Τετάρτη, Νοεμβρίου 25, 2009

25+1

25+1) Το ποστ είναι γεμάτο λίνκια αλλά ότι έχει ο καθένας καλό είναι!

25) Η αγάπη θα σε βρει όπου και να σαι. (Κι ας μεγάλωσα.)

24) Ακόμα κι αν φοβάμαι πως τι θα γίνω άμα δεν μεγαλώσω. Το ένα το άκουσα, το δεύτερο το διάβασα, ε ναι και τα δύο τα αγάπησα. Όταν η Λένα Διβάνη έκανε παρέα στη Χάρις Αλεξίου…μέσα στο δικό μου δωμάτιο. Ή κάπως έτσι.

23) Τελικά ο Λούκι Λουκ δεν έσβησε το τσιγάρο του. Το έκρυψε κάτω από το τραπέζι, να μην το δουν οι μπάτσοι, να μην του κόψουν πρόστιμο. Η Ελλάδα καπνίζει πολύ. Και παντού. Στα μπαρ του Κολωνακίου, στα ψαγμένα μέρη στο Γκάζι, στις καφετέριες στου Ζωγράφου, στα ουζάδικα στα Εξάρχεια, στα φαγάδικα, στο κέντρο, στου Ψυρρή, στο Θησείο, στα τσιπουράδικα στη θάλασσα, στα βλάχικα στη Πεντέλη, μέσα στο ασανσέρ της πολυκατοικίας μου. Μαλάκα γείτονα, δεν θα σε πιάσω; Θα δεις.

22) Οι εκλογές στη Νέα Δημοκρατία με αφορούν και πολύ μάλιστα. Ένας από τους δύο που θα εκλεγεί, μια μέρα θα γίνει πρωθυπουργός μου και θα παίρνει αποφάσεις για μένα. Αδιαφορώ αν η πολιτική τους δεν με εκφράζει. Με αγχώνει ότι κάποια στιγμή θα χρειαστεί να με εκπροσωπήσει στην Ευρώπη και να αποφασίσει για τη δική μου ασφάλιση, το δικό μου εργασιακό, την παιδεία μου. Επιλέγω Ντόρα λοιπόν. Σκέτα και απλά γιατί μια δεύτερη Πολιτική Άνοιξη δεν νομίζω ότι λείπει από τον τόπο. Πόσο μάλλον όταν ο Μάρτης είναι τόσο καιροσκόπος.

21) Έχω σκεφτεί ότι ακόμα και ο Ψωμιάδης θα είναι καλύτερη επιλογή από το Σαμαρά. Όχι, αλήθεια. Ρεεε! Μη γελάς!

19) Πέταξα με την καινούργια Ολυμπιακή. Υπέροχη. Οι αεροσυνοδοί μιλάνε μεταξύ τους στον πληθυντικό, φοράνε στολές της Σήλιας Κριθαριώτη, δεν είναι βαμμένες σαν μπουζουξούδες και ο υπεύθυνος καμπίνας ήταν κούκλος. Α ναι. Δεν είχε καμία καθυστέρηση.

18) Να μην τη φοβάσαι τη γρίπη. Στο λέω εγώ. Που τον τελευταίο χρόνο έχω κάνει πάνω από δέκα αεροπορικά ταξίδια. Που κυκλοφορώ με το μετρό του Λονδίνου καθημερινά. Που μπαινοβγαίνω στα πανεπιστήμια. Που έκανα διακοπές στην Κρήτη το καλοκαίρι. Που δεν εμβολιάστηκα. Που με λένε Σίντυ και είμαι καλά.

17) Είδα το Illuminati. Πόσο Αμερικανιά Θέε μου, πόσο;; Και πόσο δύσκολο να την παρακολουθήσεις χωρίς υπότιτλους τη θρησκεία τους μέσα και το Βατικανό τους πιο πέρα; Και πόσες μέρες έκανα να την τελειώσω γιατί με έπαιρνε ο ύπνος; Τρεις; Ναι, τρεις.

16) Ένας φίλος πονάει. Αλλά όλα περνάνε. Υπάρχει μια μαγική δύναμη που σε ξεκολλάει από αυτόν που σε άφησε. Κι έχουν πει ότι ο πόνος είναι πολύ μεγαλύτερος όταν αυτό που άφησες σε αφήνει τελικά. Με καταλαβαίνεις ή να το αφήσω;

14) ή μήπως τελικά να το πω αλλιώς; Ρε ομορφιά μου, το βήμα της επιτάχυνσης είναι ευθέως ανάλογο με το συναίσθημα της λήθης που προσπαθείς να νιώσεις. Και δεν το λέω εγώ. Ο Κούντερα το λέει. Τουμπεκί τώρα.

12) Προσεχώς…ανάρτηση ταξιδιάρικη, αφιερωμένη στα ελληνικά στρατά του Έβρου. Όχι σε όλα, εντάξει. Στο Θείο μου τον Σκρούτζ – για μια φορά blogger, πάντα blogger - μόνο που αγαπά τα ταξίδια.

10) Ο Παπακαλιάτης πουλάει αυτά που έγραφα πριν από δύο χρόνια και κάνει επιτυχία. Η απιστία πάντα θα είναι must ειδικά στο κουκούλι της ηθικολογίας και του «μη, δεν κάνει, τύψεις, τύψεις, τύψεις» που ζει αυτή η γενιά των 35 και κάτω.

9) Το Λονδίνο είναι υπέροχο. Παγωμένο, χειμωνιάτικο, βροχερό, στολισμένο. Δικό μου. Άνοιξε και η wonderland. Την άλλη εβδομάδα πεζοδρομείται και η Oxford με τη Regent street. Μεγαλεία!

8) Καρδιά μου γιατί οι σχέσεις είναι δύσκολες; Μα γιατί χρειάζονται δύο. Ακόμα κι αν εσύ είσαι ξεκαθαρισμένη πως θες, θες τώρα, τούτη την ώρα που μιλάμε θα πρέπει να το διαπραγματευτείς με τον άλλον. Θέλει; Μήπως φοβάται; Μήπως δεν είναι σίγουρος; Μήπως του έπεσαν βαριά τα γεμιστά, μισό να τελειώσει το Champions league και το ξαναπιάνουμε; Όχι ο αγώνας, η σεζόν καλέ. Τη δυσκολία της σχέσης έρχεται να λύσει ο χωρισμός. Την απόφαση την παίρνεις μόνη σου. Αϊ σιχτίρ πια. Τα καλύτερα μου χρόνια έφαγες.

7) Την προηγούμενη εβδομάδα κάναμε επανάληψη στο σύνθημα «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία.» Ψωμί για τους 600 μετανάστες που ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες στο παλιό Εφετείο των Αθηνών. Παιδεία, που ΔΕΝ είναι η κατάργηση της βάσης του δέκα και η ίδρυση μερικών ακόμα ιδρυμάτων στις ραχούλες της χώρας. Αυτό λέγεται εξαγορά ελπίδων με ένα πάπυρο περιεχομένου ευτελούς αξίας. Ελευθερία που είναι να θες να πεις, πόσο ντρέπεσαι ως γενιά μετά το Πολυτεχνείο που η Μαρία του Πολυτεχνείου πάει στη Κομισιόν. Η Μαρία των τριών πολιτικών κομμάτων που βουλευτής από τα 25 της, με τα Αρμάνι της, θα γίνει επίτροπος. Ίσως τελικά κρίμα που δεν έγινε και Υφυπουργός στο παλιό Δικαιοσύνης. Το είπα. Ωραία.

6) Είδα το Κύμα (Die Welle). Μια γερμανική ταινία, από αυτές που το filmnet προβάλει στις 6 το πρωί. Πως γεννιούνται οι δικτατορίες. Πως χειραγωγούνται τα πλήθη. Πως ένας δάσκαλος γίνεται θύμα του ίδιου του πειράματός του. Άραγε υπάρχει έστω και ένας καθηγητής που να τρέμει την δύναμη που δυνητικά μπορεί να ασκήσει πάνω σε εφηβικές ψυχές;

5) Πρόσεξες λατρεμένε αναγνώστη ότι έλειπαν το 20, το 15, το 13, και το 11; Δεν είχα τι να γράψω, μην φωνάζεις!

4) Και μια πολύ σημαντική απορία. Μπορεί κάποιος να μου πει πόσο κοστίζει το κιλό το υπέρβαρο στις πτήσεις εξωτερικού; Με ένα νούμερο αλλιώς αν μπορεί να μου μετατρέψει το 1.5% of the fare της ΙΑΤΑ σε ευρώ θα ήμουν ευγνώμων.

3) Και μια ακόμα. Πως μπορώ να κάνω το blog τρίστηλο χωρίς να του τινάξω τα μυαλά στον αέρα;

2) Μια φίλη μου λείπει πολύ. Χρόνια πολλά καρδιά μου. Της Αγίας Αικατερίνης σήμερα. Της μεγάλης, της ωραίας, της σπουδαίας. Της Κατερίνας μου.

1) 25 + 1 μέρες μακριά από το ιστολόγιο. Με τα δάχτυλα μπλεγμένα μπροστά από το πληκτρολόγιο. Δεν ήταν κι άσχημα. Καλώς σας ξαναβρήκα.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 30, 2009

Εξάρχειο μου εσύ...!

Εκεί γεννήθηκα. Εκεί μεγάλωσα. Για να είμαστε ειλικρινείς εκεί βρήκαν το πρώτο τους τριάρι εκείνοι. Στο κέντρο, κοντά στην αριστερή τους ιδεολογία…ένα βήμα από τη μποέμικη τους ζωή…μια ανάσα από το Πολυτεχνείο…. Δίπλα πες καλύτερα καλέ. Α ναι. Και πολλά βήματα μακριά από τα σόγια. Στα Εξάρχεια. Εκεί οι πρώτες βόλτες…στο Λόφο του Στρέφη, στην Καλλιδρομίου, στην πλατεία. Τριάρι ευήλιο, ευάερο, πρώτου ορόφου με δύο μπαράκια από κάτω. Ένα στο σαλόνι, ένα στο υπνοδωμάτιο. Μια ταβέρνα απέναντι…φαινόταν από την κουζίνα. Τις βραδιές του παιδικού, το πικ απ έπαιζε λαμπάντα. Τα απογεύματα του καλοκαιριού πετούσα κουκούτσια κεράσια στους περαστικούς. Και λίγο μετά στο νησί εξέλιξα τη ζαβολιά και τους έβρεχα με το λάστιχο. Ονειρεμένες εποχές.

Εκεί γεννήθηκα. Εκεί μεγάλωσα. Λάτρευα τον παπαγάλο του Άσημου, αλλά τον ίδιο τον έτρεμα. Πιτσιρίκι κρυβόμουν πίσω από εκείνη, να περάσουμε γρήγορα, «μαμά γιατί κολλάει στο δρόμο σελοτεϊπ;». Έμαθα τα ναρκωτικά από νωρίς. Όταν πριν ακόμα πάω σχολείο, η μπάλα μου καρφώθηκε σε μια σύριγγα και μου ζήτησαν να μην τη πιάσω.

Εκεί γεννήθηκα. Εκεί μεγάλωσα. Αλήθεια σου λέω. Θυμάμαι κάθε χρονιά στο Πολυτεχνείο…η ιεροτελεστία η ίδια. Ένα πέρασμα από εκεί και με τους δύο. Και μετά να κρύψει ο μπαμπάς το αυτοκίνητο. Το βράδυ θα περνούσαν οι αναρχικοί από το δρόμο. Νόμιζα ότι ήταν γνωστοί μας. Αλλά δεν ήταν. Ήταν όμως πιστοί στο ραντεβού τους. Κι εμείς δεν το είχαμε ξεχρεώσει ακόμα.

Έφυγα κάπου στο δημοτικό. Ένα σαββατοκύριακο ξαφνικά. Αφήσαμε πίσω το Σάββα με τα εσώρουχα, τον Θανάση τον κρεοπώλη, τον περιπτερά που τους προμήθευε Marlboro. Την Δευτέρα γύρισα στο ίδιο σχολείο από άλλο σπίτι. Και ήμουν ανάμεσα σε αυτούς που δεν είχαν κάνει την εργασία. Όλοι είπαν τη δικιά τους δικαιολογία. Εγώ είπα την αλήθεια. Εγώ κυρία έχασα την εκφώνηση στη μετακόμιση. Συγγνώμη.

Έκανα πολλά χρόνια να γυρίσω. Ή μάλλον ξαναγύρισα φοιτήτρια πια. Ένα βράδυ από τα πρώτα που είχα πάρει το δίπλωμα…μόνη μου πια. Οι δρόμοι είχαν χαραχτεί στο μυαλό μου. Πέρασα κάτω από το σπίτι μου. Τα φώτα ήταν αναμμένα αλλά κάποιος άλλος έμενε τώρα εκεί. Έστριψα στο νεοκλασικό της γωνίας. Αν ποτέ βγάλω λεφτά…πολλά λεφτά όμως εκείνο το νεοκλασικό θέλω να αγοράσω. Και να γυρίσω εκεί.

Εκεί πήρα και ένα από τα πιο έντονα φιλιά. Στη πλατεία. Ξημερώματα. Μέσα στα φώτα έτσι για αντιπερισπασμό. Εκεί έδωσα και μια τεράστια αγκαλιά. Εκεί…ναι έπιασα ένα χέρι ζεστά. Εμείς δεν είχαμε μιλήσει για Μαρξισμό εκείνο το βράδυ. Δεν είχαμε μεθύσει με ιδεολογίες. Δεν είχαμε συζητήσει τα αίτια της κατάρρευσης των κομμουνιστικών καθεστώτων ούτε φυσικά το μέλλον της Αριστεράς. Πολύ εναλλακτική για τα γούστα του. Πολύ κνίτης για τα δικά μου. Πολύ υπέροχο το φιλί μας.

Και το Λυκαβηττό γι αυτό τον λατρεύω. Γιατί βλέπω τα Εξάρχεια από ψηλά. Γιατί κατηφορίζοντας με το αμάξι μετά πάντα περνάω από εκεί. Από τη γειτονιά μου. Από το σπίτι μου. Από το άβατο μου.

Ξαναπέρασα προχτές. Στα γνωστά μου στέκια…Αστυνομία παντού. Ματ παντού. Αλήθεια θα σου πω. Δεν ένιωσα ασφάλεια. Ένιωσα φόβο. Ένιωσα ότι ο τόπος μου αλλάζει. Τα μέρη μου…η παιδικότητά μου. Και με τρομάζει. Λίγο μετά… 6 αστυνομικοί γαζώθηκαν από επαναστάτες. Μα οι επαναστάτες καρδιά μου…δεν σκοτώνουν…μόνο σκοτώνονται μάτια μου. Να το θυμάσαι αυτό.

Σ’ όσους σπάσανε – σ’ όσους κρατάνε.

Κουρελιασμένοι απ' τ' αγριεμένα κύματα
πεταμένα υπολείμματα για πάντα από δω και μπρος
στο σκοτεινό θάλαμο της γης
με ισκιωμένο το μυαλό
απ' το ξέφρενο κυνηγητό
τις ασάλευτης πορείας των άστρων
οι τελευταίοι
απόθεσαν το κουρασμένο κεφάλι τους
θυσία
στην τελετουργία των ανεμοστρόβιλων καιρών.
Κι άνθρωποι δεν υπήρχανε.
κι ένα άσπρο χιόνι σιωπής
σκέπασε οριστικά τις βυθισμένες πόλεις...


Και η Θεία Σοφία...μια από τα ίδια.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 26, 2009

Μια τζούρα ακόμα. Μια τελευταία.

Μην μου πεις ότι δεν το θυμάσαι. Δεν θα σε πιστέψω. Τη γεύση του. Τον καπνό που σχημάτιζε. Το άγχος που έκρυβε. Το σύννεφο που κάλυπτε την αγωνία στο βλέμμα και δεν άφηνε μετέωρα, σχεδόν εκτεθειμένα τα χέρια. Πες μου ότι το θυμάσαι.

Σε εκείνη τη γωνία Ναυαρίνου και Ιπποκράτους θαρρώ. Είχε μπει ο χειμώνας για τα καλά, το πράσινο παλτό σου πήγαινε μούρλια, τα μάγουλα αναψοκοκκινισμένα από το κρύο. Η ανάσα έβγαζε αχνούς από το παγετό και το τσιγάρο. Ήσουν όμορφη. Η αμηχανία κρυβόταν καλά πίσω από το τσιγάρο. Είχες ήδη κάνει δύο. Θα έκανες ακόμα ένα και μετά θα έφευγες. Σιχαινόσουνα τα τετελεσμένα. Μισούσες τους κανόνες. Αυτή η σχέση δεν τους σήκωνε αλλά εσύ, ναι εσύ περισσότερο από όλους είχες κουραστεί. Πόσο κρατά ένα τσιγάρο; 4 – 5 λεπτά; Σκάρτα. Σύνολο τρία τσιγάρα. Περίπου…15 λεπτά. Φτάνει σκέφτηκες. Πάτησες τη γόπα με τη καφέ καστορένια γόβα και ανηφόρισες. Στην πρώτη κλούβα με ματατζήδες που συνάντησες ρώτησες που υπάρχει ψιλικατζίδικο εδώ κοντά. Δυό στενά πιο πάνω σου είπαν και έφυγες. « Ένα lucky strike silver μου δίνετε σας παρακαλώ;» Θυμήθηκες τώρα;

Ήταν εκείνος ο Ιούνιος, πάνε χρόνια, δεν γίνεται να το ξέχασες. Η εποχή του μεγάλου έρωτα με εκείνη την καθηγήτρια Αγγλικών. Που μετά μετατέθηκε στη Ρόδο. Και έτσι την έχασες. Για χάρη της διάβαζες μερόνυχτα. Έβγαιναν οι βαθμοί τότε, θυμάσαι; Η ζέστη αφόρητη, η κάψα αφόρητη, ο έρωτας αφόρητος. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας μέγγενη. Η ζέστη έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο, τα τζιτζίκια ούρλιαζαν μες στο καταμεσήμερο. Από μαύρο πρόβατο της οικογένειας είχες μετατραπεί σε φωτεινό παράδειγμα. Ότι σιχαινόσουνα δηλαδή. Όλοι οι περιορισμοί είχαν αρθεί, μπορούσες να βγεις, να ξενυχτήσεις, να φλερτάρεις. Το μυαλό σου σε κείνη. Το μυαλό της πιθανότατα σε κάποιον άλλο. Δεν έβγαινες και απέφευγες όλες τις πιτσιρίκες που σε περιτριγύριζαν. Μόνο κάπνιζες. Εκείνα τα Marlboro τα σκληρά. Σε πείραζαν στο λαιμό αλλά δεν το κοβες το ρημάδι. Περισσότερο από όλα σε χάλαγε η εικόνα σου. Όλοι πίστευαν πως θα αλλάξεις τον κόσμο. Κι εσύ από μέσα σου μουρμούριζες πως εδώ δεν μπορείς να αλλάξεις τον ρημαδό – μικρόκοσμό σου. Έτσι για αρχή. Θυμήθηκες;

Έβρεχε. Και έκανε κρύο. Υπήρχε υπόστεγο αλλά τι να προφυλάξει μου λες; Σε λίγο χάραζε. Μια από εκείνες τις πτήσεις που πετούσαν αξημέρωτα σε περίμενε. Ντυμένος αθλητικά. Με ένα μπουφάν καφέ και ένα σακίδιο στον ώμο. Όλη νύχτα στο πόδι. Είχες τρεις μήνες να κατεβείς Ελλάδα. Σου είχε λείψει η αγκαλιά αλλά δεν το παραδεχόσουνα. Ίσως γιατί είχες μάθει πως ένα πρόβλημα ξεκινά τη λύση του από την παραδοχή. Κι εσύ δεν ήθελες. Δεν είχες το κουράγιο να παραδεχτείς το οτιδήποτε. Στο check in γινόταν χαμός. Έτσι είναι πάντα με τις low cost εταιρίες. Που πάει όλος αυτός ο κόσμος. Λίγο σε απασχολούσε. Τα φώτα σε απασχολούσαν. Το σκοτάδι που είχε έξω ήθελες να μεταφέρεις μαζί σου. Είχες βγει για ένα τελευταίο τσιγάρο πριν χωθείς στα άδυτα του αεροδρομίου. Εκεί που το κάπνισμα απαγορεύεται αυστηρά. Μια τζούρα ακόμα. Μια τελευταία. Θυμάσαι καλέ;

Λυκαβηττός. Κουτάκια μπύρας. Σχεδόν καλοκαίρι. Παραλίγο φθινόπωρο το λες. Καθισμένες στο πεζούλι και οι τρεις. Δίπλα κι άλλες παρέες και παραδίπλα ακόμα κι άλλες. Οι καύτρες των τσιγάρων μοιάζουν με τα φωτάκια απέναντι. Θέλω να σας πω κάτι…ξεκινούσε η κάθε εξομολόγηση. Μια γάτα περνά χωρίς να δώσει καμιά σημασία. «Δώσε μου ένα τσιγάρο, ρε.» «Πάλι τράκα;» Η καθεμιά λέει τα δικά της. Με τη σειρά. Οι άλλες σχολιάζουν. Μετά έρχεται η σειρά τους. Και οι δίπλα για ερωτικά μιλάνε. «Μην πετάξεις τη γόπα στα ξερά. Δεν θα το αντέξω να μας πάνε μέσα για εμπρησμό.» «όλο εξυπνάδες είσαι.» «Κι εσύ είσαι κακή επιρροή». «Πάρε και κάτι θετικό. Νυσάφι. Τόσα μου έδωσε ο Θεός. Τα στραβά πας και υιοθετείς.» «Πάμε για βρώμικο;» «Μιχαλακοπούλου; Μέσα» «Μισό, μισό, να κάνω το τσιγάρο.» Θυμάστε; Θυμάστε ή τσάμπα πίνω;

Ένα μήνα στην Αθήνα. Σχεδόν. Κυκλοφόρησα πολύ, γύρισα σχεδόν παντού και δεν πέτυχα ούτε ένα μαγαζί στο οποίο να απαγορεύεται το κάπνισμα. Τουλάχιστον στις παραπάνω αναρτήσεις το κάπνισμα δεν βλάπτει σοβαρά την υγεία. Ή μήπως όχι; Μήπως πολύ περισσότερο βλάπτει ο έρωτας; Πάντως…κάπου είμαι εγώ…και κάπου εσύ. Ναι εσύ. Εσύ που διαβάζεις αυτή την ανάρτηση. Μήπως έχεις αναπτήρα, μωρέ;

Τετάρτη, Οκτωβρίου 21, 2009

…to be continued…

Λένε ότι ο χρόνος είναι πανδαμάτωρ. Λένε ότι ο χρόνος όλα τα νικά. Λένε ότι ο χρόνος είναι ο μεγαλύτερος γιατρός. Λένε ότι ο χρόνος είναι ο πιο πιστός σύντροφος και ο πιο εκδικητικός εραστής. Σκοτώνει τον έρωτα…πάλι λένε. Λένε επίσης πως οι έρωτες είναι συμβάσεις ορισμένου χρόνου…με ημερομηνία λήξης δηλαδή. Ψέματα. Αυτό εγώ το έχω πει. Λένε, λένε, λένε…εντάξει κάτι έχω πει κι εγώ μέσα σε όλα αυτά.

Λάθος. Έχω γράψει καλύτερα. 172 αναρτήσεις συνολικά. 173 μάλλον, με αυτή που τώρα είναι στα σκαριά. Δυο χρόνια blogging ακριβώς. Δύο απίστευτα χρόνια. Γεμάτα, πλούσια, απλόχερα, όμορφα, ζόρικα, αγαπησιάρικα….δεν τολμώ να το πω – μοναδικά. Το είπα.

Γυρίζω πίσω, ξαναδιαβάζω, θυμάμαι, γελάω, συγκινούμαι και ξαναερωτεύομαι αυτά που έχω ήδη αγαπήσει.

Δυό χρόνια blogging λοιπόν. Ε και θα μου πείτε; Να μωρέ…έτσι. Σας απαντώ.

Σας φιλώ

Και σας ευχαριστώ. – γιατί ήσασταν εκεί…στα ξενύχτια μου, στα ζόρια μου, στα δάκρυά μου, παρέα στα όμορφα, αγκαλιά στα ερωτικά, συντροφιά στα μακρινά.

Υ.Γ.1. Η φωτογραφία; Μια από τις βραδιές που πέρασε βολτάροντας στη νυχτερινή Αθήνα.

Υ.Γ.2. Ζαχαροπλαστείο δεν πρόλαβα ανοιχτό. Σερβιριστείτε από την κάβα που διαθέτει άφθονη το μαγαζί και ας μου βάλει κάποιος ένα Μαρτίνι.

Υ.Γ.3. Εσύ…ναι εσύ. Κάτσε παρέα. Να κάνουμε ένα τσιγάρο μωρέ.


Παρασκευή, Οκτωβρίου 16, 2009

Εδώ κοιμάμαι κι όχι εκεί που χρόνια μένεις.

Τρίτη μεσημέρι στο νησί. Στο κομμωτήριο για την ακρίβεια. Ναι, το έχω το χούι γαμώτο. Κουρεύομαι σε συγκεκριμένο κομμωτήριο στο νησί. Και μόνο. Που το έχει μια γερμανίδα. Που παίρνει υπαλλήλους επίσης γερμανίδες ή Αυστριακές που έχουν παντρευτεί Κρητικούς – έστω Έλληνες ας μην τα χαλάσουμε εδώ. Τις λατρεύω. Κάθομαι με τις ώρες και ακούω τις ιστορίες τους. Πως είχαν πρωτοέρθει εδώ, πως ο έρωτας τους χτύπησε την πόρτα και έμειναν στο νησί. Πως ο ρατσισμός τους έκανε μετά από λίγο ποδαρικό. Πως τους έκλεβε ο μανάβης επειδή δεν μιλούσαν Ελληνικά. Τις πάω με χίλια. Επειδή είναι αντράκια. Κι ας μην είναι το θέμα μου.

Τρίτη μεσημέρι στο νησί λοιπόν. Έχω αφήσει τις φίλες μου σπίτι να κοιμούνται. Ξενύχτι το χτεσινό…από τα λίγα. Εύχομαι από μέσα μου να ξεμπερδέψω γρήγορα…αλλά βδομάδα του δεκαπενταύγουστου γαρ…η χαρά της ανταύγειας και της μαύρης ρίζας σε πλατινέ μαλλί κάνει παρέλαση. Θα ξεμπερδέψω δεν μπορεί, θα έρθουν καλύτερες μέρες. Τίποτα. Η ελευθεροτυπία μου κρατά παρέα. Μια κυρία με αλουμινόχαρτα στα μαλλιά με πλησίασε απειλητικά αλλά την αναχαίτισα. Η εφημερίδα…ακόμα στα χέρια μου. Έχω διαβάσει τα πάντα. Μέχρι τους γάμους, τις βαφτίσεις και φυσικά τα διανυκτερεύοντα φαρμακεία της Αττικής!! Κι εκεί την βλέπω. Πρέπει να ήταν η πρώτη αγγελία για επάνδρωση του ΠΑΣΟΚ. Για υποστήριξη του κοινοβουλευτικού έργου έλεγε. Στείλτε βιογραφικά έλεγε. Μέχρι 18 Σεπτέμβρη έλεγε. Κάτι παραπάνω δεν έλεγε. Μπορεί να έψηνες καφέδες, μπορεί να σήκωνες τηλέφωνα, μπορεί να σφουγγάριζες σκάλες, μπορεί να έγραφες τους λόγους του Γιώργου σαν άλλη Τίνα, μπορεί να τύλιγες σάντουιτς με διπλή μορταδέλα στον Πάγκαλο – μην του θυμίσετε τον Οτσαλάν…δεν θα θελα. Ευχαριστώ.

Κι όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις πήρα τηλέφωνο εκείνον που έχει μάθει να με αντέχει καρτερικά γιατί του είπανε ότι ο έρωτας είναι τυφλός οπότε αυτός ακόμα με ακούει. Μπορεί να μην με ακούει κιόλας αλλά δίνω μικρές πιθανότητες σε αυτό. «Ζητάνε κόσμο στο ΠΑΣΟΚ.» «Το είδα». Γαμώτο. Ποτέ δεν αιφνιδιάζεται.

Μετά ήρθαν κι άλλες τέτοιες αγγελίες με καλύτερη αυτή για τη στελέχωση των γενικών γραμματέων και δεν συμμαζεύεται. Από τις 85 θέσεις, διάλεξε 5. Ωραία. Φιγουρατζίδικα. Λαμπερά. Σχεδόν ιλλουστρασιόν. Καλά τα λες. Τρέλα, δεν τα λες. Θα φτιάξουν ελπίζεις. Εύχεσαι. Περιμένεις.

Περιμένω. Αυτή η αξιοκρατία να χτυπήσει κι άλλους τομείς. Με πρώτο και καλύτερο το ελληνικό πανεπιστήμιο. Γίνομαι γραφική. Το ξέρω αλλά δεν θα σταματήσω να το λέω. Στο ελληνικό πανεπιστήμιο οπού το διδακτορικό θεωρείται πολυτέλεια, σχεδόν χόμπι των ελαχίστων που φυσικά δεν αμείβεται. Δεν αμείβεται. Μονάχα επιβραβεύεται από υποτροφίες πείνας και ερευνητικά προγράμματα, φέξε μου και γλίστρησα. Το ίδιο διδακτορικό, μα το ίδιο όμως – πόσο μικρός είναι ο κόσμος - στο Λονδίνο αξιολογείται στα 100.000 ευρώ σχεδόν ή τόσα θα σου δώσουν για να το κάνεις. Αδικία.

Στο ελληνικό πανεπιστήμιο οπού οι θέσεις εργαστηριακού προσωπικού απαιτούν μπάρμπα στη Κορώνη με φωτογραφικές προκηρύξεις και γαλανά μάτια. Μισθούς χαμηλούς…αν τα καταφέρεις και προσληφθείς. Δηλαδή, ο τομέας να ζητήσει πλήρωση θέσης, η γενική συνέλευση να εγκρίνει, εσύ να είσαι ο άνθρωπός τους και πάει λέγοντας. Όχι λέγοντας. Αντέχοντας. Ανεχόμενος. Μετοχές και οι δύο στο ελληνικό πανεπιστήμιο που δεν θα κάνουν ποτέ τζίρο. Η ίδια θέση στο Newcastle χάριζε μισθό 3.300 ευρώ το μήνα. Αποστείλατε βιογραφικό. Χρώμα ματιών δεν χρειάζεται. Μπάρμπας στη Κορώνη δεν απαιτείται.

Ελπίζω. Περιμένω. Ή μάλλον…για να είμαι ειλικρινής, κάνω απλά υπομονή. Και δεν είμαστε πάτσι. Καθόλου όμως. Ελλάδα...χρωστάς. Όχι μόνο σε μένα. Σε πολλούς. Η εποχή των γαλάζιων και των πράσινων παιδιών έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Σειρά να παίρνουν και οι υπόλοιποι. Οι άλλοι. Αυτοί που δεν έχουν φιλήσει κατουρημένες κομματικές ποδιές.

Σάββατο, Οκτωβρίου 10, 2009

Εμπνευσμένο...σχεδόν κλεμμένο.

(Ναι μωρέ. Το ξέρω. Αν για κάτι δεν φημίζομαι…είναι τα διαδικτυακά μου αντανακλαστικά. Δεν το έχω. Δεν. Αδιόρθωτα ασυνεπής…σχεδόν σε σημείο παρεξήγησης. Αυτή την ανάρτηση μου τη σφύριξε ένας καλός φίλος που ξέρει ότι ζω στο δικό μου κόσμο. Μπες…μπες να τη διαβάσεις. Και μπήκα. Και συγκινήθηκα. Και είδα τόσο πολύ εμένα πίσω από αυτόν. Σχεδόν τον αγκάλιασα. Σχεδόν τον ένιωσα δίπλα μου.

Και είναι αυτά τα παιχνίδια της τύχης…τόσο αστεία…τόσο παιχνιδιάρικα. Η ανάρτηση αυτή ήρθε μια μέρα μετά τις εκλογές. Με μένα σε όχι και τόσο καλή διάθεση. Μα πας για εξέταση σε γυναίκα βουλευτού της Νέας Δημοκρατίας…έστω και πρώην μια μέρα μετά την συντριβή; Δεν πας. Εγώ πήγα. Τίποτα ανησυχητικό…χρειάζεστε απλά παρακολούθηση…και εξετάσεις κάθε μήνα…να περνάτε να σας βλέπω…όχι προς το παρόν καλό είναι να μείνετε για λίγο Ελλάδα. Με έπιασε το παράπονο. Μα…δεν έχει μα.

Το πήρα απόφαση, έκανα τα παζάρια μου…τον άλλο μήνα θα φύγω. Ναι, θα κατέβω για εξετάσεις. Σιχαίνομαι τις σύριγγες κάτι σε πιο λάιτ για μένα έχετε; Δεν είχαν.

Κι έτσι έκατσα να γράψω κι εγώ το εμπνευσμένο σχεδόν κλεμμένο λονδρέζικο παραμύθι μου. Αυτό μωρέ. Της Σταχτοπούτας ντε. Που έχασε το γοβάκι της κάπου ανάμεσα στη Baker street και τη Marylebone.)

Στο Λονδίνο δεν είχα ξαναπατήσει ποτέ πριν τις σπουδές. Λίγο πριν ανεβώ πάνω είχα σκεφτεί να πάω απλά για να δω την πόλη. Κι αν δεν μου αρέσει; Δεν το ρίσκαρα. Μια και καλή.

Θυμάμαι σαν σήμερα την άφιξη μου. Δυο ξέχειλες βαλίτσες, ένα λάπτοπ και μια eastpack στον ώμο. Υπέρβαρο στην Ολυμπιακή που δεν πληρώσαμε…και τρία μπουκαλάκια κρασί που ήπιαμε για να περάσει η πτήση. Και μετά η άφιξη στο Heathrow. Η εγκατάσταση στην εστία που ήρθε δυό μέρες μετά. Οι δύο μέρες χωρίς ίντερνετ και η πρώτη νύχτα που κοιμήθηκα μόνη με το φως του γραφείου ανοιχτό.

Μετά ήρθε η σχολή. Η πρώτη μέρα μέσα σε τάξη ξανά. Ένας βοηθός ξεκίνησε να κάνει τα μαγικά του. Οι Έλληνες που μαζεύτηκαν στο τμήμα…φιγούρες ενός εκπαιδευτικού συστήματος τελείως διαφορετικού που ζορίστηκαν να ενσωματωθούν….μένοντας σχεδόν εκτός.

Θυμάμαι τα πρώτα μου ψώνια για να φτιάξω το δωμάτιο. Με το δικό μου χρώμα. Η τεράστια ασπρόμαυρη αφίσα ενός ζευγαριού κάπου στα στενά του Παρισιού να φιλιέται με πάθος. «Le baiser». Οι φωτογραφίες των δικών μου ανθρώπων στο τοίχο. Τα αρωματικά κεριά κι ας απαγορεύονταν. Οι Έλληνες της εστίας…που θύμιζαν κουτσομπόληδες ενοίκους ελληνικής πολυκατοικίας. Τους μισούς δεν τους γνώρισα ποτέ. Τους άλλους μισούς τους απέφυγα με την εσκεμμένη σνομπαρία μου.

Καμιά φορά λες ο χρόνος είναι αργός. Στη δική μου περίπτωση ήταν απλά ανελέητος. Μίσησα τα αεροδρόμια αυτό το χρόνο. Μίσησα τις αποβάθρες τρένων που πάντα έπαιρναν πίσω αυτούς που για λίγο έρχονταν να μου θυμίσουν ότι η αγάπη και η φιλία αντέχουν ακόμα και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Μίσησα αυτή την προσμονή της άφιξης και αυτό το κενό της αναχώρησης. Τα μελομακάρονα που μου έφεραν οι κολλητές μου λίγο πριν τα Χριστούγεννα.

Λάτρεψα τους καινούργιους ανθρώπους που γνώρισα. Αυτούς που είχαν υπερχρεωθεί με δάνεια από χώρες της Λατινικής Αμερικής για να κάνουν αυτό το Μάστερ. Αυτούς που μαζεύτηκαν από κάθε πλευρά του πλανήτη και αγάπησαν τη μπύρα μόνο και μόνο για την παρέα μετά τη σχολή. Λάτρεψα εκείνη που ήταν πάντα δίπλα μου στα δύσκολα. Ελληνίδα από τις λίγες. Που μου έμαθε ότι αν δεν πιάσεις τη ζωή από τα χέρια δεν είναι ζωή αλλά σύμπτωση. Που έχει ζήσει μια ζωή που ελάχιστοι έχουν ακουμπήσει. Επιστήμονας στον τομέα της με υποτροφίες, με διακρίσεις, με περγαμηνές. Χορεύτρια από τις μεγάλες. Που δουλεύει από μικρή χωρίς να βάζει ταμπέλες. Στα μπουζούκια, στα γήπεδα, σε εταιρίες. Μάγκας, μάγκα μου. Τα ζόρια της…μόνο με τον Παπαστράτο τα ξεπερνούσε. Στο δωμάτιό της.

Και μετά οι πρώτες εξετάσεις. Που θύμιζαν τόσο εξετάσεις proficiency. Μικρά θρανιάκια, ένα τεράστιο ρολόι, σκληρή επιτήρηση, έλα μωρέ θα αντιγράψουμε έλεγαν οι έλληνες. Δεν αντέγραψαν. Και φυσικά 3 στους 5 κόπηκαν. Θυμάμαι το άγχος μου. Πρώτη φορά να γράψεις σε συγκεκριμένο χρόνο στα Αγγλικά, με ορολογία, με άγχος. Δεν θα ξεχάσω ποτέ. Σε μια ερώτηση αρχίζω και αναλύω, αναλύω, αναλύω τα τεχνικά χαρακτηριστικά που μου ζήτησαν. Κάπου το μυαλό κόλλησε. Γαμώτο. Βάζω αστερίσκο και δηλώνω ειλικρινά πως τη λέξη…δεν τη θυμάμαι. Οι καθηγητές τον εκτίμησαν. Με πέρασαν πανηγυρικά.

Μετά ήρθε η διπλωματική. Ένας Ιούλιος που δεν θέλω να θυμάμαι. Κλεισμένη στο σπίτι όλη μέρα. Παντελώς μόνη με μόνη έξοδο τη βόλτα από το σούπερ μάρκετ σε ένα βροχερό Λονδίνο. Έπρεπε να προλάβω. Να παραδώσω. Ακατάδεκτη από τη φύση μου, είδα άπειρες χαραυγές για να προλάβω. Να προλάβω. Και πρόλαβα. Και πήρα και άδεια από τη σημαία. Κανείς δεν το πήρε είδηση. Κατέβηκα στο νησί και γέμισα μπαταρίες. Μετά πίσω με πολλή περισσότερη όρεξη.

Είμαι πολύ ευχαριστημένος που διάβασα τη διπλωματική σου. Θα σε πείραζε να έβαζα το όνομά σου στη δημοσίευση που θα κάνω πάνω στη δουλειά που έκανες; Μου είπε ο καθηγητής μου την τελευταία μέρα που συναντηθήκαμε. Κόντεψα να βάλω τα κλάματα. Σας ευχαριστώ μόνο κατάφερα να του πω. Έβλεπα την εκτίμηση μέσα στα μάτια του. Θα κρατήσουμε επαφή. Ότι χρειαστείς…εδώ είμαι μου είπε. Και είναι.

Πέρασε ο χρόνος. Ούτε που το κατάλαβα. Με βόλτες, με ταξίδια, με διάβασμα, με έρωτα. Πέρασα ζόρικα. Ενηλικιώθηκα. Πάτησα στα πόδια μου και απέδειξα την αξία μου. Αγάπησα το διαφορετικό, λάτρεψα το αγγλικό, έμαθα να μην ανέχομαι τα μισά. Και πίστεψα σε όλα και όλους που με έκαναν αυτό το χρόνο, αυτό που είμαι σήμερα.

Λονδίνάκι κι εγώ σ’ αγαπώ.

Κυριακή, Οκτωβρίου 04, 2009

Πέμπτη, Οκτωβρίου 01, 2009

Προεκλογικά...σχεδόν φυσικά.

Δευτέρα 21:45 Αττική Οδός.

Λίγη μόνο ώρα μετά την προσγείωση και λίγο πριν τα διόδια από Αεροδρόμιο. Ο δρόμος σχεδόν άδειος. Στην στροφή προς Ελευσίνα, όχι για Μαρκόπουλο μια τεράστια γιγαντοαφίσα του Καραμανλή κοσμεί το τοπίο. Το Photoshop έχει κάνει τη δουλειά του. Μοιάζει με 20χρονο Δαπίτη ΤΕΙτζή– δηλαδή μικρότερο από μένα – μπουνταλά τελείως που έχει πάει με τους γονείς στο γάμο του ξαδέρφου του Τάκη. Εμφανώς χαίρεται για την τύχη του Τάκη που πήρε την Ελενίτσα που είναι καλή κοπέλα και έχει μεγάλο και πλούσιο μπούστο, αφετέρου σκέφτεται το φαγητό που θα ακολουθήσει στο γλέντι στα βλάχικα. Κάτι το κοκορέτσι, κάτι τα ψητά, κάτι τα καλαματιανά, και λίγο η αδερφή της Ελενίτσας με το εξίσου μεγάλο μπούστο του προσφέρουν αυτή τη χαρωπή εικόνα της ονειροπόλησης που αν δεν έγραφα δημόσια θα το ονόμαζα «ονείρωξη έφηβου 16χρονου» που κρύβει τις τσόντες κάτω από το στρώμα – και δεν τις κρεμά σημαίες στο μπαλκόνι σαν κάτι άλλους κομμάτι πιο απελευθερωμένους, που δηλώνουν γενιά του Πολυτεχνείου που δεν μασά από αυτά. Το ελαφρώς συνοφρυωμένο βλέμμα κρύβει τσαντίλα για τη μάνα του που με το ζόρι του φόρεσε ντε και σώνει τη γραβάτα – αυτός δεν ήθελε, το κερατό του μέσα και το ματς του Πανιωνίου που χάνει τούτη την ώρα. Τα έχει πάρει λίγο ακόμα βέβαια γιατί η μάνα του κατάσχεσε το κασετοφωνάκι που είχε πάει να πάρει μαζί του. Τον έχει αναγκάσει να φορέσει και σακάκι για να μην φαίνεται η στάμπα από κέτσαπ – μουστάρδα από το τριπλό hot dog που έφαγε για να του κόψει τη λιγούρα με τέσσερα λουκάνικα Νίκας μέσα σε πολύσπορο ψωμάκι για να μην παίρνει τσάμπα θερμίδες.

Δευτέρα 22:02 Είσοδος Πολυκατοικίας

Η πόρτα ίσα με το ζόρι που ανοίγει – έχει μπουκώσει από τα προεκλογικά φυλλάδια του Παπαθανασίου. Και εδώ το Photoshop έχει κάνει θαύματα. Ο Παπαθανασίου φαίνεται σαν πρωτοδιόριστος καθηγητής σχολείου που δεν το έχει αλλά θέλει διακαώς να διδάξει. Για να συγκινήσει, γράφει πως έδωσε τη μάχη από την πρώτη γραμμή. Για έναν ανεξήγητο λόγο η φράση μου θυμίζει τους 300 του Gerard Butler «this is B Athinas” Μολών λαβέ μάγκα ψηφοφόρε. Τον σφίγγει εμφανώς η γραβάτά, προβάλει το δεξί καλό του προφίλ και χαμογελά.

Δευτέρα 22:34 τηλεόραση

Διαφήμιση της Νέας Δμηοκρατίας στην τηλεόραση. Ο Καραμανλής κρατά στυλό bic που του έχει μείνει από τότε που έδινε πανελλήνιες το 2005 δηλαδή. Τόσο νέος. Τόσο ατσαλάκωτος. Είναι το μόνο στυλό που δεν έχει φάει την άκρη του, και δεν έχει μασουλήσει το μπλέ καπάκι. Είναι μάλιστα το μόνο που έχει και την μπλε εσοχή που ταπώνει το μελάνι. Όλα τα υπόλοιπα τα είχε πετάξει στον σπασίκλα το συμμαθητή του τον Λεωνίδα που δεν τον άφηνε να αντιγράψει στα διαγωνίσματα. Η μουσική θυμίζει ελαφρώς μουσική υπόκρουση της Λάμψης της δεκαετίας του 90 σε σκηνές με δράση και σασπένς – εκεί που η Βίρνα πιάνει το Γιάγκο με τη Σάντρα – δεν ξέρω αν με πιάνεις.

Δευτέρα 23:45 facebook.

Διαφήμιση της Άννουλας Νταλάρα. Το Photoshop δεν έχει πετύχει παντού. Σε άλλες μοιάζει με έφηβη πασπίτισσα της Νομικής και σε άλλες συνομήλικη της Φόνσου. Γαμώτο. Ο λαιμός πλισέ, το μάγουλο φράπα, η Τρέμη μπροστά της παιδούλα. Μπλουζάκια μακό στενά με στάμπες – «δες πόσο φρεσκαδούρα είμαι, σχεδόν συνομίληκη σου» είπε η μαμά της 17χρονης Γιολάντας που έχει πατήσει τα 47 αλλά αρνείται να το δεχτεί και έχει βγάλει πλαστή ταυτότητα με ηλικία γέννησης 1979. «Προσωπικό μου στοίχημα η εκλογή» δηλώνει σε μια συνέντευξη. Έ, άμα θέλει να προσφέρει ο άνθρωπος στον τόπο, έχει όνειρα για τα κοινά και φαντάζεται ένα καλύτερο αύριο για το συνάνθρωπο φαίνεται. Πώς να το κάνουμε τώρα; Κι αν δεν φαίνεται, το φτιάχνουμε. Με Photoshop φυσικά.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 29, 2009

Μια μέρα στο πατρικό μπορεί να σε κάνει τρελό...

Και ενώ δεν είναι ούτε 24 ώρες που πάτησα το πόδι μου στα τιμημένα πάτρια εδάφη για να κάνω το χρέος μου προς την πατρίδα – όχι δεν θα πάω στρατό, απλά κατέβηκα να ψηφίσω – ανεξήγητα σχεδόν στα όρια της επιστημονικής φαντασίας πράγματα συμβαίνουν μέσα στο σπίτι. Υπό άλλες συνθήκες δεν θα τα συζητούσα αλλά εδώ σε λίγο θα ζητήσουμε τη βοήθεια της Νικολούλη και της Σκάλι από το X files. To πρώτο και καλύτερό έγινε μέσα στη νύχτα και οφείλω να πω ότι σκιάχτηκα η χριστιανή τελείως. Γενικά κοιμάμαι σαν πουλάκι. Ειδικά χτες μετά από μια πιατάρα κουνέλι στιφάδο με μια τεράστια πιατέλα τηγανιτές πατάτες συνοδεία και περίπου μισό κιλό φέτα κοιμήθηκα χάλια γιατί ξυπνούσα ανά μια ώρα για νερό. Έ, την τελευταία φορά και ενώ έχω σηκωθεί σιχτριρίζοντας την βουλιμία μου, τη αναθεματισμένη δίψα και τις τηγανιτές πατάτες από το Οροπέδιο Λασιθίου που ήταν θανατηφόρες περπατώ στα σκοτεινά με μόνο φως αυτό που μπαίνει από τα παράθυρα. Πόσο τέλειο σκηνικό για θρίλερ. Και τη βλέπω. Στο τέλος του διαδρόμου. Και λέω ιδέα μου είναι το κουνέλι φταίει. Και κοντοστέκομαι. Και κοντοστέκεται. Και την κοιτάω. Και με κοιτάει. Και λέω πάει το έχασα. Κάτι οι σπουδές τόσα χρόνια, κάτι τα διαβάσματα, κάτι που ήμουν λωλή από μικρή πάει και το λίγο που είχα. Αποκλείεται. Ιδέα μου είναι. Αυτή εκεί βέβαια. Εμείς γάτα δεν είχαμε ποτέ. Δεν έχουμε γάτα πώς να το κάνουμε. Δεν υπάρχει. Αυτή βέβαια εκεί. Ακούνητη. Τελικά για καλό και για κακό επιλέγω την καλύτερη τακτική μέσα στη νύχτα. Πατάω μια στριγκλιά έτσι για να βρίσκεται και να μην λέω ότι έκανα το καθήκον μου ως επισκέπτης αυτού του σπιτιού. Χα, σε έχω σκέφτηκα. Η γάτα εξαφανίζεται. Το σπίτι ξεσηκώνεται. Τι έπαθες παιδί μου. Είδα μια γάτα μαμά και άλλα τέτοια γλαφυρά. Και γι αυτό κάνεις έτσι; Της γειτόνισσας είναι. Μπαίνει από το παράθυρο γιατί αυτή γυρίζει με το γκόμενο και το ζωντανό ψάχνει παρέα. Shit. Γάτα – Cindy: 1 – 0. Έμαθα βέβαια τα κουτσομπολιά. Αλλά τι να το κάνεις. Κρίμας.

Σηκώνομαι το πρωί και βγαίνω στη βεράντα να πιω τον καφέ μου. Σκατόγατα, με είχε ταράξει. Αράζω και κοιτώ τις γλάστρες μας. Γενικά το πρόβλημα «τα πουλιά μπαίνουν και μου χαλάνε τη βεράντα πες μου τι να κάνω τώρα» είχε αναλυθεί μέρες τώρα από την Αγγλία. Τελικά ακολούθησε τη συνταγή μου “Cd κρεμασμένα να σκιάζονται να μην πλησιάζουν» και άπειρα ξυλάκια σουβλακιού (που φαινόντουσαν αχρησιμοποίητα προσφέροντας βέβαια μια εσάνς μαύρης μαγείας και βουντού στην υπέροχη κατά τ’ άλλα βεράντα) που δεν είχα προτείνει εγώ. Πολλά ξυλάκια μιλάμε. Και πολλά CD. Πλησιάζω λοιπόν τα Cd γιατί τα ξυλάκια τα σκιάζομαι και τι να δω; Ότι υπήρχε σε τσόντα από το Θέμα ήταν κρεμασμένο. Το σκούρο είναι πιο γλυκό. Μέχρι 5 είναι σχέση. Ορισμένες συλλεκτικές της Φόνσου – ντροπή είναι και προεκλογική περίοδος. Η ζωή μας ένα πήδημα και τα λοιπά. Καταλαβαίνεις…ε; Γιατί εγώ μάλλον το έχω τελικά χαμένο.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 23, 2009

debate. (καλά...κάτι μας είπες τώρα)

Φου φου (ναι ακούγομαι;)

Λοιπόν φαντάσου με σε μπαλκονάκι να βγάζω λόγο, με μικρόφωνο αλά Εβίτα Περόν και κόκκινο φουστανάκι καλοκαιρινό που αγόρασα προχτές και καημό έχω να το φορέσω. Είναι για να καταλάβεις άσπρο κόκκινο καρό, με τιράντα και γραμμή στενή – μούρλια σου λέω. Από κάτω γόβες peep toe κόκκινες αλλά ίσιες γιατί δεν αντέχω την ορθοστασία. Κούκλα, το ξέρω. Στο μπαλκονάκι λοιπόν. Για να σχολιάσω το debate. Έλα, όλοι βρήκαν κάτι να πουν. Μετά θα δεχτώ κι ερωτήσεις.

Το μπαλκονάκι είναι κάπου στο Λονδίνο γιατί προς το παρόν και μπορεί και προς το μέλλον να συνεχίσω να εκπέμπω από εδώ. Ε, δεν ξέρω για πόσο, μην με ζορίζεις σαν τη μάνα μου κι εσύ!

Το debate το είδα μέσω ίντερνετ από το site του mega. Άτσα τεχνολογία! Το ξέρω.

Συνειδητοποίησα πως η Χούκλη είναι η Μενεγάκη των πολιτικών καλλιστείων. Σταθερή αξία – αξεπέραστη – με πολύ όμως χάλια σακάκι ισοβίτη από της φυλακές της Αγιάς και πάνω. Μπορεί να είχε δεμένη και σφαίρα στο πόδι για να μην μετακινείται όπως κάθε βαρυποινίτης που σέβεται τον εαυτό του – σαν και τους αδερφούς Ντάλτον στο περίπου.

Ο Τσίμας; Αχχχ ο Τσίμας είναι σύγχρονος Τσε. Πολύ μου άρεσε. Περίμενα να πετάξει τα μικρόφωνα, να τσακωθεί με τη βαρυποινίτισσα Χουκλη αλλά φευ. Τίποτα.

Η έκπληξη ήταν η Σία. Καταραμένη ξενιτιά. Δεν την είχα ξαναδεί. Κόντεψε να μου πέσει το τηλεκοντρόλ που δεν είχα. Εξαιρετική και η ερώτηση στον Καραμανλή για το Σουφλιά. Ευγε Σιάκι! Twelve points go to Sia! Πανηγυρισμοί κάτω από το μπαλκονάκι.

Επίσης δεν είχα ξαναδεί τον Κωνσταντάτο – που μπορεί να μην τον λένε έτσι – αλλά κάπως περίπου έτσι. Καλά ποιος τον είπε ότι του πάει το γυαλί; Καλέ δεν είμαστε με τα καλά μας. Και λέγανε παλιά ότι το Ολγάκι έχει τον ανθρωποδιώχτη. Αυτός τι έχει; Ασε που οι ερωτήσεις του ήταν μπούρδες. Χειρότερες κι από του Ευαγγελάτου, ναι ναι όπως τ’ ακούς.

Ο Λιάτσος με απογοήτευσε αλλά το ξεπέρασα. Είσαι ο Λιάτσος. Ο Λιάτσος όχι κάποιος που του μοιάζει! Παρουσιάζεις το δελτίο του Σταρ. Έχεις σηκώσει τη Βίσση ψηλά στα βραβεία Αρίων και δεν έχεις πάθει λουμπάγκο. Σου δίνουν εξωτερική πολιτική – μα για όνομα. Κάνε μια ερώτηση της προκοπής. Τουλάχιστον στον Παπανδρέου. Ρώτα: «Πρόεδρε, δεδομένου ότι έχετε διατελέσει Υπουργός Εξωτερικών για (δεν θυμάμαι πόσα) χρόνια και δεδομένου ότι γνωρίζετε πως ο τομέας της εξωτερικής πολιτικής είναι ιδιαίτερα απαιτητικός και δύσκολος, θα σκεφτόσασταν να υιοθετήσετε καινοτόμες λύσεις; Ο προκάτοχός σας κ. Σημίτης, του οποίου η προεδρεία έχει θεωρηθεί ιδιαίτερα πετυχημένη από εσάς εισήγαγε τον θεσμό των εξωκοινοβουλευτικών Υπουργών, επιλέγοντας άφθαρτα και ευρείας αποδοχής πρόσωπα. Εσείς έχετε σκεφτεί να στηρίξετε την Βάνα Μπάρμπα σε αυτό το πόστο μιας και δεν κατεβαίνει τελικά υποψήφια με το συνδυασμό σας; Αυτή είναι ερώτηση. Τέλος. Μπράβο μου. Παλαμάκια. Ευχαριστώ.

Κατηγορία: πολιτικοί. Μακράν καλύτερη εμφάνιση, αυτή της Αλέκας με κόκκινη καρδούλα και ασορτί κραγιόν που μαρτυρούσε «σας αγαπάω όλους». Ήταν και από τους λίγους επίσης που δεν μίλησε ξύλινα αλλά αναφέρθηκε και στα Τρίκαλα στα δυό στενά όπου υπάρχουν μαγικά τσιπουράδικα – όλα τα λεφτά. Μου άρεσε ο Τσίπρας επίσης γιατί έκανε την αμέσως καλύτερη ερώτηση μετά από τη Σία στον πρωθυπουργό για τα stage που τον ρώτησε αν μιας και είναι νόμιμα είναι και ηθικά! Θεός. Θεός Υποκλίθηκα λέμε.

Ο Οικολόγος είπε ότι πρέπει να σταματήσουν να φτιάχνονται αυτοκινητόδρομοι. Εκεί μου έπεσε όλο το μαλλί της Μηχανικού – γυναίκας – νοήμονα ανθρώπου – και έπαψα να τον ακούω. Έχασα και το σκηνικό με το βαζάκι μαρμελάδας από βιολογικό νερό Ασωπού γιατί πάνω στην ώρα γύρισε ο αφέντης του σπιτιού κι εγώ έτρεξα να του φέρω τις παντόφλες και να ανάψω το θερμοσίφωνο.

Ο Καρατζαφέρης είπε πως όπως διοικεί το κανάλι του, θα διοικήσει και τη χώρα. Τον Ιούλιο πάλι εγώ είχα διαβάσει συνέντευξη της γυναίκας του που έλεγε για το τηλε- άστυ «Ναι, εγώ κρατάω το κανάλι.» Τώρα τι να σου πω. Εγώ σε οικογενειακά ζητήματα δεν μπλέκομαι. Ας τα βρούνε μεταξύ τους. Εγώ ανάμεσα σε ζευγάρια δεν μπαίνω.

Τον Παπανδρέου και τον Καραμανλή τους υπερανέλυσε ο Πρετεντέρης. Ε όχι. Όχι αγάπη μου. Όχι κι εγώ!

Έβαλε ψύχρα. Πάω μέσα. Ξύλιασα στο μπαλκονάκι τόση ώρα. Κικίτσααααα, έλα γρήγορα πάνω, έχω ψήσει φακές.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 17, 2009

please...don't say goodbye


Περπατάω βράδυ σε έναν παράδρομο της Oxford Street, να βγω στον κεντρικό, να πάρω λεωφορείο, να γυρίσω σπίτι. Γεμάτη μέρα. Τελευταία μέρα. Νιώθω την κούραση σε κάθε κύτταρο του σώματός μου. Και γελάω. Δεν θα γίνω ποτέ μοιραία γυναίκα. Αυτή, η αράχνη. Η μια. Δεν θα τα καταφέρω ποτέ. Ούτε ένα ζευγάρι τακούνια δεν μπορώ να υποστηρίξω για μια ολόκληρη μέρα. Στα μισά τα έβγαλα και φόρεσα τις μπαλαρίνες μου. Τώρα, το κρύο μου έχει παγώσει τα πόδια και ονειρεύομαι το πάπλωμά μου. Ο χειμώνας μας χτυπά για τα καλά την πόρτα εδώ στο Λονδίνο. Ειδικά οι νύχτες…δεν είναι πια φθινοπωρινές, είναι σχεδόν χειμωνιάτικες. Με αυτό το σχεδόν της μετάβασης που είναι τόσο εκρηκτικά μετέωρο σαν ανεκπλήρωτος έρωτας.

Περπατάω βράδυ. Χτες βράδυ. Λίγες ώρες νωρίτερα έχω δώσει την τελευταία μου παράσταση στα δύσκολα. Είχα παρουσιάσει, είχα κάνει δημόσιες σχέσεις, είχα χαμογελάσει με αυτό το τόσο επαγγελματικό χαμόγελο και είχα πάρει την ανταμοιβή μου. Μην βάλεις το γκρι φόρεμα μου είχε πει η μανούλα το πρωί. Είναι κοντό βρε παιδάκι μου. Δίκιο είχε. Αλλά ήταν ωραίο. Και πήγαινε γάντι με τις ψηλοτάκουνες, τις καστόρινές μου γόβες. Ευτυχώς δεν έβρεξε. Θα είχαν γίνει χάλια.

Το μυαλό δυσκολεύεται να εστιάσει σε μια σκέψη. Έχει αυτό το μούδιασμα που νιώθει πάντα όταν κάτι τελειώνει και δεν αφήνει τον πόνο ή την στεναχώρια να εισχωρήσει. Το δωμάτιο γύρω μου ακατάστατο. Καθαρίζω, τακτοποιώ, πακετάρω. Όλα χύμα. Όλα διασκορπισμένα. Το laptop θα είναι το τελευταίο που θα πακεταριστεί.

Ένας χρόνος λοιπόν. Σαν χτες μου φαίνεται. Κι όμως, σαν να πάνε αιώνες από την πρώτη μέρα που πρωτοέφτασα εδώ. Κι είναι η ζωή…μια σειρά αποχωρισμών. Τελευταίων αγκαλιών. Κι ας τους σιχαίνομαι. Ένιωσα πολλά, έζησα ακόμα περισσότερα. Ένα πράγμα δεν άγγιξα μόνο. Τη Μοναξιά. Ακόμα και στις δυσκολότερες μέρες μου…υπήρχαν πάντα τριγύρω οι δικοί μου άνθρωποι. Ευλογημένοι να ναι. Αυτοί ξέρουν…

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 12, 2009

yes, yes, yes, eklo...yes!

Πάρα πολύ χαίρομαι που έχουμε εκλογές. Έχω ενθουσιαστεί. Αυτή η χώρα δεν σε αφήνει να πλήξεις ποτέ. Πάρα πολύ ενθουσιασμένη είμαι. Με πέτυχε η Ινδή μου στη κουζίνα και τρόμαξε να με γνωρίσει. Poor κορίτσι της είπα κι εγώ. Τυχερή είσαι που είσαι στα Λονδίνα και κάνεις μάστερ στην Αρχιτεκτονική. Αν ήσουν στην Ελλάδα θα δούλευες στο αναψυκτήριο του Μαγγίνα. Δεν με κατάλαβε η χαζή. Έφυγε απορημένη.

Βέβαια δεν είμαι και τελείως μες στην τρελή χαρά. Στεναχωριέμαι λιγουλάκι. Έλα, δεν θέλω χαζά! Δεν θα κατέβει τελικά η Βάνα στις εκλογές. Κρίμα. Θα κέρδιζε με διαφορά στήθους. Ούτε ο Ψινάκης. Στεναχωρήθηκα και μ’ αυτό. Η Έφη Σαρρή δεν ξέρω αν θα ξαναβάλει και μια μικροανησυχία την έχω αλλά μέχρι να ξεκαθαριστεί έμαθα ότι θα κατέβει η γυναίκα του Πασχάλη στη Β Αθηνών και ανακουφίστηκα κομμάτι. Τι ποιανού Πασχάλη παιδί μου; Του στιγμιαίου λάθους! Που άλλαξε την ιστορία στη μέθοδο αναπαραγωγής και διαιώνισης του ανθρώπινου είδους. Στιγμιαία πιάνονται τα παιδιά. Ένας φίλος μου – κακεντρεχής φυσικά – μου έλεγε τις προάλλες πως δεν πιάνονται στιγμιαία τα παιδιά. Αν είσαι απελπισμένη πιάνονται αφού τρυπήσεις με καρφίτσες όλα τα προφυλακτικά έξω από το σακουλάκι. Κακεντρεχής, το είπαμε. Στιγμιαία πιάνονται. Η γυναίκα του λοιπόν κατεβαίνει βουλευτής.

Καλέ και η Τσιντικίδου κατεβαίνει! Πες μου τώρα ότι δεν χάρηκες! Και η Πέμη Ζούνη! Αμέ! Την είδες; Εγώ την είχα δει πρόπερσι στο «Η Μαργαρίτα Γκοτιέ ταξιδεύει απόψε» με το Γεωργούλη. Και στο Όνειρο Καλοκαιρινής Νυκτός. Αυτό το είχα δει στα Χανιά κάνα δυο καλοκαίρια πριν. Εννοείται και στη σειρά του Παπακαλιάτη – πάρε με στη Σύρο μέσα στην βάρκα ρομαντικά. Ξεχνιέται αυτό; Αξίζει την ψήφο, την αξίζει.

Ξέρεις ποια δεν την αξίζει έτσι; Η Μπόκοτα. Έλα, δεν θέλω αηδίες. Η γυναίκα ήταν γρουσούζα! Δεν είχαμε σταυρώσει νίκη για νίκη όσο ήταν παρουσιάστρια! Και δεν μιλάω μόνο για τη Eurovision! Μιλάω και για τα παιχνίδια χωρίς σύνορα (JSF) κάθε Κυριακή στην ΕΡΤ. Στηνόμουν το πιτσιρίκι εκεί να απολαύσω αλλά φευ. Όλες οι χώρες που και που κέρδιζαν, εμείς μόνιμα πάτος. Γρουσούζα σου λέω. Άπαπα. Μην την σταυρώσεις, δεν θα βγει.

Και η γυναίκα του Νταλάρα κατεβαίνει. Η κυρία Νταλάρα. Δεν φταίω εγώ αλλά συνέχεια μου έρχεται στο μυαλό η ατάκα του Λαζόπουλου, δεν μας χέζεις ρε Νταλάρα και γελάω! Από χτες δηλαδή.

Κι ο Ανατολάκης κατεβαίνει. Σαν γαύρος πρέπει να τον υπερασπιστώ. Να τον στηρίξω σε αυτό το δύσκολο αγώνα. Αλλά να φοβάμαι ότι ούτε τη δικιά του τη ψήφο δεν θα πάρει και στεναχωριέμαι.

Ο Σημίτης δεν κατεβαίνει. Κατεβαίνει όμως ο Έβερτ στο επικρατείας. Εγώ πάρα πολύ τον αγαπάω τον Μιλτιάδη κι ας είναι 6424673 χρόνια στην πολιτική σκηνή όπως και ο θείος Αχιλλέας που λογικά θα πρέπει να έχει θάψει τους πάντες από τον κύκλο του και γι αυτό πλήττει θανάσιμα και αντί να παίζει πρέφα στο καφενείο, ασχολείται με τα κοινά. Τον Μιλτιάδη όμως τον συμπαθώ για άλλο λόγο. Να ναι καλά ο άνθρωπος. Ο Θεός να του δίνει χρόνια. Σώθηκε το σπίτι της φίλης της μαμάς μου, της κυρίας Νίκης στο Πικέρμι. Τυχερή, τυχερή δεν λες τίποτα. Η φωτιά πλησίασε αλλά ευτυχώς ακριβώς απέναντι της μένει ο Έβερτ. Και έτσι αποτράπηκε το κακό. Ούτε κουκουνάρι δεν τους άρπαξε. Καλός ο Έβερτ, καλός.

Έφτασαν οι εκλογές λοιπόν. Άμα μάθεις κάτι τελικά για τη Σαρρή πες μου σε παρακαλώ. Και μην με αφήσεις σε μαύρα σκοτάδια. Με τον Πύρρο Δήμα τι έγινε; Η Άννα Βαγενά θα βγει η τσάμπα πίνω; Και η Καφαντάρη; Η Καφαντάρη παιδιά;

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 07, 2009

Όνειρο ήτανε...πάει πέρασε.

Περπατούσα λέει στην Παβία. Ήταν μεσημέρι καλοκαιριού αλλά για έναν ανεξήγητο λόγο δεν ζεσταινόμουνα. Δεν έχω πάει ποτέ εκεί. Την φαντάστηκα σε αρχιτεκτονική παρόμοια της Φλωρεντίας. Με κάστρο επιβλητικό όπως του Μιλάνου και με σοκάκια γραφικά όπως το κέντρο της Ρώμης. Δεν ξέρω γιατί ήμουν εκεί, τουρίστρια ανάμεσα σε άλλους τουρίστες, φορώντας καλοκαιρινό λουλουδάτο φόρεμα και ψάθινο καπέλο. Υπερπαραγωγή σου λέω. Μόνη μου. Εντελώς. Έψαχνα ένα στούντιο να μείνω για τον επόμενο χρόνο. Είχα δει ένα στο κέντρο της πόλης κάπου ψηλά, με θέα μέχρι το ποτάμι. Ήταν λιγάκι ακριβό αλλά σκεφτόμουνα να το κλείσω. Υπέροχα διακοσμημένο, μονόχωρο αλλά άνετο. Είχε μοναξιά το όνειρο αλλά όχι μελαγχολία. Είχε καλοκαίρι και ήλιο και αντιστάθμιζε τα υπόλοιπα.

Κάπου εκεί περπατώντας τον είδα. Καθόταν σε ένα καφέ και έπινε μπύρα. Τον αναγνώρισα αμέσως. Με περίμενε. Τον αγνόησα και συνέχισα τη βόλτα μου. Για έναν περίεργο λόγο με έτρωγε να δω τι ήθελε να μου πει. Εντάξει, γυναικεία περιέργεια. Μου ήταν όμως τελείως αδιάφορος και για να είμαστε ειλικρινείς δεν τον είχα σε καμία εκτίμηση. Πολύ κακό αυτό…για μένα πρώτα.

Τελικά επέστρεψα. Μετά από λίγο. Μου χαμογέλασε. Δεν ανταπέδωσα φυσικά. Ξεκίνησε να μου μιλά, έβλεπα την προσπάθεια σχηματισμένη στο πρόσωπό του αλλά δεν τον άκουγα. Του απαντούσα στα Ιταλικά και αυτό τον εκνεύριζε γιατί δεν μιλούσε ούτε λέξη. Έκανε προσπάθεια να με καλοπιάσει. Πόνταρε στη γυναικεία ματαιοδοξία. Αυτός μου μιλούσε ελληνικά και εγώ συνέχιζα το ιταλικό τροπάρι. Στην πραγματικότητα τα ιταλικά μου περιορίζονται σε μερικές λέξεις. Στο όνειρο, η γλώσσα πήγαινε ροδάνι.

Κάποια στιγμή μου έσκασε το παραμύθι. Ζητώ συνεργασία. Να κατέβεις με το ψηφοδέλτιο μας. Το Λαος σε χρειάζεται. Εγώ προσωπικά στο λέω. Θα εκλεγείς. Είναι λίγο να στο ζητά ο πρόεδρος;

Δεν απάντησα ποτέ. Ξύπνησα επιτόπου. Μεσημεριανός ύπνος γάρ. Λουσμένη στον ιδρώτα. Είχα επηρεαστεί βλέπεις…γιατί τον Ψινάκη; Την Κουντουρά; Τον Κωνσταντάρα; Έφταιγε και το χτεσινό Θέμα που το υπερ - ανέλυσε σε πέντε σελίδες που τις διάβασα όλες. Είχα φάει και ψάρι για μεσημέρι. Δεν ξανακοιμάμαι μεσημέρι. Το υπόσχομαι. Μάτι δεν θα κλείσω το βράδυ.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 02, 2009

Cindy; Cosmopolitan το κατάντησες! Γυναίκες...τι περιμένεις!

(Το παρόν ποστ γράφτηκε νοερά κατά τη διάρκεια των εργατοωρών που ξοδεύτηκαν στην παραλία τον Αύγουστο. Ναι ήταν λίγες αλλά η δημοσίευση θα γίνει. Και φυσικά θεωρείται πως τα εργαστηριακά ευρήματα είναι επαρκή και ακράδαντα. Δεν χωρούν αμφισβήτηση. Πάμε για δημοσίευση λοιπόν. Βιβλιογραφία…θα δοθεί εν καιρώ για εμβάθυνση στο θέμα. Τώρα…τα βασικά μόνο και αρκούν.)

Υπάρχουν 4 κατηγορίες γυναικών. Βασικές και αναντικατάστατες. Όλες οι υπόλοιπες υποκατηγορίες χωρούν σε αυτές. Δεν θέλω αντιρρήσεις. Η επιστήμη μιλά τώρα.

Η γυναίκα «είμαι ο άντρας της ζωής μου». Πρώτη κατηγορία. Το λέει γυναίκα άνω των 30 συνήθως. Μπορεί και να μην το λέει βέβαια. Αλλά το εννοεί και το δείχνει σε κάθε ευκαιρία. Έχει φάει πολλή μοναξιά στη ζωή της. Από επιλογή, από συγκυρίες…μικρή σημασία έχει. Δεν θα σε φωνάξει ποτέ να της αλλάξεις λάστιχο στη Μεσογείων 3 το πρωί. Θα το αλλάξει μόνη της. Φτιάχνει και τα υδραυλικά, ξέρει τι είναι το κατσαβίδι, ο κάβουρας…το ζουμί του. Κάνει σχέσεις. Πλαγιάζει αλλά δεν κοιμάται ποτέ. Συνήθως γυρίζει σπίτι της γιατί δεν έχει συνηθίσει να μοιράζεται το κρεβάτι της…πόσο μάλλον τον ύπνο της. Μαγειρεύει καλά…γιατί είναι γυναίκα. Δεν πολυστολίζεται και δεν ξημερώνεται στα κομμωτήρια. Έχει οικονομική ανεξαρτησία. Μην της πεις έλα να σου δώσω λεφτά για τα διόδια. Θα σταματήσει στον παράδρομο της εθνικής και θα σε κατεβάσει. Αν την αγαπάς…αγάπα πολύ…δώσε χώρο και βγάλε λίγο…τόσο δα το κάτι παραπάνω που της λείπει. Ε κάτι θα της λείπει. Ρομαντισμός, βαρβατίλα, συντροφικότητα…κάτι τέλος πάντων. Πούλησε το απλά. Και μην το παρακάνεις. Έχει μάθει να φεύγει χωρίς να κοιτά πίσω.

Η γυναίκα «γυναικούλα». Έτσι την έμαθε η γιαγιά της, η μαμά της και οι θείες της. Θέλει γάμο. Τον ονειρευόταν δηλαδή από τα 5 αλλά στα 25 της έχει γίνει έμμονη ιδέα. Κάθε άντρα που γνωρίζει τον φαντάζεται γαμπρό. Δεν γνωρίζει πολλούς. Είναι παραδοσιακιά. Μπορεί να προσκολληθεί και στον πρώτο. Θέλει γάμο, 2-3 παιδιά, station vagon και εξοχικό στη Λούτσα. Βλέπει τις μαμάδες με τα ταπεράκια στην παραλία και ονειρεύεται να γίνει μια από αυτές. Πως η Γωγώ από το κομμωτήριο απέναντι τύλιξε το γιατρό; Α γειά σου. Κυκλοφορεί ανάμεσά μας. Δεν την πιάνει αμέσως το μάτι σου αλλά την πιάνει. Ζηλεύει κατάφορα, περιμένει το μονόπετρο και κάνει υπομονή αλλά στο βάθος του μυαλού της η φράση…«βάλε μου το στεφάνι και θα σου βάλω τα δύο πόδια σε ένα παπούτσι» αναβοσβήνει σαν φωτεινή ταμπέλα επαρχιακού μπουζουξίδικου. Την ξέρεις μωρέ. Ακόμα και σήμερα από Γιώργαινα…έχει μετατραπεί στην Μαρία του Γιώργου, στην Ελένη του Γιάννη και πάει λέγοντας. Μακριά….μακριά από μας. Φτου, φτου, φτου.

Το κορίτσι της διπλανής πόρτας. Αυτή η κατηγορία χωράει το μισό γυναικείο πληθυσμό. Shit! Έχει πολλά χαρακτηριστικά. Διαφορές, αποκλίσεις θέλει άλλη δημοσίευση, ξεχωριστή. Εντάξει και μερικά κοινά. Αγαπά τις σχέσεις αλλά δεν κυνηγά το γάμο. Πάει Ονιράμα, διακοπές με φίλες, ξέρει τι θέλει, μπορεί να είναι ναζιάρα, σνομπ, να λέει πως δεν την κομπλάρουν οι άντρες, να έχει απίστευτες αναρωτήσεις αλλά εντάξει. Είναι αξιολάτρευτη. Άμα είναι και όμορφη…μην το σκέφτεσαι. Τα καλά κορίτσια σπανίζουν.

Η posh. Αυτή η γυναίκα είναι θρύλος, μύθος, πολλών κυβικών θηλυκό. Κυκλοφορεί σε λίγα συλλεκτικά κομμάτια για πολύ λίγους άντρες αναλόγων προσόντων που μπορούν να σταθούν δίπλα της. Είναι σχεδόν καρικατουρα. Θεά. Όμορφη. Που αποδεικνύει ότι το νινί μόνο δεν αρκεί για να σύρει καράβι. Πως το μυαλό μόνο πάλι δεν είναι αρκετό. Αυτή τα έχει και τα δύο. Και έξυπνη και απίστευτα γοητευτική. Τη λες και αδίστακτη. Δεν θα σε παρεξηγήσει. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Victoria Becham και Συλβή από τα Μαύρα μεσάνυχτα. Η Victoria μπορεί να φαίνεται σκύλα αλλά είναι πολλά παραπάνω από αυτό. Από πρώην Spice Girl έγινε σχεδιάστρια μόδας. Πήρε τον πιο sexy ποδοσφαιριστή του πλανήτη, ανέχτηκε το κέρατο γιατί είναι πανούργα και όταν θα έρθει και η ώρα του διαζυγίου θα τον αφήσει ξεβράκωτο γιατί έτσι είναι αυτή. Δες και τη νέα της διαφήμιση. Όχι απλά ευρηματική…είναι αυτό που λέμε…άμα είσαι σκύλα τουλάχιστον να αξίζει τον κόπο.

Και η Συλβή μια από τα ίδια σε εγχώριο προϊόν ελληνικής σειράς. Από τραγουδιάρα τρίτης διαλογής, ιδιοκτήτρια μπουζουξίδικου. Δεν το λες και άσχημα. Το λες;