Δευτέρα, Οκτωβρίου 26, 2009

Μια τζούρα ακόμα. Μια τελευταία.

Μην μου πεις ότι δεν το θυμάσαι. Δεν θα σε πιστέψω. Τη γεύση του. Τον καπνό που σχημάτιζε. Το άγχος που έκρυβε. Το σύννεφο που κάλυπτε την αγωνία στο βλέμμα και δεν άφηνε μετέωρα, σχεδόν εκτεθειμένα τα χέρια. Πες μου ότι το θυμάσαι.

Σε εκείνη τη γωνία Ναυαρίνου και Ιπποκράτους θαρρώ. Είχε μπει ο χειμώνας για τα καλά, το πράσινο παλτό σου πήγαινε μούρλια, τα μάγουλα αναψοκοκκινισμένα από το κρύο. Η ανάσα έβγαζε αχνούς από το παγετό και το τσιγάρο. Ήσουν όμορφη. Η αμηχανία κρυβόταν καλά πίσω από το τσιγάρο. Είχες ήδη κάνει δύο. Θα έκανες ακόμα ένα και μετά θα έφευγες. Σιχαινόσουνα τα τετελεσμένα. Μισούσες τους κανόνες. Αυτή η σχέση δεν τους σήκωνε αλλά εσύ, ναι εσύ περισσότερο από όλους είχες κουραστεί. Πόσο κρατά ένα τσιγάρο; 4 – 5 λεπτά; Σκάρτα. Σύνολο τρία τσιγάρα. Περίπου…15 λεπτά. Φτάνει σκέφτηκες. Πάτησες τη γόπα με τη καφέ καστορένια γόβα και ανηφόρισες. Στην πρώτη κλούβα με ματατζήδες που συνάντησες ρώτησες που υπάρχει ψιλικατζίδικο εδώ κοντά. Δυό στενά πιο πάνω σου είπαν και έφυγες. « Ένα lucky strike silver μου δίνετε σας παρακαλώ;» Θυμήθηκες τώρα;

Ήταν εκείνος ο Ιούνιος, πάνε χρόνια, δεν γίνεται να το ξέχασες. Η εποχή του μεγάλου έρωτα με εκείνη την καθηγήτρια Αγγλικών. Που μετά μετατέθηκε στη Ρόδο. Και έτσι την έχασες. Για χάρη της διάβαζες μερόνυχτα. Έβγαιναν οι βαθμοί τότε, θυμάσαι; Η ζέστη αφόρητη, η κάψα αφόρητη, ο έρωτας αφόρητος. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας μέγγενη. Η ζέστη έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο, τα τζιτζίκια ούρλιαζαν μες στο καταμεσήμερο. Από μαύρο πρόβατο της οικογένειας είχες μετατραπεί σε φωτεινό παράδειγμα. Ότι σιχαινόσουνα δηλαδή. Όλοι οι περιορισμοί είχαν αρθεί, μπορούσες να βγεις, να ξενυχτήσεις, να φλερτάρεις. Το μυαλό σου σε κείνη. Το μυαλό της πιθανότατα σε κάποιον άλλο. Δεν έβγαινες και απέφευγες όλες τις πιτσιρίκες που σε περιτριγύριζαν. Μόνο κάπνιζες. Εκείνα τα Marlboro τα σκληρά. Σε πείραζαν στο λαιμό αλλά δεν το κοβες το ρημάδι. Περισσότερο από όλα σε χάλαγε η εικόνα σου. Όλοι πίστευαν πως θα αλλάξεις τον κόσμο. Κι εσύ από μέσα σου μουρμούριζες πως εδώ δεν μπορείς να αλλάξεις τον ρημαδό – μικρόκοσμό σου. Έτσι για αρχή. Θυμήθηκες;

Έβρεχε. Και έκανε κρύο. Υπήρχε υπόστεγο αλλά τι να προφυλάξει μου λες; Σε λίγο χάραζε. Μια από εκείνες τις πτήσεις που πετούσαν αξημέρωτα σε περίμενε. Ντυμένος αθλητικά. Με ένα μπουφάν καφέ και ένα σακίδιο στον ώμο. Όλη νύχτα στο πόδι. Είχες τρεις μήνες να κατεβείς Ελλάδα. Σου είχε λείψει η αγκαλιά αλλά δεν το παραδεχόσουνα. Ίσως γιατί είχες μάθει πως ένα πρόβλημα ξεκινά τη λύση του από την παραδοχή. Κι εσύ δεν ήθελες. Δεν είχες το κουράγιο να παραδεχτείς το οτιδήποτε. Στο check in γινόταν χαμός. Έτσι είναι πάντα με τις low cost εταιρίες. Που πάει όλος αυτός ο κόσμος. Λίγο σε απασχολούσε. Τα φώτα σε απασχολούσαν. Το σκοτάδι που είχε έξω ήθελες να μεταφέρεις μαζί σου. Είχες βγει για ένα τελευταίο τσιγάρο πριν χωθείς στα άδυτα του αεροδρομίου. Εκεί που το κάπνισμα απαγορεύεται αυστηρά. Μια τζούρα ακόμα. Μια τελευταία. Θυμάσαι καλέ;

Λυκαβηττός. Κουτάκια μπύρας. Σχεδόν καλοκαίρι. Παραλίγο φθινόπωρο το λες. Καθισμένες στο πεζούλι και οι τρεις. Δίπλα κι άλλες παρέες και παραδίπλα ακόμα κι άλλες. Οι καύτρες των τσιγάρων μοιάζουν με τα φωτάκια απέναντι. Θέλω να σας πω κάτι…ξεκινούσε η κάθε εξομολόγηση. Μια γάτα περνά χωρίς να δώσει καμιά σημασία. «Δώσε μου ένα τσιγάρο, ρε.» «Πάλι τράκα;» Η καθεμιά λέει τα δικά της. Με τη σειρά. Οι άλλες σχολιάζουν. Μετά έρχεται η σειρά τους. Και οι δίπλα για ερωτικά μιλάνε. «Μην πετάξεις τη γόπα στα ξερά. Δεν θα το αντέξω να μας πάνε μέσα για εμπρησμό.» «όλο εξυπνάδες είσαι.» «Κι εσύ είσαι κακή επιρροή». «Πάρε και κάτι θετικό. Νυσάφι. Τόσα μου έδωσε ο Θεός. Τα στραβά πας και υιοθετείς.» «Πάμε για βρώμικο;» «Μιχαλακοπούλου; Μέσα» «Μισό, μισό, να κάνω το τσιγάρο.» Θυμάστε; Θυμάστε ή τσάμπα πίνω;

Ένα μήνα στην Αθήνα. Σχεδόν. Κυκλοφόρησα πολύ, γύρισα σχεδόν παντού και δεν πέτυχα ούτε ένα μαγαζί στο οποίο να απαγορεύεται το κάπνισμα. Τουλάχιστον στις παραπάνω αναρτήσεις το κάπνισμα δεν βλάπτει σοβαρά την υγεία. Ή μήπως όχι; Μήπως πολύ περισσότερο βλάπτει ο έρωτας; Πάντως…κάπου είμαι εγώ…και κάπου εσύ. Ναι εσύ. Εσύ που διαβάζεις αυτή την ανάρτηση. Μήπως έχεις αναπτήρα, μωρέ;

7 σχόλια:

phlou...flis είπε...

Mη μου πεις πως ερωτικά και άλλα προβλήματα τα διορθώνει το τσιγάρο; Στον έρωτα, η συνταγή είναι μία: αν σε πλήγωσε ένας έρωτας, απλά ψάξε για άλλον. Στο κάπνισμα τίιιι; Ψάξε για άλλη ζωή;
ΥΓ. Αν είναι η τελευταία (πραγματικά όμως) τζούρα, ε, κομμάτια να γίνει!

Zero Point είπε...

Ντουμανιάσαμε δεσποινίς! Ανοίξτε και κάνα παράθυρο...

brujita είπε...

νοσταλγικη διαθεση...
το τραγουδι, αγαπημενο!
να ειστε καλα!

Artanis είπε...

Ρίξε μια ματιά και σε αυτό...
http://www.youtube.com/watch?v=Jqs7mUnSx4A&feature=related
Σε φιλώ...

leondokardos είπε...

Α, ναι γλυκιά μου, ο έρωτας βλάπτει περισσότερο απο το τσιγάρο, σίγουρα. Σε καίει ο αφιλότιμος!
Και μη προσπαθείσεις να σβήσεις με τα τσιγάρα παφ πουφ τον έρωτα. Μάταιος κόπος. Ένω ο έρωτας μπορεί να σβήσει το τσιγάρο, εαν θελήσεις να του κάνεις τη χάρη, μιά και δε καπνίζει εκείνος, να το κόψεις και εσύ! Για να μείνεις κοντά του δηλαδή.
ΥΓ.Έδώ θα είμαι,όσο θα με ανέχεσαι.

Christine, the Elf είπε...

πολυ τσιγαρο βλεπω, αλλα το συγχωρω λογω... engineering...!!

ειμαι ομοιοπαθούσα, βλέπεις, και σε καταλαβαίνω...

μια τζουρα επομενως, μια τελευταια και παμε γι αλλα...

καλο μεσημεριιιι

Χάρης είπε...

Για να αφήσεις το τσιγάρο (και...τον έρωτα) πρέπει πραγματικά να το θέλεις...

http://www.youtube.com/watch?v=7iLoamKJrtc