Τετάρτη, Ιουλίου 29, 2009

Sweet July

Τρεις άνθρωποι που ζουν, δουλεύουν, κινούνται σε διπλανά οικοδομικά τετράγωνα. Παντελώς άγνωστοι μεταξύ τους. Ο ένας αγνοεί την ύπαρξη των άλλων. Υπάρχει και χωρίς αυτούς. Μα και οι τρεις συνθέτουν ένα μοναδικό μωσαϊκό, έναν ξεχωριστό καμβά πολυπολιτισμικότητας. Τον δικό μου.
****
Κάθε μέρα για τις μετακινήσεις μου χρησιμοποιώ έναν από τους πιο πολυσύχναστους σταθμούς της πόλης. Έναν από αυτούς που είναι κομβικό σημείο για μετεπιβιβάσεις μετρό, τρένων, αεροδρομίων. Κάθε μέρα χιλιάδες άνθρωποι τον χρησιμοποιούν μαζί με μένα. Στην είσοδο, ξένοι μεταξύ τους μοιράζονται το πεζοδρόμιο για τσιγάρο. Τουρίστες και κάτοικοι, άλλοι με χαρτοφύλακες και άλλοι με βαλίτσες, άντρες με κοντομάνικα και βερμούδες και άντρες με κουστούμια, ζητούν αναπτήρα, κάνουν τσιγάρο για ένα μαγικό πεντάλεπτο και μετά χάνονται σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Ένα χρόνο τώρα τον χρησιμοποιώ καθημερινά. Σκέφτομαι ότι κάποια στιγμή θα φύγω και θα είναι σαν να μην πέρασα ποτέ από εδώ.

Μια φορά την εβδομάδα η ίδια τελετουργία. Στάση στα M&S για φρούτα, στάση στα WHSmith για voucher του κινητού. Πάντα η ίδια γυναίκα με την μαντίλα. Με ρωτά όπως πάντα τι θέλω. Εδώ και ένα χρόνο της επαναλαμβάνω το ίδιο. Της λέω ευχαριστώ πάντα τυπικά και φεύγω. Ανήκει στην πρωινή βάρδια. Είναι πάντα χαμογελαστή και φοράει πάντα την ίδια μαντίλα. Ναι, είναι νέα. Μπορείς να την πεις και όμορφη, με αυτή την εξωφρενική ομορφιά που αποπνέουν πάντα οι γυναίκες της διπλανής πόρτας. Αναρωτιέμαι πώς να είναι τα μαλλιά της. Αναρωτιέμαι αν ζει κάποιο μεγάλο έρωτα, από αυτούς που στο διάβα τους σηκώνουν τα πάντα. Δεν θα μάθω ποτέ. Προχτές πέρασα και είχα πάνω από δύο εβδομάδες να φανώ. Περιμένω να με ρωτήσει τα κλασσικά, να απαντήσω και να ευχαριστήσω τυπικά. Να γυρίσω σπίτι γρήγορα. Θα πιάσει βροχή. Μα εκείνη, δεν με ρωτά τι θέλω. Ξέρει τι θέλω. Και μου λέει πως χάθηκα. Καιρό έχει να με δει. Της χαμογελώ, γυναίκα του σκηνικού μου, από κομπάρσος της εικόνας μου, παίζει για πρώτη φορά ρόλο στο δικό μου έργο…βάζοντας στην άκρη το βουβό σκηνικό.
****
Δευτέρα βράδυ, στο σούπερ μάρκετ για τα απαραίτητα. Με έπιασε η νοικοκυροσύνη μου. Να μαγειρέψω κάτι καλό. Χρησιμοποιώ πάντα τα αυτόματα μηχανήματα για να πληρώσω. Σκανάρω τα προϊόντα μου, την κάρτα με τους πόντους, ζυγίζω τα λαχανικά, πληρώνω. Όλα μόνη μου. Εκτός από το κρασί. Όπως κάθε αλκοολούχο έτσι κι αυτό θέλει επιβεβαίωση από τον υπάλληλο. Ένα χρόνο τώρα έχω πάρει σειρά το ράφι με τα κρασιά με μια ιδιαίτερη προτίμηση στα λευκά. Έχω δοκιμάσει σχεδόν τα πάντα, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, σχεδόν τα πάντα. Προχτές διάλεξα ένα από τη Νότια Αφρική. Ένα ποτήρι έτσι για συντροφιά αργά το βράδυ, καλή παρέα δεν μπορείς να πεις. Του κάνω νόημα να πλησιάζει. Με κοιτά, δεν είμαι και στα καλύτερά μου. Μαλλιά πιασμένα αλογοουρά, φόρμες, μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια. Και με ρωτά το απίστευτο. Είσαι πάνω από δεκαοχτώ; Σκάω στα γέλια, σκάει κι αυτός. Ελπίζω να είσαι συνεχίζει αλλιώς θα χάσω τη δουλειά μου. Σου μοιάζω για κάτω από δεκαοχτώ τον ρωτώ; Μοιάζεις εκεί…λίγο πιο πάνω από δεκαοχτώ. Μου σκανάρει το κρασί. Και του λέω ευχαριστώ. Είμαι μικρή ακόμα οπότε μπορώ να κάνω ακόμα πολλά λάθη. Με κοιτά με απορία κι εγώ τον ευχαριστώ και φεύγω. Έχω να μαγειρέψω.
****
Κάθε βράδυ είναι εκεί. Συντροφιά στο τελευταίο τσιγάρο της ημέρας. Προφανώς δεν έχει διαβάσει ποτέ τους κανονισμούς που λένε ότι το κάπνισμα επιτρέπεται αυστηρά και μόνο μέσα στο δωμάτιο. Αυτός καπνίζει στον ακάλυπτο κι εγώ καπνίζω πάντα κρεμασμένη από το παράθυρο. Μάλλον μας ενοχλεί και τους δύο ο καπνός στο χώρο που κοιμόμαστε. Φορά πάντα φόρμα και αμάνικο μπλουζάκι. Έχει γυμνασμένο σώμα, είναι ψηλός και μελαχρινός. Άραγε τι εθνικότητας να είναι; Όχι ότι έχει και καμία σημασία. Πάντα με κοιτά έντονα. Εγώ πάλι κοιτώ τον ουρανό. Ο καθένας γεμίζει την εικόνα του με τα συστατικά που του αρέσουν. Σβήνει το τσιγάρο και φεύγει. Πετάω το τσιγάρο και κλείνω το παράθυρο. Την ώρα που τραβάω τις κουρτίνες αναρωτιέμαι…Λες να βρέξει;

Παρασκευή, Ιουλίου 24, 2009

O Mr Big, η Mrs Huge και οι 9 1/2 εβδομάδες

Ξέρεις ποια είναι η επιτυχία του Sex and the City έτσι? Όχι φυσικά η παρθενόπη Σαρλότ που σοκάρεται με τις κακές λέξεις και ονειρεύται γάμο και 4 παιδιά. Αυτή ήταν η Πολυάννα και εντάξει…είδαμε τελικά ότι δεν πουλάει και τόσο «το παιχνίδι της Χαράς». Ούτε φυσικά η Σαμάνθα, το πρότυπο της γυναίκας… «γαμάω και δέρνω» - συγγνώμη κιόλας - που μετά το sex σηκώνεται, κουμπώνει το παντελόνι της και φεύγει πετώντας μια από τις χοντράδες ορισμένων αντρών. Αυτό το πρότυπο γυναίκας έχει διαπρέψει στη δεκαετία του 70 άντε και του 80. Σήμερα…σήμερα κυκλοφορεί μόνο σε συλλεκτικά κομμάτια αποτυχημένων σαρανταπεντάρηδων που δεν πουλάνε και τόσο γιατί το πρότυπο του cocooning με καναπέ ΙΚΕΑ πουλάει και πουλάει πολύ. Κάποια στιγμή θα αποσυρθεί και αυτό το μοντέλο μετά την απόσυρση των καταλυτικών και των μοντέλων πριν από το 95.

Μεταξύ μας μάλλον δεν είναι καμιά από τις τέσσερις ηρωίδες. Είναι ο Mr Big. Αυτός ο αρρενωπός με το μεγάλο κούτελο και τις αναλογίες που απέχουν από αυτές ενός μοντέλου. Είναι τόσο sexy όμως που μπροστά του ο Σπαλιάρας είναι απλά μαθητούδι. Δεύτερος ρόλος, ενός πολλά υποσχόμενου αρσενικού που υπήρχε στη ζωή της Κάρυ όπως και στη ζωή κάθε γυναίκας που σέβεται τον εαυτό της και έχει κλάψει με Τσανακλίδου στο τιμόνι πολύ αργά τη νύχτα. Όχι, η Κάρυ μπορεί να μην έχει κλάψει με Τσανακλίδου αλλά για τον Mr Big αξίζει να παραδεχτείς πως μαμά γερνάω και να το εννοήσεις κιόλας. Να αφήσεις τα δάκρυα να τρέξουν μακριά από τα μάτια του κόσμου, για όσο διαρκεί η διαδρομή και να δεις τα φώτα θαμπά. Μετά να παρκάρεις, να βγάλεις τις μπαλαρίνες, να φορέσεις τα δεκάποντα, να κοιταχτείς στον καθρέφτη του οδηγού και να πεις φτάσαμε μάγκα. Να φρεσκάρεις και το lip gloss στο χρώμα του ροδάκινου. Ακόμα κι αν έχεις παρκάρει στο πουθενά. Το πουθενά είναι μια χαρά αρκεί να το έχεις επιλέξει εσύ.

Η αποτυχία του έργου ήταν πως δεν υπήρχε η Mrs Huge. Ναι, αυτή αντίστοιχα που υπάρχει στη ζωή του κάθε άντρα. Η μια, η μοναδική. Η γυναίκα της μιας βραδιάς, του ένα μήνα, της μιας εβδομάδας, που αφήνει το άρωμα της να διαρκεί μια ζωή. Να γεμίζει με το άρωμα κεχριμπαριού που είχε το κορμί της το μυαλό του για μήνες, για χρόνια, για όσο η μνήμη αποφασίσει να τον τυραννήσει…δεν θα σου πω γλυκά – ψέματα δεν λέω ποτέ.

Ξέρεις γιατί η ταινία δεν πήγε τέλεια; Μα γιατί στο τέλος η Κάρυ παντρεύτηκε τον Μr Big σαν άλλη Αλίκη Βουγιουκλάκη – διάλεξε εσύ ποια ελληνική ταινία θες, βαριέμαι – τον Δημήτρη της. Νομίζω ότι υπάρχει ένα βιβλίο και η αλήθεια είναι ότι το είχα πετύχει πριν κάνα δυο χρόνια στο Σκλαβενίτη. Ένα από εκείνα τα μεσημέρια που πεινάς, που κάνει ζέστη, που έχεις παρκάρει το αμάξι στο λιοπύρι – γαμώτο θα ψηθούν τα πλαστικά. «Οι μεγάλοι έρωτες δεν φοράνε νυφικό.» Δεν το διάβασα ποτέ. Δεν το αγόρασα καν. Είπαμε, το λιοπύρι, τα πλαστικά, η πείνα.

Ευλογημένοι τόσο ο Mr Big όσο και η Mrs Huge. Έρχονται για λίγο αλλά κρατάνε πολύ. Μια φίλη λέει πως όταν ο κώλος πάψει να κοιτάζει προς το Θεό τότε θα μπορέσουμε να κατασταλάξουμε ποιος ήταν τελικά ο Mr Big στη ζωή. Ο Προυστ το είχε πει άλλωστε λιγάκι πιο κομψά. Δυσκολευόμαστε σύντροφε να διατηρήσουμε σε υπόληψη κάποιον που έχει διαρκή παρουσία στο περιβάλλον μας. Ποια είμαι εγώ που θα αμφισβητήσει τη φίλη μου και τον Προυστ, ε;

Τρίτη, Ιουλίου 21, 2009

Vk + Cindy = ViCast

Εναλλακτικός τίτλος; Όταν ο Vk ζήτησε από τη Cindy ένα πρώτο ραντεβού!



Τελικά:

To blog or not to blog?

Blog, από το πρώτο ραντεβού?

Blogger, η μαμά σου το (σε) ξέρει?

Blogger είσαι ή φαίνεσαι?

Blog, σε δουλειά να βρισκόμαστε?





[Photo source: www.capjuluca.com]

Παρασκευή, Ιουλίου 17, 2009

Ιούλιος ...εκ των έσω

Ξύπνησα ιδρωμένη και κλαμένη – ευτυχώς μόνη. Το φως έμπαινε από τα στόρια. Είχα πολύ καιρό να κάνω τόσο άσχημο ύπνο. Πρώτη φορά είχα κλάψει στον ύπνο μου. Είχα δει εκείνον τον σκύλο που είχα δει και έξι χρόνια πριν. Πάλι παραμονές αποτελεσμάτων. Τότε με κυνηγούσε αλλά δεν με έπιασε. Καλό σημάδι το είχα θεωρήσει τότε και ήτανε. Αυτή τη φορά το είδα σε πολύ πιο μακάβρια μορφή. Δεν θέλω καν να το θυμάμαι. Όχι γενικά δεν βλέπω όνειρα. Πόσο μάλλον περίεργα και ανεξήγητα. Βλέπω τα άγχη μου, τους φόβους μου και που και που ..ναι τις επιθυμίες μου.

Σηκώθηκα και έκανα ένα κρύο μπάνιο. Θυμήθηκα στο μεσοδιάστημα και το δεύτερο όνειρο που είχα δει εκείνο το ξημέρωμα. Τα αποτελέσματα να τρεμοπάιζουν στο excel κι εγώ να προσπαθώ να τα δω αλλά να μην τα καταφέρνω. Η σειρά να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται. Να προσπαθώ να θυμηθώ τον κωδικό μου…αυτόν τον πεναταψήφιο που από πίσω του κρύβει καλά το φύλο, την ηλικία μου, τις πολιτικές και θρησκευτικές μου πεποιθήσεις, το χρώμα των ματιών μου. Κάπου μέσα σε όλα αυτά είχα δει και τη μαμά μου.

Άνοιξα τον υπολογιστή. Πολύ νωρίς για να έχουνε βγει. Άνοιξα το μάιλ. Τίποτα. Γαμώτο. Ποιος περιμένει να έρθει η ειδοποίηση, να κατεβάσει το αρχείο και να περάσει εκείνα τα μαρτυρικά λεπτά μέχρι να εντοπίσει τον κωδικό του ανάμεσα σε τόσους και τόσους άλλους;

Ξεκίνησα να δουλεύω με μισό μυαλό. Ανά πέντε λεπτά έκανα refresh το μάιλ του πανεπιστημίου αλλά τίποτα. Δυό ώρες μετά το σύστημα είχε κλατάρει από τους άλλους 100 που έκαναν ότι κι εγώ. Παρακαλούσαν να τελειώσει το μαρτύριο. Οι κόποι μιας χρονιάς μαζεμένοι σε ένα excel. Σε ένα και μόνο γαμώ- excel. Για να ηρεμήσω παίρνω την Κατερίνα. Και μιλάμε περί ανέμων και υδάτων. Είναι αγχωμένη! Γαμώτο είναι κι αυτή αγχωμένη. Κι εγώ έχω ξεμείνει από τσιγάρα. Κλείνουμε και την διαβεβαιώνω πως μόλις βγουν θα της στείλω. Και δεν προλαβαίνω να το κατεβάσω. Έχουν βγει…

Με κόκκινο τα fail. Με πράσινο τα υπόλοιπα. Να με. Εγώ. Ο πενταψήφιος κωδικός μου. Δηλαδή εγώ. Δηλαδή αυτός…που είναι εγώ. Όλα καλά. Κάποια υπέροχα. Ηρεμώ. Κανένα κοκκινάδι δεν λερώνει την γραμμή μου. Την μοναδική, πολύτιμη σειρά μου. Παίρνω τηλέφωνο εκείνον και όπως πάντα δεν καταφέρνω να συγκρατήσω τα δάκρυα που ευτυχώς για μένα ήταν χαράς…δυστυχώς για κείνον ήταν δύο λεπτά πανικού…γιατί η πριγκιπέσσα έκλαιγε…γαμώ το κερατό μου…ποιος σε πείραξε…πες μου τι έγινε…θα τον τσακίσω. Είναι η παράφραση της μανούλας. Στα μεγάλα ζόρια. Πες τους ότι θα έρθω και θα τους δείρω όλους.

Πάνε μέρες από τότε. Κάμποσες. Όχι αρκετές για να ξεχάσω το αρχικό άγχος και την τελική ανακούφιση. Γιατί στα λέω απόψε; Μα γιατί κάτι τέτοιες στιγμές είναι που μου δίνουν δύναμη. Ειδικά απόψε που κάποιες στην Ελλάδα πάνε διακοπές στις Σπέτσες…χωρίς εμένα…και ξέρω πως την μια θα κάνω πάρα πολύ καιρό να την ξαναδώ…γιατί…γιατί όλοι κάποια στιγμή έρχεται η ώρα που θα ανοίξουν τα φτερά τους στα μεγάλα…ακόμα και μέσα στην ντάλα του καλοκαιριού. Την ίδια ώρα που εδώ βρέχει πολύ. Και κάνει μοναξιά και διάβασμα.


Τετάρτη, Ιουλίου 15, 2009

Βόλτες στο πάρκο και άλλες σιχαμερές ιστορίες!

Όσοι με διαβάζετε θα έχετε δει ότι γενικά δεν κάνω αναρτήσεις για το Λονδινάκι. Δεν είναι ότι δεν έχω πράγματα να πω, να δείξω ή να μοιραστώ. Και τους καφέδες μου με τον Harry (δεν θέλω ποιο Harry, ένας είναι ο Harry – τρελό γκομενάκι) έχω πιεί. Και τα θέατρά μου έχω γυρίσει και τα ξενύχτια μου έχω κάνει. Αλλά να…στο Λονδίνο είμαι. Δεν είμαι στη Νέα Ζηλανδία σαν την Αρτάνις (που και τον κεντρικό πεζόδρομο να σου δείξει εκστασιάζεσαι γιατί ξέρεις ότι δεν θα πας ποτέ) οπότε κάθε της ανάρτηση είναι απλά λατρευτή. Με 10 πτήσεις ημερησίως (με χοντρικούς υπολογισμούς) από τέσσερις αεροπορικές εταιρίες και 3.30 ώρες πτήσης…εντάξει αδερφέ στο Λονδίνο έρχεσαι εύκολα και φτηνά. Οπότε το να σου δείξω την Oxford street δεν μου λέει και πολλά. Δεν θέλω αντιρρήσεις!

Αλλά σήμερα θα κάνω μια εξαίρεση. Αφενός γιατί έχω στερέψει από δημιουργικό – συγγραφικό οίστρο ενώ σε έχω καλομάθει λατρεμένε αναγνώστη τελευταία και όλο τα αναζητάς τα ποστ μου (έλα, μην ντρέπεσαι, έμενα βρε κουτό;). Αφετέρου γιατί χτες έκανα ένα ξενύχτι άλλο πράγμα. Γύρισα σπίτι 6 το πρωί, την ώρα που ο κόσμος έπιανε δουλειά, έχω έναν τρομερό πονοκέφαλο και δεν μπορώ να διαβάσω τίποτα. (Για το ξενύχτι δεν θα πούμε τίποτα γιατί θα εκτεθούμε ανεπανόρθωτα. Ένα θα πω μόνο. Τελικά είναι αλήθεια. Η Σταχτοπούτα μεταμορφώνεται μετά τις δώδεκα…καρατσεκαρισμένο αυτό και βάζουν το χεράκι τους τα τσίπουρα, το ούζο, τα pimm’s, ο Άγγλος θεός και οι φίλες της. Κλείνει η παρένθεση)

Έτσι λοιπόν θα κάνουμε μια βόλτα στα πάρκα της πόλης για να δει το μάτι πρασινάδα, να χαλαρώσουμε και να κάνουμε πιλάτες (αν θέλαμε, που δεν θέλουμε).

Πρώτη στάση: Green Park
Φωτογραφίες τραβηγμένες μέσα στο καταχείμωνο, έβρεχε, έκανε ψόφο, ήμουν με παυσίπονα και είχα για αξεσουάρ τις δύο κολλητές μου που είχαν έρθει βόλτα, τα χρυσά μου να με δουν…σε βρετανικό φόντο.
Μελαγχολία που βγάζει η φωτογραφία…δεν το συζητώ.





Δεύτερη στάση: Regent’s Park.
Φωτογραφίες τραβηγμένες την Άνοιξη. Απατεώνες άγγλοι, ήθελαν κάτι λιγότερο από 20 λίρες για να μπούμε στο ζωολογικό κήπο. Φυσικά και δεν μπήκαμε! Υπέροχο; Υπέροχο δεν το συζητώ. Αν το πάρκο αυτό ήταν στην Αθήνα θα το είχαμε κάνει οικοπεδάκια…φιλέτα…θα είχαμε χτίσει με αντιπαροχή και φυσικά θα είχαμε κλείσει και τους υμιυπαίθριους χώρους. Άγγλοι παιδί μου…κουκούτσι - επιχειρηματικό μυαλό.









Τρίτη στάση: Battersea Park
Φωτογραφίες τραβηγμένες στην ντάλα του καλοκαιριού. Πάρκο που δεν είναι πρώτη φίρμα αλλά βρίσκεται δίπλα στο ποτάμι. Έκανε μια διαολεμένη ζέστη εκείνη τη μέρα. Και εκεί έφαγα το πρώτο μου καλοκαιρινό παγωτό της μηχανής μαζί με όλα τα πεντάχρονα και πάρα πολύ το χάρηκα. Στα highlights του πάρκου, τα σιντριβάνια και οι γούρνες με το πάρα πολύ βρώμικο νερό μέσα στις οποίες πλατσουρίζουν τα πιτσιρίκια του πιο βρώμικου λαού…χειρότερου κι από τους Έλληνες. Ναι, το έχω πει πολλές φορές. Οι Έλληνες γενικά δεν είναι και ο πιο καθαρός λαός. Αλλά οι Άγγλοι είναι μακράν οι πιο βρωμιάρηδες. Από τις αγγλιδούλες που Σάββατο βράδυ περπατάνε ξυπόλητες στους δρόμους…μέχρι τους άγγλους που κάθονται στα πεζοδρόμια, φοράνε αθλητικά χωρίς κάλτσες και ξεπλένουν τα πιάτα τους μόνο με νερό.

Πολλαπλά εγκεφαλικά…στο μετρό όταν η τύπισσα ακουμπάει κάτω την τσάντα της, μετά πιάνει την εφημερίδα από δίπλα, τρώει ταυτόχρονα ένα maffin με το χέρι και ξεφυλλίζει σαλιώνοντας το δάχτυλο. Φυσικά και σηκώνεται πιάνοντας τη χειρολαβή, την τσάντα από κάτω και το υπόλοιπο maffin από το σακουλάκι.







Δες λίγη ακόμα πρασινάδα…γιατί θυμήθηκα τους βρωμιάρηδες και συγχύστηκα. Βαθιές αναπνοές…για τα νεύρα…έτσι μπράβο!




Πέμπτη, Ιουλίου 09, 2009

Βάλε ποτό...έχω να σου πω.

Κάθε φορά…λέω είναι η τελευταία φορά. Το ορκίζομαι στον εαυτό μου. Το δηλώνω σε όλους γύρω μου. Εντάξει…όχι σε όλους…αλλά στους δικούς μου ανθρώπους ορθά κοφτά. Δεν σηκώνω μύγα στο σπαθί μου γιατί εκείνη την ώρα του όρκου το υποστηρίζω με όλη μου την ψυχή. Τέρμα, τέρμα μαζί του δεν ξαναμπλέκω. Κι ας βρεθεί στο δρόμου μου. Κι ας με ξαναπροκαλέσει. Κι ας αλλάξει. Το τελευταίο είναι το μεγαλύτερο ψέμα που έχω ξεστομίσει ποτέ. Αν αλλάξει…δεν θα τον θέλω πια. Γιατί εγώ αγάπησα αυτό που είναι. Αυτό το ζόρι και την αγριάδα. Το χαμόγελο που πάντα είναι συγκρατημένο. Την αγκαλιά που έρχεται μετά από πολύ πολύ πόνο. Το πακέτο ολόκληρο.

Είναι ο μόνος άντρας που με έχει τσαλακώσει. Που με έχει αφήσει ξάγρυπνη στα σκαλοπάτια του να προσπαθώ να τον καταλάβω, να τον φέρω με τα νερά μου…να με κάνει μια αγκαλιά ντε. Είναι ο μόνος άντρας που με έχει κάνει να βάλω τα κλάματα και να παραδεχτώ πως ναι…εγώ η grande Μηχανικός δεν τα μπορώ όλα. Είναι ο μόνος άντρας που φοβάμαι. Κάθε φορά σαν την πρώτη φορά.

Στην αρχή προσπάθησα να τον απαξιώσω. Δεν τα κατάφερα. Έσπασα τα μούτρα μου. Μετά τον πήρα στα σοβαρά…πάντα με φόβο και πάντα με τη σοβαρότητα που του αρμόζει. Ο τύπος δεν ήταν ποτέ της αρπαχτής. Ο τύπος ποτέ δεν γούσταρε τα εύκολα κι εγώ αν ήθελα έστω και μερικές στιγμές ευτυχίας μαζί του έπρεπε να το δεχτώ. Μετά κάπου τον ξέχασα. Εντάξει πιτσιρίκα είμαι. Λογικό είναι. Αλλά πάντα έβρισκε τρόπο να χωθεί. Να πάρει τον χώρο του στη ζωή μου και να παραμερίσει όλα τα υπόλοιπα. Δεν του ξέφυγα ποτέ. Δεν μπόρεσα ποτέ να τον ξεγελάσω…πως δήθεν του είμαι αφοσιωμένη. Μόνο όταν πραγματικά ήμουν καταδεχόταν να μου χαρίσει λίγες στιγμές ευτυχίας. Ένα χαμόγελο, ένα χάδι…ποτέ όμως φιλί.

Τον μισώ πολλές φορές. Ξέρω ότι ποτέ όσα κι αν δίνω δεν θα τον κάνω πραγματικά δικό μου. Κι εγώ όλο κουράζομαι κι όλο ξαναγυρνάω.

Χτες το βράδυ ήταν μια ακόμα βραδιά μαζί του. Μια από τις πολλές. Ξημερωθήκαμε αγκαλιά. Κάναμε τσιγάρο, φάγαμε κεράσια. Είδαμε την ανατολή στις 4.30 το πρωί γιατί ναι εδώ στην Αγγλία ξημερώνει πολύ νωρίς και πέσαμε για ύπνο αποκαμωμένοι στις 5.30. Τον είχα νικήσει. Τον είχα καταφέρει. Μου είχε δοθεί και σε αυτή τη νίκη δεν έκλεψα καθόλου. Μου παραδόθηκε άνευ όρων στο τέλος…κι ας ξέρω ότι αυτό θα κρατήσει λίγο. Πολύ λίγο…μέχρι την επόμενη φορά. Το παιχνίδι του αυτή τη φορά δεν πέρασε. Εμφανίστηκε με πολύ πιο δύσκολη μορφή, σε ένα καλούπι που δεν ήξερα. Νομίζω ότι για πρώτη φορά τον κοίταξα κατάματα. Και τον κέρδισα. Η τουλάχιστον…την παρτίδα την πήρα.

Λίγες μόνο μέρες πριν…μου τον έριξαν στο δρόμο μου. Είπα όχι αλλά δεν πέρασε. Έπρεπε να τον αντιμετωπίσω ξανά. Τον αντιμετώπισα χτες βράδυ.

Δεν είναι πάντα νικηφόρες οι μάχες μας. Έχω χάσει κατά κράτος από εκείνον πολλές φορές. Τον χειμώνα με γονάτισε. Ένα βράδυ του Γενάρη με έκανε να σκεφτώ πως ως εδώ ήτανε. Δεν ήτανε. Χρειάστηκε να μείνω ξάγρυπνη 2 μέρες τότε. Να βάλω τα κλάματα σαν πιτσιρίκι. Να πάρω στο σπίτι μου ξημερώματα και να πω ότι γυρίζω πίσω. Τελικά δεν χρειάστηκε. Πάντα όταν ένας έρωτας είναι ζόρικος…ένας φίλος πάντα θα βρεθεί να σε βοηθήσει.

Τον προγραμματισμό τον μισώ και τον αγαπάω γαμώτο. Μπλέκομαι στους κώδικές του…και προσπαθώ να τον καταφέρω. Παίζω με τις εντολές του. Ανακατεύω τις φόρμες. Στήνω το παρασκήνιο και ζω για το χειροκρότημα…για το υγρό φιλί στα χείλη. Για τη στιγμή που θα πατήσω το run οι εντολές θα τρέξουν…το πρόγραμμα θα τερματίσει με το αποτέλεσμα λαμπερό στην οθόνη μου κι εγώ θα νιώσω την ηδονή της κατάκτησης…έστω και πρόσκαιρα. Ως την επόμενη φορά.

Κυριακή, Ιουλίου 05, 2009

Το χρονικό μιας σπανακόπιτας...ή αλλιώς το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου

Όταν το εγχείρημα κόντευε πια στο τέλος του…κι εκεί κάπου ήξερα ότι είχα κερδίσει την παρτίδα, είχα τσαλακωθεί, είχα ζοριστεί αλλά τα είχα καταφέρει, αναφώνησα «Ναι, θα μας κάνω πόστ». Τα γέλια από την άλλη μεριά της κουζίνας ήταν αναμενόμενα και ξεκαρδιστικά. Μετά από 5 ώρες μέσα στα αλεύρια, τα σπανάκια, τη φέτα Κολιός, ε ναι τα είχαμε καταφέρει.

Η ιδέα έπεσε ένα βράδυ λίγες μέρες πριν και το ναι το ξεστόμισα χωρίς να το πολυσκεφτώ γιατί εκείνη την ώρα διάβαζα και όταν διαβάζω εγώ…δεν σκέφτομαι! Και δεν φτιάχνουμε; Εύκολο θα είναι. Δεν ήταν. Ηττηθήκαμε κατά κράτος εξαρχής όταν σε ένα θηριώδες Tesco από αυτά που πουλάνε τα πάντα εμείς δεν βρήκαμε το αυτονόητο. Φύλλα σύντροφε, φύλλα.. Και ενώ είχαμε αγοράσει σπανάκι, φέτα, άνηθο, κρεμμύδι, η σπανακόπιτα κόντευε να μείνει ορφανή από την αγκαλιά που χρειαζότανε. Η μαμά Κέλλυ είχε στείλει τη συνταγή με λεπτομέρειες. Φύλλο δεν είχε στείλει. Χρειάστηκε η ηρεμία της μαμάς Γεωργίας για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Πάρε αλέυρι και άνοιξε το μόνη σου. Όπως φτιάχναμε τη ζύμη για την πίτσα. Στο πιο λεπτό. Δεν το έχω, της είπα. Το έχεις μου είπε και το έκλεισε. (Έχει πάψει εδώ και καιρό πια να με κανακεύει και πρέπει κάτι να κάνω γι αυτό.) Έμεινα με ένα κλειστό κινητό στο χέρι…στη μέση ενός χαώδους Tesco να ψάχνω για αλεύρι και τελικά…να αγοράζω το πιο αποτυχημένο.

Τελικά βρεθήκαμε στην κουζίνα στους Seven Brothers όπου η άλλη ελληνίδα συγκατοικεί με seven τρελούς (και μια εγώ οκτώ) για να φτιάξουμε την σπανακόπιτα στην κοινόχρηστη κουζίνα υπό τη μουσική του Μαζωνάκη και του Σφακιανάκη. Τρελή ποιότητα. Το ένα κιλό σπανάκι που ψιλοκόψαμε με γονάτισε. Στο μεσοδιάστημα εμφανίστηκε ο συγκάτοικος Κινέζος με γκόμενα Κινέζα την οποία αφού κάθισε λίγο στην αυλή την έχωσε στο δωμάτιο και δεν ξαναμάθαμε (ούτε ακούσαμε) νέα τους! Εμφανίστηκε και ο Ινδός ο οποίος είπε την εκπληκτική ατάκα στην άλλη ελληνίδα: Η φίλη σου είναι όντως τόσο όμορφη όσο μου έλεγες. Αλλά εγώ δεν το άκουσα ποτέ γιατί εκείνη την ώρα ψιλόκοβα το κρεμμύδι. Και το κρεμμύδι θέλει τέχνη. Και η ζωή είναι περιπέτεια. Και ο καθένας κουβαλά το μύθο του, ενίοτε και το σταυρό του.

Κάποια στιγμή ανακαλύπτουμε ότι δεν έχουμε ούτε ταψί. Εκεί, ναι εκεί κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό. Είχαμε δύο ταψάκια αλλά ο φούρνος δεν τα χωρούσε. Επίσης ο φούρνος ήταν του 1940 κειμήλιο του παππού του ιδιοκτήτη που τον είχε καβατζώσει από έναν γερμανό μαυραγορίτη (δεν μπορεί θα υπήρχαν και στην Αγγλία). Τρελή επιτυχία. Η ελληνίδα πετάχτηκε στο μίνι μάρκετ μπας και βρει μιας χρήσης κι εγώ έκατσα να κάνω ένα τσιγάρο. (Μαμά μην το διαβάσεις αυτό.) Η ελληνίδα δεν βρήκε ταψί μιας χρήσης αλλά γύρισε κραδαίνοντας ένα πακέτο φύλλα βραζιλιάνικα για πίτα. Δεν ξαναυπήρχε αυτό που ζούσα. Κόντεψα να βάλω τα κλάματα αλλά συγκρατήθηκα καθώς θυμήθηκα τις υπόλοιπες 24673 δυσκολίες που έχω περάσει στο Λονδινάκι…την μετανάστευσή μου μέσα.

Τελικά φτιάξαμε δύο πίτες. Μια με χειροποίητο φύλλο από αποτυχημένο αλεύρι και μια από το ετοιματζίδικο. Και οι δύο βγήκαν καλές. Εντάξει…αυτή με το χειροποίητο…όχι να το κάνω θέμα αλλά ήταν κόλαση. Μετά είπαμε να βάλουμε αγγελία για γαμπρούς. Πολύφερνες νύφες…με σπουδές και μεταπτυχιακά…νέες…κουκλάρες…με πλούσιο εσωτερικό κόσμο…που φτιάχνουν σπανακόπιτα με δικό τους φύλλο (!!!) και δεν το βάζουν κάτω στα χαστούκια της ζωής…ζητούν πρίγκιπα πάνω σε λευκό άλογο για περαιτέρω γνωριμία και επαφή. Δεκτές μόνο σοβαρές προτάσεις. Αποστολή φωτογραφίας και βιογραφικού απαραίτητη. Θα συνυπολογιστούν τα μεταπτυχιακά του υποψηφίου, οι αθλητικές και οι πολιτικές του προτιμήσεις. Δεξιοί απορρίπτονται.


Δεν την βάλαμε. Αντίθετα μοιράσαμε την σπανακόπιτα και είχαμε φαγητό η καθεμία μας για 2 μέρες. Εκείνο το βράδυ πέθανε ο Michael Jackson. Γύρισα σπίτι και το διάβασα. Εντάξει…δεν είμαι περίεργη…αλλά με ενοχλεί όταν κάποιος άλλος κλέβει τη δόξα μου. Το θέμα της ημέρας ήταν η σπανακόπιτα και όχι αυτός! Άσε που δεν την παλεύω πια. Πέρασαν πάνω από 2 εβδομάδες. Η σπανακόπιτα αποτελεί παρελθόν. Αλλά αυτός ακόμα παίζει. Και το χειρότερο δεν είναι ότι παίζει ακόμα. Είναι ότι παντού αναρτώνται φωτογραφίες από την μετά black εποχή του. Πόσο ανατριχιαστικό είναι αυτό;
Ενώ δες σπανακόπιτα…



Δευτέρα, Ιουνίου 29, 2009

Just socializing…μην νομίζεις

( Ο τίτλος εμπνευσμένος. Πολύ εμπνευσμένος. Πάρα πολύ εμπνευσμένος από την τελευταία φορά που κατέβηκα Ελλάδα (χρόνια πριν, αιώνες μετά…). Για την ακρίβεια το βράδυ πριν κατέβω. Ναι, είχα κλείσει μια από εκείνες τις πολύ βολικές πτήσεις…στις 6 το πρωί. Όπου θα έπρεπε να είμαι στο αεροδρόμιο στις 4, δηλαδή να φύγω από το σπίτι στις 3. Δηλαδή να μην κοιμηθώ καθόλου. Είχα χλωρινιάσει, είχα τρίψει μοκέτα, είχα λάμψει τα 9 ολόκληρά μου τετραγωνικά, έλαμπαν τα πάντα, είχα φτιάξει και μια βαλίτσα 20 κιλών.
Είχε πάει η ώρα 1, με είχε πιάσει και εκείνη η αλλεργία, τόσο που έλεγα ότι δεν θα τη βγάλω καθαρή και είχα κρεμαστεί από το παράθυρο για να αναπνεύσω λίγο ακόμα αέρα εμπλουτισμένο με αυτά τα υπεργαμάτα σωματίδια γύρης και για να ακούσω τα κουτσομπολιά της αυλής. Το καλύτερό μου. Δύο Έλληνες, κλασσικοί Έλληνες που δεν τους είχα ξαναδεί ποτέ, κράζανε την άτιμη κοινωνία όπως κάθε Έλληνας που σέβεται τον εαυτό του. Κάποια στιγμή έρχεται ένας τυπάς, με ράστα, με σακίδιο στους ώμους, πολύ χυμαριό, καμιά σχέση με τους Έλληνες. Πάει να περάσει, τσουπ, ο ένας Έλληνας πετάγεται μπροστά του. Του κόβει το δρόμο του δίνει το χέρι. Hi, I am Costas, εδώ μένεις? του πετάει με αυτή την τέλεια προφορά που έχουν όλοι οι Έλληνες. Ο τυπάς λέει ένα ναι μέσα από τα δόντια του και κάνει να φύγει. Κι εκεί ο θεός ο Έλληνας του λέει. Just socializing…μην νομίζεις. Με παχύ το λλλ. Όπως πρέπει. )

Όταν είχα πρωτοέρθει εδώ και μια από τις πρώτες μέρες στο πανεπιστήμιο και στα εργαστήρια, είπαμε να γνωριστούμε τα παιδάκια μεταξύ μας και να γίνουμε φίλοι. Για να σπάσει ο πάγος, κάποιος που δεν θυμάμαι ποιος - αλλιώς θα του έκλεβα την oyster και θα την έδινα σε κανέναν φτωχό - πρότεινε να γίνουμε φίλοι στο facebook. Ώ χριστέ μου. Ω Παναγιά μου. Τι ήττα ήταν αυτή? Ζάρωσα στην γωνιά μου και κατέβασα το κεφάλι…αλλά οϊμέ σαν άλλη Αντιγόνη (τι μελοδραματικά που τα γράφω, φτού μου κορίτσι μου) ήρθε η σειρά μου. Cindy εσύ? με ρώτησε μια τύπισσα από τον Ισημερινό. Μου πέσανε τα μούτρα τρεις ορόφους. Τι να έλεγα; Πως τα σνομπάρω αυτά; Η κρυφοblogger? Πως δεν είχα λογαριασμό από άποψη? Πως τι να μας πει εμάς το facebook και τα λοιπά? Είναι ένα σκέτο «δεν έχω», φορτωμένο με πολλές ενοχές και τύψεις και και και, ε και το θέμα έληξε εκεί.

Μήνες μετά, ένα βράδυ που βαριόμουνα πολύ, πάρα πολύ να διαβάσω αλλά έκανα ότι διάβαζα, όχι για μένα αλλά για τη φουκαριάρα τη μανούλα μου που με έστειλε εδώ πάνω, είπα να φτιάξω λογαριασμό. Ε, τον έφτιαξα. Ε δεν κατάλαβα και πολλά αλήθεια σου λέω.

Πλάκα δεν έχει, κουτσομπολιό έχει - αλλά εμείς δεν ενδίδουμε σε αυτά, σε παρακαλώ για ποια με πέρασες - ο καθένας γράφει το μακρύ του και ποτέ το κοντό του και όλοι μα όλοι έχουν τραβήξει τουλάχιστον 345632 φωτογραφίες πριν διαλέξουν την καλύτερη ως βιτρίνα του προφιλιού τους. Ναι και οι ξένοι έχουν προφίλ. Όλοι οι ξένοι. Δεν αντιλέγω. Μόνο που οι ξένοι δεν λιώνουν στα παιχνίδια του fb από το πρωί μέχρι το βράδυ. Στα waka-ma(la)ka και δεν συμμαζεύονται. Οι ξένοι δεν κάνουν τα 2796432 τεστ που είναι τόσο γελοία, αχ Παναγία μου. Τι βρακί φοράς. Τι αμάξι είσαι. Ποια στάση σου αρέσει στο sex. Δηλαδή αντί να πας να το κάνεις…ε και εκεί μέσα από την πρακτική…να καταλήξεις σε συμπεράσματα…όχι αγάπη μου, επιλέγεις τη θεωρία και τα συμπεράσματα του fb. Μα για όνομα! Εγώ θα στα λέω; Ντίπ μυαλό δεν έχεις;

Άσε πια όοολα εκείνα τα γκρουπ στα οποία σε καλούνε. Αχ πονεμένη ιστορία!! Από πού να την πιάσω! Φέρτε τα wendy’s πίσω στην Ελλάδα. Ναι, κι εμένα μου άρεσαν αλλά μην το παρακάνουμε παιδιά (πες μου τώρα ότι δεν έτρωγες τις πατάτες με το λιωμένο τυρί και το μπέικον να τα βάψω μαύρα) !! Λέμε όχι σε αυτούς που κάθονται στην εξωτερική θέση στα Μ.Μ.Μ ενώ η εσωτερική είναι άδεια (εγώ κάθομαι…μην με μαυρίσεις σε παρακαλώ!). Έβλεπα κι εγώ Λάμψη με τη γιαγιά μου (πόσες πλατινέ γκόμενες έχει στρατολογήσει η Σάντρα, πες μου πόσες!). Μια αγάπη δεν τελειώνει με ένα χωρισμό (εδώ άμα θες να το κάνεις σωστά…ε πας και γίνεσαι και θαυμαστής της σελίδας του Οικονομόπουλου…και έρχεται και δένει το γλυκό συκαλάκι του πόνου!). Και πολλά πολλά άλλα. Που άμα έχεις τις μαύρες σου, που και που γελάς.

Αλλά το χειρότερο από όλα, αυτό που σε τσακίζει, σε γονατίζει, σε ισοπεδώνει σαν άνθρωπο είναι εκείνα τα friend requests από τους ξέμπαρκους. Που πως γίνεται όλοι αυτοί οι ξέμπαρκοι…να είναι άντρες, να έχουν σε φωτογραφία τους κοιλιακούς ή το αμάξι τους και να έχουν ονόματα όπως Μήτσος13, Κυριάκος7, ή κάτι πιο εξεζητημένο με ολίγον αγγλικό μέσα…δεν το κατάλαβα ποτέ. Και το χειρότερο δεν είναι ότι σου ζητάνε να γίνουν φίλοι σου. Το χειρότερο είναι ότι πιστεύουν ότι θα δεχτείς! Από την εποχή του σχολείου ακόμα…που σαν άλλο κακομαθημένο δεν ήθελα να γίνω φίλη με το βασιλάκη…και αρνιόμουνα να μιλήσω σε αγνώστους…μέχρι σήμερα…η διαφορά είναι μικρή. Σαν πιτσιρίκι μου βγάζω τη γλώσσα…που εγώ η αντιδραστικιά ενέδωσα…κι ας εξακολουθώ να τα κοροϊδεύω όλα αυτά. Fb και μαλακίες…άϊ σιχτίρ!!

Υ.Γ ήθελα να γράψω και για τα υπόλοιπα social networks τρομάρα μου. Ναι, twitter, msn, blogs και τα λοιπά βάζοντας κι εγώ το λιθαράκι μου στην κοινωνική μελέτη του γίγνεσθαι…είσαι και φαίνεσαι…μέσα από τα μηχανήματα του σατανά…laptops, desktops και δεν συμμαζεύεσαι...(κάτσε και λίγο σπίτι σου νυσάφι πια) Δεν βαριέσαι. Μια άλλη φορά. Δεν χανόμαστε εξάλλου. Μήπως είδε κανείς σας το χαρτάκι με τα passwords μου; Κάπου εδώ το είχα αφήσει.

Τρίτη, Ιουνίου 23, 2009

Η Μελίνα, τα μάρμαρα και το sms.

Γράφε, γράφε, το βρήκα τι θα του στείλεις. Η φίλη μου απέναντι έτριβε τα χέρια της. Κάποια καλή ατάκα της είχε έρθει. Θα τον τσακίσεις, συνέχισε ακάθεκτη. Λοιπόν να το. «Οι πλειοψηφίες είναι πάντα σεβαστές. Γιατί έχουν δίκιο. Ήσουν τόσο λίγος, όσο όλοι λέγανε». Καλό, πιασάρικο. Στον έρωτα όλα επιτρέπονται. Στείλτο. Κόντευε να μας ακούσει όλη η καφετέρια. Από τη χαρά της, είχε σηκώσει τη φωνή δύο τόνους. Να δούμε τι θα σου απαντήσει τώρα. Το μήνυμα το έγραψα. Αλλά δεν το έστειλα ποτέ. Έφταιγαν αυτές οι πλειοψηφίες που είχε μέσα του. Αυτές που κουβαλούσε και με τρόμαξαν. Το έσωσα στα πρόχειρα. Και στα πρόχειρα έμεινε. Γιατί εγώ, εγώ ανέκαθεν υπήρξα παιδί της μειοψηφίας. Παιδί του αντίθετου ρεύματος. Παιδί ασυμβίβαστο. Πάντως παιδί!

Κι έτσι και προχτές. Έβλεπα στις ειδήσεις τον δημοσιογράφο να λέει πως δεν υπάρχει Έλληνας που να μην θέλει να επιστρέψουν τα μάρμαρα και ένιωσα για ακόμα μια φορά μόνη. Μειοψηφία. Λίγη. Όλοι θέλουν να επιστρέψουν. Όλοι θυμούνται την ιστορία, φωνάζουν, απαιτούν. Αυτό το δίκιο του Έλληνα που ανακατεύεται με το φιλότιμο και με εκείνη την ξεροκεφαλιά. Όλοι θέλουν. Εγώ δεν θέλω ρε μάστορα. Χάζεψα αυτές τις μέρες στο youtube βιντεάκια της Μελίνας που απαιτούσε την επιστροφή των μαρμάρων. Διάβασα και εφημερίδες. Όλοι θέλουν να επιστρέψουν τα μάρμαρα.

Δεν είδα όμως κανέναν να αντιδρά με το νόμο που βρίσκεται σε ισχύ σήμερα και επιτρέπει κάθε χρόνο στις ξένες ανασκαφικές ομάδες να παίρνουν μαζί τους ένα ποσοστό από τα ευρήματα. Πήγαινε μια βόλτα από το Λούβρο, όχι για να καμαρώσεις τη Νίκη της Σαμοθράκης, ούτε την Αφροδίτη της Μήλου. Πήγαινε για να δεις την πύλη της Βεργίνας που μεταφέρθηκε εκεί τη δεκαετία του 90 με τις ευλογίες του ελληνικού κράτους.

Δεν είδα κανέναν να αντιδρά που τα μάρμαρα του ιερού βράχου, ναι βρε, αυτά που έχουμε εμείς υπό την προστασία μας, είναι χαραγμένα με Μήτσος + Σούλα = L. F. E. ή Πετρούλα σ αγαπώ. Παντού.

Δεν είδα κανέναν να αντιδρά που κάθε πρωί μετά την πανσέληνο του Αυγούστου…εκεί που ανοίγουν οι αρχαιολογικοί χώροι για το κοινό…μαζεύονται αμέτρητες καπότες και σύριγγες, ενθύμια της προηγούμενης βραδιάς. Μάτια μου η Έλλάδα, την πάει την φεγγαράδα…κι αν είσαι και ξενύχτης σε πάει και μια βαρκάδα.

Δεν είδα κανέναν να αντιδρά που πέρυσι από το δικό μας Ηρώδειο ξεκολλήθηκαν 3 τόνοι τσίχλας από τα μάρμαρα. Που οι κυρίες της τιμής φορούν τα δωδεκάποντα και ανεβαίνουν τα μάρμαρα πληγώνοντάς τα ανεπανόρθωτα. Γιατί η Ανδρομάχη χωρίς Έκτορα παλεύεται. Χωρίς τακούνι δεν παλεύεται.

Δεν είδα κανέναν να φωνάξει για τους χιλιάδες αρχαιολόγους που βρίσκονται σε ομηρία από του Υπουργείο Πολιτισμού με συμβάσεις που λήγουν και ανανεώνονται ανά τετραετία και πάντα ανάλογα με το εκλογικό αποτέλεσμα στη χώρα του πολιτισμού, εκεί που η ιστορία αναβλύζει.

Δεν είδα. Δεν άκουσα. Στο Βρετανικό λοιπόν τα μάρμαρα. Εκεί, γιατί τους αξίζει ο σεβασμός. Στο Βρετανικό που τα επισκέπτονται πάνω από 10 εκατομμύρια άνθρωποι το χρόνο. Στο Βρετανικό, όπου η είσοδος είναι δωρεάν. Κι ας λένε ότι θέλουν οι πλειοψηφίες. Ή μάλλον…δεν πάνε να λένε οι πλειοψηφίες…

Δευτέρα, Ιουνίου 15, 2009

Συγγνώμη που στο χαλάω...

Τρία βήματα από το κρεβάτι στο γραφείο. Μα μου φαίνονται βουνό. Κάθομαι στον υπολογιστή μα μετά από λίγο παίρνω τις σημειώσεις μου και επιστρέφω στο κρεβάτι. Καταφέρνω να συγκεντρωθώ για λίγο. Διαβάζω, σημειώνω, κάπου το μυαλό ξεφεύγει. Φταίει και το ελληνικό κινητό που χτυπάει. Δεν το σηκώνω. Είμαι τυχερή. Είναι καρτοκινητό και δεν έχει αναγνώριση. Τόσα χρόνια, το ίδιο νούμερο, λογικό είναι. Το κεφάλι μου πονάει. Το αγγλικό ευτυχώς το ξέρουν λίγοι. Αυτοί που πάντα με προστάτευαν από τους πολλούς. Παλιοί συμμαθητές, άνθρωποι που έχω να μιλήσω μαζί τους από τότε που τελείωσε το σχολείο με παίρνουν να δουν αν το έμαθα. Στα άσχημα όλοι συσπειρώνονται. Ο πόνος μετριάζεται όταν μοιράζεται λένε. Σαχλαμάρες λένε. Ο πόνος είναι μοναδικός. Για τον καθένα ξεχωριστός. Τουλάχιστον η απόσταση που μου προσφέρει το Λονδίνο με προστατεύει, όπως πάντα. Τέρμα.

Στην Ελλάδα οι θάνατοι από τροχαία ατυχήματα είναι σχεδόν δυό φορές πιο συχνοί απ 'ότι παγκοσμίως και ανέρχονται σε 2.000 θανάτους, 4.000 βαριά και 30.000 ελαφρά τραυματισμένους κατά μέσο όρο το χρόνο. Από τους νεκρούς και τους τραυματίες το 1/3 είναι παιδιά.

Κουράστηκα. Κουράστηκα να ακούω για γνωστούς γνωστών που εκεί στην εθνική Πρέβεζας – Άρτας, εκεί που λόγω έργων δεν υπήρχε φωτισμός ένα φορτηγό τους πήρε αμπάριζα πάνω στη μηχανή. Δεν θέλω να μάθω για άλλους γνωστούς που εκεί στη Κοκκινοπούλου σφηνώθηκαν στο διαχωριστικό, στην αναποδη στροφή, ξέρεις μετά από το 5*5. Δεν θέλω να δω το τροχαίο εκεί στην Κορίνθου - Πατρών. Να μάθω για την οικογένεια που ξεκληρίστηκε.
Κλείνω τα αυτιά. Δεν θέλω να ακούσω, να αποστηθίσω λεπτομέρειες για τον φίλο που έφυγε χαράματα στην Κηφισίας, εκεί στον παράδρομο που ο δήμαρχος λέει πως ανήκει στο Υπεχωδε αλλά το Υπεχωδε λέει πως ανήκει στο δήμο. Είμαι μικρή, πολύ μικρή, εγωιστικά μικρή. Σιχαίνομαι τις κηδείες.

Αύξηση παρουσίασαν τα τροχαία ατυχήματα που σημειώθηκαν στη χώρα το μήνα Φεβρουάριο σε σχέση με τον ίδιο μήνα του 2008. Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας κατά το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2009 τα οδικά τροχαία ατυχήματα, που συνέβησαν σε ολόκληρη τη χώρα και προκάλεσαν το θάνατο ή τον τραυματισμό ατόμων, ανήλθαν σε 1.079. Στα ατυχήματα αυτά 108 άτομα έχασαν τη ζωή τους, 115 τραυματίστηκαν βαριά και 1.191 τραυματίστηκαν ελαφρά.

Μια αηδία το facebook. Μια νούλα, ένα μηδενικό. Κλειστό κι αυτό. Στη σελίδα του παιδιού γίνεται λαϊκό προσκύνημα. Αφιερώσεις από παλιούς συμμαθητές. Μια τύπισσα γράφει τραγελαφικές ιστορίες από το σχολείο. Θέλω να ουρλιάξω. Να τη βρίσω. Αλλά δεν το κάνω. Μια άλλη βάζει φωτογραφίες μαζί του. Η μακαβριότητα σε όλο της το μεγαλείο. Γράφω κι εγώ δυο λόγια και το κλείνω. Στο group για τον αδικοχαμένο φίλο μας ούτε καν μπαίνω. Αυτή η κοινωνία με τρομάζει.

Η Ελλάδα κατέχει την πρώτη θέση μεταξύ των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με 212 θανάτους το χρόνο ανά εκατομμύριο κατοίκων. Ν.Ε.Ο. Αθηνών Κορίνθου, Ν.Ε.Ο. Αθηνών Λαμίας καθώς επίσης και Ν.Ε.Ο. Αθηνών Πατρών είναι μόνο μερικοί από τους δρόμους στους οποίους έξι άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους κατά μέσο όρο την ημέρα από τα τροχαία.

Πήγε εννιά. Το συναίσθημα της αυτοσυντήρησης με επαναφέρει. Πεινάω. Ακούω θόρυβο την ώρα που ήδη έχω ανοίξει την πόρτα. Κάποιος είναι στην κουζίνα. Γαμώτο. Γαμώτο. Δεν θέλω κανέναν. Δεν μπορώ να υποκριθώ. Μακάρι να είναι ο Ιάπωνας. Δεν θα του μιλήσω και είμαστε καλά. Κρίμα. Τελικά είναι ο Μεξικανός. Με κερνά ένα ποτήρι κρασί Ισπανικό, το δέχομαι και κάθομαι να φάω μαζί του. Έτσι κι αλλιώς είναι πάντα τόσο ευγενικός. Καλμάρω και επιστρέφω πίσω. Δεν ανοίγω καν τον υπολογιστή. Ξέρω ότι θα περάσει.

Διάολε, δεν είναι νούμερα. Το καταλαβαίνεις; Δεν είναι στατιστικές. Δεν είναι κανονικές κατανομές, μετρήσεις απλές, αλγόριθμοι πολύπλοκοι. Δείγματα. Είναι άνθρωποι. Άνθρωποι που φεύγουν κάθε χρόνο στην άσφαλτο. Αφήνοντας πίσω τους οικογένεια, φίλους, κενό. Ποτέ η μαλακισμένη ελληνική πολιτεία δεν το κατάλαβε αυτό. Ποτέ δεν έδωσε βάση. Εξάλλου, στο πνεύμα των ημερών…πάρα πολύ κυνικά…αυτοί που φεύγουν δεν ξαναψηφίζουν.

Πέμπτη, Ιουνίου 11, 2009

Σ’ αυτά που ήτανε τόσο μικρά, μα που ρίχναν σκιά…για να μοιάζουν παλάτια

Βράδυ Σαββάτου στο Fuhlam, εκεί στο τέρμα της King’s Road, λίγο πιο πέρα από τις υπέροχες βιτρίνες, που είναι τόσο αστραφτερές, τόσο υπέροχα στολισμένες προστατεύοντας το πανάκριβο περιεχόμενό τους. Ναι, εκεί που ένα ζευγάρι γόβες κοστίζει κάτι παραπάνω ή παρακάτω από 300 λίρες. Μα τι σημασία έχει. Είναι υπέροχες και ξέρεις ότι σου χρειάζεται σχεδόν το 75% του μηνιάτικού που ξοδεύεις εδώ για να τις αποκτήσεις. Άρα απλά θα μείνεις να τις χαζεύεις. Εξάλλου είναι και κόκκινες. Κι εσύ κόκκινες έχεις.
Εκεί στη γειτονιά όπου ένα one bedroom flat κοστίζει περίπου 1200 λίρες. Αν βάλουμε και το tax council, το gas και τα υπόλοιπα…θες δύο πολύ καλούς μισθούς, δύο πολύ ερωτευμένων που θέλουν να μείνουν μαζί και έχουν τον τρόπο τους να τα φέρουν βόλτα χωρίς συμβιβασμούς.
Εκεί, μεταξύ ενός κερασμένου σφηνακιού σαμπούκας – και έχω πει πως μετά από ένα ξέφρενο καλοκαιρινό ξενύχτι που είχε οδηγήσει σε μεθύσι δεν μπορώ ούτε να την μυρίσω – και ενός τελείως αποτυχημένου apple daquiri έμαθα ότι υπάρχει ολόκληρη επιχείρηση που φτιάχνει για σένα τη διπλωματική του μεταπτυχιακού που εσύ δεν. Δεν μπορείς, δεν θες αλλά έχεις. Έχεις να πληρώσεις και να πληρώσεις αδρά. Πολύ παραπάνω απ’ όσο κοστίζουν οι γόβες και ένα ενοίκιο διαμερίσματος. Μια ολόκληρη επιχείρηση που σε διαβεβαιώνει ότι δεν θα πιάσουν την απατεωνιά. Που ανεβάζει το κασέ ανάλογα με το βαθμό. Για άριστα η τιμή πάει ψηλά. Πολύ ψηλά. Ξεπερνά τα τρία μηνιάτικα…ε ναι ας βάλουμε στην άκρη τις γόβες, μην μας πούνε και ψιλικατζίδες.

Λίγο καιρό πριν, ένα πρωινό Σαββάτου από αυτά τα Απριλιάτικα που η Άνοιξη στην Αθήνα είναι θεά, είναι γκόμενα και το ξέρει, ο καφές στη λιακάδα με τις φίλες ε ναι επιβάλλεται. Τότε ήταν που έμαθα πως ο τάδε πήρε πτυχίο. Κι ας χρώσταγε σχεδόν τα μισά μαθήματα μπαίνοντας πέμπτο έτος. Καλό παιδί. Εντάξει, λίγο μαλάκα τον λες. Τώρα που ξέρεις πως το πήρε τον λες και κουτοπόνηρο. Μου αρέσει αυτή η βρισιά. Το «κουτοπόνηρος» είναι πολύ ωραία λέξη. Μειώνει τον άλλον στα μάτια σου, τον κάνει ένα με το χαλίκι. Κουτοπόνηρος…εκπληκτική λέξη, δεν βρίσκω συνώνυμη. Έμαθα πως και ο κουτοπόνηρος πήρε πτυχίο. Έμαθα πως παίρνουν και μερικοί εδώ φραγκάτοι τα πτυχία.

Σήμερα, βόλτα στη συννεφιά. Στα ζόρια πάντα έπαιρνα τους δρόμους. Το συνήθιζα από μικρή. Κι αυτές τις μέρες έχω τρελά ζόρια. Το τρίτο μεγάλο εμπόδιο από τότε που ήρθα εδώ. Και να ήθελα να μην πάρω τους δρόμους, δεν θα μπορούσα. Το Λονδίνο είχε παραλύσει. Οι υπάλληλοι του μετρό απεργούν. Η κίνηση απίστευτη κι εγώ πρέπει να όργωσα το Λονδίνο αγκαλιά με τη σκέψη μου, ε όταν έχω και καλή παρέα δεν λέω ποτέ όχι.
Ανέκαθεν ήμουν και παιδί του τσιτάτου. Στα δύσκολα, στα εύκολα, εκεί που δεν έχω απαντήσεις, εκεί που έχω αλλά τις κρατώ για μένα. Εκεί πάντα πέταγα ένα να βρίσκεται. Να με βγάλει από τη δύσκολη θέση. Ότι έχει γράψει η Νικολακοπούλου σε στίχο…το έχω κάνει πια κτήμα μου. Και σήμερα στην ερώτηση της παρέας…στη βόλτα - εκεί κάπου κοντά στην tate modern θα ήτανε θαρρώ – γιατί η ζωή είναι άδικη για τους πολλούς, απάντησα πως η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα...λατρεμένη Πρωτοψάλτη πάλι με ξελάσπωσες από μια ερώτηση…της οποίας η απάντηση δεν ήταν στα sos σε αυτή τη ζωή.

Υ.Γ Θα το καταφέρουμε και αυτό. Στο υπόσχομαι.

Τετάρτη, Ιουνίου 03, 2009

Πολύ πολιτικά...σχεδόν προσωπικά

Ήταν αρχές Ιούνη του 85 και έκανε απίστευτη ζέστη. Λένε ότι ήταν ένας από τους χειρότερους καύσωνες της χρονιάς. Η χώρα είχε εθνικές εκλογές. Εκείνος προσκολλημένος στην μεγάλη αλλαγή, στον μεγάλο ηγέτη, στη μερίδα εκείνη που επένδυσε τόσα πολλά στο καινούργιο φωνάζοντας δανεισμένα από την αριστερά πως ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά. Εκείνη, αμετακίνητη στα πιστεύω και στις ιδεολογίες της πάσχιζε με μια άλλη μερίδα Αριστερών για το θρυλικό 17% που δεν επιτεύχθηκε ποτέ.

Και θα ήταν μια τυπική εκλογική αναμέτρηση που θα είχε μείνει απλά στην πολιτική ιστορία του τόπου και όχι της οικογενείας αν εκείνη δεν ήταν στις μέρες της για να γεννήσει. Έκανε απίστευτη ζέστη και η ιδέα του…ψηφίζω στον τόπο διαμονής μου…δεν είχε γεννηθεί ακόμα. Αλλά και η ιατρική δεν είχε προχωρήσει τόσο. Ξέραμε ότι θα γεννήσει. Ότι ήταν στις μέρες της. Αλλά το πότε ακριβώς…άγνωστο. Η μέρα των εκλογών ήταν μια πολύ καλή ημερομηνία. Και η προηγούμενη όπως και η επόμενη. Εκείνη ήξερε ότι θα προλάβαινε να ψηφίσει. Εκείνος πάλι δεν ήταν και τόσο σίγουρος. Έφυγε χαράματα…7 ώρες δρόμος και γύρισε αυθημερόν. Κάθε ψήφος μετράει σκεφτόταν και έτσι πέρασε είκοσι ώρες στο δρόμο.

Πάλι το δικό της είχε γίνει. Δύο μήνες πριν είχαν μάθει ότι ήταν κόρη. Εκείνη ήθελε κόρη, εκείνος ήθελε γιό. Σήμερα…χρόνια μετά…είναι αυτός που πια λέει πως χρειάζεται κρυφή συνταγή για να πετύχεις κόρη με την πρώτη.

Μέρα των εκλογών και το πείσμα της έχει μείνει σε όλων την μνήμη. Με την κοιλιά πήγε να ψηφίσει μόνη της. Και μετά κατευθείαν αεροδρόμιο για να παραλάβει τη μαμά της που ερχόταν. «Γιατί να ανέβω τελευταία στιγμή από το νησί; Γιατί να μείνεις μόνη σου;» αναρωτιόταν η μαμά της. «Μα για να ψηφίσεις» την αποστόμωσε η κόρη που δεν σήκωνε πολλά πολλά…ειδικά πολιτικά. «Και πήγαινε με τον μπαμπά να ψηφίσετε. Κάθε ψήφος μετράει» συμπλήρωσε πριν κλείσει το τηλέφωνο. Το πώς βρέθηκε το εισιτήριο για να ανέβει από το νησί είναι ακόμα και σήμερα ένας άλυτος γρίφος. Μόνη της και πάλι έκανε τα κουμάντα της…και δεν έμαθε ποτέ κανείς.

Όταν πια στο αεροδρόμιο δεν υπήρχε ταξί ούτε για δείγμα…εκεί τα χρειάστηκε. Οι εποχές που οι κόκκινες σημαίες ανέμιζαν είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Τώρα πράσινες…πολλές πράσινες σε οχήματα που κόρναραν και ένας λαός που είχε ήδη δώσει τη ζωή του εργολαβία…χωρίς προκαταβολή. Και πάλι το πείσμα της είχε χτυπήσει…κόκκινο. Κι ας σταματούσαν για να την πάρουν. Εκείνη αρνιόταν πεισματικά.

Μετά; Ε μετά λίγο πολύ η ιστορία είναι γνωστή και προβλέψιμη. Ένας σύντροφος με κόκκινη σημαία βρέθηκε για να τις μαζέψει από το Ελληνικό…το Πασοκ βγήκε πανηγυρικά σε εκείνες τις εκλογές…Εκείνη γέννησε αφού το νταβαντούρι είχε τελειώσει κορίτσι…και εκείνος ο καύσωνας δεν έλεγε να τελειώσει.

Παιδί της πολιτικής και του έρωτα…έμαθα από εκείνη πως αν δεν αλλάξεις τον μικρόκοσμό σου…δεν πρόκειται να αλλάξεις του κόσμο. Και αποστήθισα από εκείνον πως η πολιτική είναι παντού. Σε κάθε έκφανση της ζωής, διέπει και χαρακτηρίζει τα πιο μικρά και τα πιο μεγάλα.

Καλή ψήφο συντρόφια. Να πάτε να ψηφίσετε.

Παρασκευή, Μαΐου 29, 2009

Μπαλαρίνες επιτρέπονται;

Δεδομένου ότι φέτος δεν θα γευτώ για πολύ τις ελληνικές θάλασσες, αποφάσισα να κάνω κάτι για τον εαυτό μου εδώ στο καλοκαιρινό Λονδινάκι. Μεταξύ διπλωματικής, μικρών αποδράσεων και βολταρίσματων, το έφερα από εδώ, το πήγα από εκεί και είπα κομμάτια να γίνει…θα συνεχίσω τα μαθήματα μπαλέτου που είχα σταματήσει στα 9 μου! Τότε έφταιγε η δασκάλα που δεν με ενέπνεε. Σήμερα φταίει το Λονδίνο που δεν έχει δίπλα του τις Σπέτσες και τη Τζιά. Φταίει επίσης που σιχαίνομαι τις πισίνες και δεν τις πλησιάζω. Που έχω πάθει μικροβιοφοβία και βλέπω παντού εστίες μόλυνσης. Το μπαλέτο είναι άκακο. Έτσι το ξαναξεκίνησα. Πήγα και πήρα κορμάκι, φούστα μπαλέτου και παπούτσια…και να σου η καλή σου στο πρώτο μάθημα γιατί δεν είμαι κανένα βλαχάκι να πάω με φόρμες! Μια κούκλα ήμουν, όχι να το παινευτώ.

Ο καθηγητής του πρώτου μαθήματος ήταν πολύ …Bob Marley, με ράστα, με κοιλίτσα, με ιστορίες, με χαβαλέ. Αν ήταν έλληνας θα ήταν «πίνω μπάφους, παίζω προ, χορεύω μπαλέτο». Αλλά δεν είναι. Είναι απίστευτος. Σε αυτό το πρώτο μάθημα τη γλίτωσα. Κάτι που οι ασκήσεις ήταν εύκολες, κάτι που έχω το μπαλέτο μέσα μου…κυλάει στις φλέβες μου, κάτι που μια κοντή χοντρή Αγγλίδα μπροστά μου τράβηξε την προσοχή του και τις παρατηρήσεις του…ζάχαρη την περάσαμε.

Στο δεύτερο τα χρειαστήκαμε. Ο άλλος καθηγητής πολύ στοργικά, σχεδόν φιλεναδίστικα με διόρθωνε, μέχρι που απηύδησε και με ρώτησε αν ήταν το πρώτο μου μάθημα. Του είπα ναι και εκεί που περίμενα την κατσάδα…αυτός ήρθε μου άρπαξε το πόδι και μου είπε ότι έχω πολύ ωραίο κουτουπιέ για μπαλέτο. Το μάθημα ήταν σαφώς πιο δύσκολο αλλά δεν μας πτοούν εμάς τα ζόρια.

Περιττό να πω ότι χορεύαμε με ζωντανή μουσική από πιάνο. Περιττό να πω ότι οι συμμαθήτριές μου οι Αγγλίδες είναι πολύ ξινομούρες…άθλιες γκόμενες κρίμα ρε γαμώτο! Περιττό να πω πως το μέλλον μου προδιαγράφεται λαμπρό και σε έναν, το πολύ δύο μήνες με βλέπω στα Μπολσόι μπαλαρίνα από σόι. Περιττό επίσης να πω πως θα συνεχίσω το blogging αλλά τότε δεν θα έχω πολύ χρόνο γιατί θα τρέχουμε σε περιοδείες, θα χορεύουμε σε όλο τον κόσμο, θα μας ζητάνε αυτόγραφα ο κόσμος, θα γίνεται χαμός για μια παράστασή μας, εγώ θα συνεχίσω να είμαι απλός άνθρωπος όπως και σήμερα, με τις ευαισθησίες μου, με τη χάρη που με διέπει αλλά θα έχω πολλά τρεχάματα. Θα κάνω που και που βέβαια κάποια ανάρτηση και θα ανεβάζω βίντεο από τις παραστάσεις. Μέχρι τότε…έχω λίγο διάβασμα, ένα πλυντήριο που πρέπει να βάλω και ένα κουτί cookies που αγόρασα…χτες και θέλω να τσακίσω. Με λευκή σοκολάτα και αμύγδαλα…εννοείται.

Τετάρτη, Μαΐου 27, 2009

What if this tunnel didn’t end?

Ο writersblokc είναι αυτό που πολύ κυνικά λέμε…τα μεγαλύτερα ταλέντα κρύβονται στους πιο συνηθισμένους ανθρώπους. Είναι αυτό που λέμε…τα μεγαλύτερα όνειρα είναι αυτά που τελικά θα γίνουν πραγματικότητα. Είναι αυτό που λέμε…το λίγο είναι πολύ λίγο και εμείς έχουμε μάθει ότι αξίζει το πολύ. Είναι η γλυκύτητα, είναι το ταλέντο, είναι το χαμόγελο.

Τον πρωτοανακάλυψα όταν μου έστειλε μάιλ με τίτλο πάμε Αγγλία; Τον γνώρισα ντάλα καλοκαιριού στο αγαπημένο μου μπιτσόμπαρο στην Κρήτη και έβαλα τα κλάματα βλέποντας το πρώτο project που έφτιαξε για τη σχολή του εδώ το Σεπτέμβρη ένα βράδυ…που ήταν τόσο εγώ. Επέλεξαν ως καλύτερο ενός Κινέζου έμαθα μετά. Μαλάκες τελείως. Εμένα έπρεπε να ρωτήσουν οι καθηγητές. Πέρασαν οι μήνες…πέρασε ο καιρός και εκείνο το βίντεο έγινε γλυκιά ανάμνηση. Συνηθίσαμε εδώ. Κι εκείνος κι εγώ. Προσαρμοστήκαμε και αγαπήσαμε την Αγγλία ο καθένας με τα δικά του ζόρια και άγχη. Λατρεύω την ανασφάλεια που κουβαλά. Αυτό το πακέτο της εσωτερικής αμφισβήτησης που είναι δώρο θεού και βάσανο μεγάλο.

Όχι, δεν θα πλέξω το εγκώμιο του. Δεν το χρειάζεται. Δεν θα τον κολακέψω. Δεν το έχει ανάγκη. Θα του πω να συνεχίσει. Να προχωρήσει. Και να μου κρατήσει μια θέση στα μεγάλα, στα σπουδαία, στα υπέροχα που η ζωή του επιφυλάσσει.


Υ.Γ. Αυτή την ανάρτηση του την χρωστούσα. Όπως και έναν καφέ. Ευχαριστώ που βρήκες το τραγούδι που έψαχνα! Ευχαριστώ και την Alma Libre που μου το έστειλε σε mp3 για να το βάλω στο ipod μου και να το ακούω στο tube!