλύτερη αυτή για τη στελέχωση των γενικών γραμματέων και δεν συμμαζεύεται. Από τις 85 θέσεις, διάλεξε 5. Ωραία. Φιγουρατζίδικα. Λαμπερά. Σχεδόν ιλλουστρασιόν. Καλά τα λες. Τρέλα, δεν τα λες. Θα φτιάξουν ελπίζεις. Εύχεσαι. Περιμένεις.

Περιμένω. Αυτή η αξιοκρατία να χτυπήσει κι άλλους τομείς. Με πρώτο και καλύτερο το ελληνικό πανεπιστήμιο. Γίνομαι γραφική. Το ξέρω αλλά δεν θα σταματήσω να το λέω. Στο ελληνικό πανεπιστήμιο οπού το διδακτορικό θεωρείται πολυτέλεια, σχεδόν χόμπι των ελαχίστων που φυσικά δεν αμείβεται. Δεν αμείβεται. Μονάχα επιβραβεύεται από υποτροφίες πείνας και ερευνητικά προγράμματα, φέξε μου και γλίστρησα. Το ίδιο διδακτορικό, μα το ίδιο όμως – πόσο μικρός είναι ο κόσμος - στο Λονδίνο αξιολογείται στα 100.000 ευρώ σχεδόν ή τόσα θα σου δώσουν για να το κάνεις. Αδικία.

Στο ελληνικό πανεπιστήμιο οπού οι θέσεις εργαστηριακού προσωπικού απαιτούν μπάρμπα στη Κορώνη με φωτογραφικές προκηρύξεις και γαλανά μάτια. Μισθούς χαμηλούς…αν τα καταφέρεις και προσληφθείς. Δηλαδή, ο τομέας να ζητήσει πλήρωση θέσης, η γενική συνέλευση να εγκρίνει, εσύ να είσαι ο άνθρωπός τους και πάει λέγοντας. Όχι λέγοντας. Αντέχοντας. Ανεχόμενος. Μετοχές και οι δύο στο ελληνικό πανεπιστήμιο που δεν θα κάνουν ποτέ τζίρο. Η ίδια θέση στο Newcastle χάριζε μισθό 3.300 ευρώ το μήνα. Αποστείλατε βιογραφικό. Χρώμα ματιών δεν χρειάζεται. Μπάρμπας στη Κορώνη δεν απαιτείται.

Ελπίζω. Περιμένω. Ή μάλλον…για να είμαι ειλικρινής, κάνω απλά υπομονή. Και δεν είμαστε πάτσι. Καθόλου όμως. Ελλάδα...χρωστάς. Όχι μόνο σε μένα. Σε πολλούς. Η εποχή των γαλάζιων και των πράσινων παιδιών έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Σειρά να παίρνουν και οι υπόλοιποι. Οι άλλοι. Αυτοί που δεν έχουν φιλήσει κατουρημένες κομματικές ποδιές.

Σάββατο, Οκτωβρίου 10, 2009

Εμπνευσμένο...σχεδόν κλεμμένο.

(Ναι μωρέ. Το ξέρω. Αν για κάτι δεν φημίζομαι…είναι τα διαδικτυακά μου αντανακλαστικά. Δεν το έχω. Δεν. Αδιόρθωτα ασυνεπής…σχεδόν σε σημείο παρεξήγησης. Αυτή την ανάρτηση μου τη σφύριξε ένας καλός φίλος που ξέρει ότι ζω στο δικό μου κόσμο. Μπες…μπες να τη διαβάσεις. Και μπήκα. Και συγκινήθηκα. Και είδα τόσο πολύ εμένα πίσω από αυτόν. Σχεδόν τον αγκάλιασα. Σχεδόν τον ένιωσα δίπλα μου.

Και είναι αυτά τα παιχνίδια της τύχης…τόσο αστεία…τόσο παιχνιδιάρικα. Η ανάρτηση αυτή ήρθε μια μέρα μετά τις εκλογές. Με μένα σε όχι και τόσο καλή διάθεση. Μα πας για εξέταση σε γυναίκα βουλευτού της Νέας Δημοκρατίας…έστω και πρώην μια μέρα μετά την συντριβή; Δεν πας. Εγώ πήγα. Τίποτα ανησυχητικό…χρειάζεστε απλά παρακολούθηση…και εξετάσεις κάθε μήνα…να περνάτε να σας βλέπω…όχι προς το παρόν καλό είναι να μείνετε για λίγο Ελλάδα. Με έπιασε το παράπονο. Μα…δεν έχει μα.

Το πήρα απόφαση, έκανα τα παζάρια μου…τον άλλο μήνα θα φύγω. Ναι, θα κατέβω για εξετάσεις. Σιχαίνομαι τις σύριγγες κάτι σε πιο λάιτ για μένα έχετε; Δεν είχαν.

Κι έτσι έκατσα να γράψω κι εγώ το εμπνευσμένο σχεδόν κλεμμένο λονδρέζικο παραμύθι μου. Αυτό μωρέ. Της Σταχτοπούτας ντε. Που έχασε το γοβάκι της κάπου ανάμεσα στη Baker street και τη Marylebone.)

Στο Λονδίνο δεν είχα ξαναπατήσει ποτέ πριν τις σπουδές. Λίγο πριν ανεβώ πάνω είχα σκεφτεί να πάω απλά για να δω την πόλη. Κι αν δεν μου αρέσει; Δεν το ρίσκαρα. Μια και καλή.

Θυμάμαι σαν σήμερα την άφιξη μου. Δυο ξέχειλες βαλίτσες, ένα λάπτοπ και μια eastpack στον ώμο. Υπέρβαρο στην Ολυμπιακή που δεν πληρώσαμε…και τρία μπουκαλάκια κρασί που ήπιαμε για να περάσει η πτήση. Και μετά η άφιξη στο Heathrow. Η εγκατάσταση στην εστία που ήρθε δυό μέρες μετά. Οι δύο μέρες χωρίς ίντερνετ και η πρώτη νύχτα που κοιμήθηκα μόνη με το φως του γραφείου ανοιχτό.

Μετά ήρθε η σχολή. Η πρώτη μέρα μέσα σε τάξη ξανά. Ένας βοηθός ξεκίνησε να κάνει τα μαγικά του. Οι Έλληνες που μαζεύτηκαν στο τμήμα…φιγούρες ενός εκπαιδευτικού συστήματος τελείως διαφορετικού που ζορίστηκαν να ενσωματωθούν….μένοντας σχεδόν εκτός.

Θυμάμαι τα πρώτα μου ψώνια για να φτιάξω το δωμάτιο. Με το δικό μου χρώμα. Η τεράστια ασπρόμαυρη αφίσα ενός ζευγαριού κάπου στα στενά του Παρισιού να φιλιέται με πάθος. «Le baiser». Οι φωτογραφίες των δικών μου ανθρώπων στο τοίχο. Τα αρωματικά κεριά κι ας απαγορεύονταν. Οι Έλληνες της εστίας…που θύμιζαν κουτσομπόληδες ενοίκους ελληνικής πολυκατοικίας. Τους μισούς δεν τους γνώρισα ποτέ. Τους άλλους μισούς τους απέφυγα με την εσκεμμένη σνομπαρία μου.

Καμιά φορά λες ο χρόνος είναι αργός. Στη δική μου περίπτωση ήταν απλά ανελέητος. Μίσησα τα αεροδρόμια αυτό το χρόνο. Μίσησα τις αποβάθρες τρένων που πάντα έπαιρναν πίσω αυτούς που για λίγο έρχονταν να μου θυμίσουν ότι η αγάπη και η φιλία αντέχουν ακόμα και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Μίσησα αυτή την προσμονή της άφιξης και αυτό το κενό της αναχώρησης. Τα μελομακάρονα που μου έφεραν οι κολλητές μου λίγο πριν τα Χριστούγεννα.

Λάτρεψα τους καινούργιους ανθρώπους που γνώρισα. Αυτούς που είχαν υπερχρεωθεί με δάνεια από χώρες της Λατινικής Αμερικής για να κάνουν αυτό το Μάστερ. Αυτούς που μαζεύτηκαν από κάθε πλευρά του πλανήτη και αγάπησαν τη μπύρα μόνο και μόνο για την παρέα μετά τη σχολή. Λάτρεψα εκείνη που ήταν πάντα δίπλα μου στα δύσκολα. Ελληνίδα από τις λίγες. Που μου έμαθε ότι αν δεν πιάσεις τη ζωή από τα χέρια δεν είναι ζωή αλλά σύμπτωση. Που έχει ζήσει μια ζωή που ελάχιστοι έχουν ακουμπήσει. Επιστήμονας στον τομέα της με υποτροφίες, με διακρίσεις, με περγαμηνές. Χορεύτρια από τις μεγάλες. Που δουλεύει από μικρή χωρίς να βάζει ταμπέλες. Στα μπουζούκια, στα γήπεδα, σε εταιρίες. Μάγκας, μάγκα μου. Τα ζόρια της…μόνο με τον Παπαστράτο τα ξεπερνούσε. Στο δωμάτιό της.

Και μετά οι πρώτες εξετάσεις. Που θύμιζαν τόσο εξετάσεις proficiency. Μικρά θρανιάκια, ένα τεράστιο ρολόι, σκληρή επιτήρηση, έλα μωρέ θα αντιγράψουμε έλεγαν οι έλληνες. Δεν αντέγραψαν. Και φυσικά 3 στους 5 κόπηκαν. Θυμάμαι το άγχος μου. Πρώτη φορά να γράψεις σε συγκεκριμένο χρόνο στα Αγγλικά, με ορολογία, με άγχος. Δεν θα ξεχάσω ποτέ. Σε μια ερώτηση αρχίζω και αναλύω, αναλύω, αναλύω τα τεχνικά χαρακτηριστικά που μου ζήτησαν. Κάπου το μυαλό κόλλησε. Γαμώτο. Βάζω αστερίσκο και δηλώνω ειλικρινά πως τη λέξη…δεν τη θυμάμαι. Οι καθηγητές τον εκτίμησαν. Με πέρασαν πανηγυρικά.

Μετά ήρθε η διπλωματική. Ένας Ιούλιος που δεν θέλω να θυμάμαι. Κλεισμένη στο σπίτι όλη μέρα. Παντελώς μόνη με μόνη έξοδο τη βόλτα από το σούπερ μάρκετ σε ένα βροχερό Λονδίνο. Έπρεπε να προλάβω. Να παραδώσω. Ακατάδεκτη από τη φύση μου, είδα άπειρες χαραυγές για να προλάβω. Να προλάβω. Και πρόλαβα. Και πήρα και άδεια από τη σημαία. Κανείς δεν το πήρε είδηση. Κατέβηκα στο νησί και γέμισα μπαταρίες. Μετά πίσω με πολλή περισσότερη όρεξη.

Είμαι πολύ ευχαριστημένος που διάβασα τη διπλωματική σου. Θα σε πείραζε να έβαζα το όνομά σου στη δημοσίευση που θα κάνω πάνω στη δουλειά που έκανες; Μου είπε ο καθηγητής μου την τελευταία μέρα που συναντηθήκαμε. Κόντεψα να βάλω τα κλάματα. Σας ευχαριστώ μόνο κατάφερα να του πω. Έβλεπα την εκτίμηση μέσα στα μάτια του. Θα κρατήσουμε επαφή. Ότι χρειαστείς…εδώ είμαι μου είπε. Και είναι.

Πέρασε ο χρόνος. Ούτε που το κατάλαβα. Με βόλτες, με ταξίδια, με διάβασμα, με έρωτα. Πέρασα ζόρικα. Ενηλικιώθηκα. Πάτησα στα πόδια μου και απέδειξα την αξία μου. Αγάπησα το διαφορετικό, λάτρεψα το αγγλικό, έμαθα να μην ανέχομαι τα μισά. Και πίστεψα σε όλα και όλους που με έκαναν αυτό το χρόνο, αυτό που είμαι σήμερα.

Λονδίνάκι κι εγώ σ’ αγαπώ.

Κυριακή, Οκτωβρίου 04, 2009

Πέμπτη, Οκτωβρίου 01, 2009

Προεκλογικά...σχεδόν φυσικά.

Δευτέρα 21:45 Αττική Οδός.

Λίγη μόνο ώρα μετά την προσγείωση και λίγο πριν τα διόδια από Αεροδρόμιο. Ο δρόμος σχεδόν άδειος. Στην στροφή προς Ελευσίνα, όχι για Μαρκόπουλο μια τεράστια γιγαντοαφίσα του Καραμανλή κοσμεί το τοπίο. Το Photoshop έχει κάνει τη δουλειά του. Μοιάζει με 20χρονο Δαπίτη ΤΕΙτζή– δηλαδή μικρότερο από μένα – μπουνταλά τελείως που έχει πάει με τους γονείς στο γάμο του ξαδέρφου του Τάκη. Εμφανώς χαίρεται για την τύχη του Τάκη που πήρε την Ελενίτσα που είναι καλή κοπέλα και έχει μεγάλο και πλούσιο μπούστο, αφετέρου σκέφτεται το φαγητό που θα ακολουθήσει στο γλέντι στα βλάχικα. Κάτι το κοκορέτσι, κάτι τα ψητά, κάτι τα καλαματιανά, και λίγο η αδερφή της Ελενίτσας με το εξίσου μεγάλο μπούστο του προσφέρουν αυτή τη χαρωπή εικόνα της ονειροπόλησης που αν δεν έγραφα δημόσια θα το ονόμαζα «ονείρωξη έφηβου 16χρονου» που κρύβει τις τσόντες κάτω από το στρώμα – και δεν τις κρεμά σημαίες στο μπαλκόνι σαν κάτι άλλους κομμάτι πιο απελευθερωμένους, που δηλώνουν γενιά του Πολυτεχνείου που δεν μασά από αυτά. Το ελαφρώς συνοφρυωμένο βλέμμα κρύβει τσαντίλα για τη μάνα του που με το ζόρι του φόρεσε ντε και σώνει τη γραβάτα – αυτός δεν ήθελε, το κερατό του μέσα και το ματς του Πανιωνίου που χάνει τούτη την ώρα. Τα έχει πάρει λίγο ακόμα βέβαια γιατί η μάνα του κατάσχεσε το κασετοφωνάκι που είχε πάει να πάρει μαζί του. Τον έχει αναγκάσει να φορέσει και σακάκι για να μην φαίνεται η στάμπα από κέτσαπ – μουστάρδα από το τριπλό hot dog που έφαγε για να του κόψει τη λιγούρα με τέσσερα λουκάνικα Νίκας μέσα σε πολύσπορο ψωμάκι για να μην παίρνει τσάμπα θερμίδες.

Δευτέρα 22:02 Είσοδος Πολυκατοικίας

Η πόρτα ίσα με το ζόρι που ανοίγει – έχει μπουκώσει από τα προεκλογικά φυλλάδια του Παπαθανασίου. Και εδώ το Photoshop έχει κάνει θαύματα. Ο Παπαθανασίου φαίνεται σαν πρωτοδιόριστος καθηγητής σχολείου που δεν το έχει αλλά θέλει διακαώς να διδάξει. Για να συγκινήσει, γράφει πως έδωσε τη μάχη από την πρώτη γραμμή. Για έναν ανεξήγητο λόγο η φράση μου θυμίζει τους 300 του Gerard Butler «this is B Athinas” Μολών λαβέ μάγκα ψηφοφόρε. Τον σφίγγει εμφανώς η γραβάτά, προβάλει το δεξί καλό του προφίλ και χαμογελά.

Δευτέρα 22:34 τηλεόραση

Διαφήμιση της Νέας Δμηοκρατίας στην τηλεόραση. Ο Καραμανλής κρατά στυλό bic που του έχει μείνει από τότε που έδινε πανελλήνιες το 2005 δηλαδή. Τόσο νέος. Τόσο ατσαλάκωτος. Είναι το μόνο στυλό που δεν έχει φάει την άκρη του, και δεν έχει μασουλήσει το μπλέ καπάκι. Είναι μάλιστα το μόνο που έχει και την μπλε εσοχή που ταπώνει το μελάνι. Όλα τα υπόλοιπα τα είχε πετάξει στον σπασίκλα το συμμαθητή του τον Λεωνίδα που δεν τον άφηνε να αντιγράψει στα διαγωνίσματα. Η μουσική θυμίζει ελαφρώς μουσική υπόκρουση της Λάμψης της δεκαετίας του 90 σε σκηνές με δράση και σασπένς – εκεί που η Βίρνα πιάνει το Γιάγκο με τη Σάντρα – δεν ξέρω αν με πιάνεις.

Δευτέρα 23:45 facebook.

Διαφήμιση της Άννουλας Νταλάρα. Το Photoshop δεν έχει πετύχει παντού. Σε άλλες μοιάζει με έφηβη πασπίτισσα της Νομικής και σε άλλες συνομήλικη της Φόνσου. Γαμώτο. Ο λαιμός πλισέ, το μάγουλο φράπα, η Τρέμη μπροστά της παιδούλα. Μπλουζάκια μακό στενά με στάμπες – «δες πόσο φρεσκαδούρα είμαι, σχεδόν συνομίληκη σου» είπε η μαμά της 17χρονης Γιολάντας που έχει πατήσει τα 47 αλλά αρνείται να το δεχτεί και έχει βγάλει πλαστή ταυτότητα με ηλικία γέννησης 1979. «Προσωπικό μου στοίχημα η εκλογή» δηλώνει σε μια συνέντευξη. Έ, άμα θέλει να προσφέρει ο άνθρωπος στον τόπο, έχει όνειρα για τα κοινά και φαντάζεται ένα καλύτερο αύριο για το συνάνθρωπο φαίνεται. Πώς να το κάνουμε τώρα; Κι αν δεν φαίνεται, το φτιάχνουμε. Με Photoshop φυσικά.