Πέμπτη, Νοεμβρίου 15, 2007

Οι ήρωες μου...


Έσφιγγε τη βαλίτσα στο χέρι της και από την προσπάθεια είχαν μουδιάσει και μελανιάσει τα δάχτυλά της. Δεν υπήρχε λόγος. Δεν υπήρχε φόβος. Υπήρχε μια ασυναίσθητη ανάγκη να πιαστεί από κάπου τώρα που είχε ανοίξει πανιά πέρα από το λιμάνι της ζωής της, μακριά από το πατρικό της. Και να τώρα, με μια ζακέτα που δεν τη ζέσταινε ούτε στο ελάχιστο, με μια βαλίτσα στο χέρι σφιχτά πιασμένη, με την υγρασία να την τρυπάει και με μια καρδιά γεμάτη όνειρα βρισκόταν βράδυ σε μια ξένη χώρα, σε ένα βρώμικο σταθμό τρένων, ξένη ανάμεσα σε ξένους. Ήταν μόλις δεκαοχτώ χρονών και ήταν η πρώτη φορά που άφηνε το νησί της. Ήταν δεκαοχτώ χρονών και είχε όλη τη ζωή μπροστά της. Η μάνα την είχε σταυρώσει, την είχε φιλήσει και την είχε στείλει στην ευχή του Θεού. Το στερνοπούλι της άνοιξε κι αυτό τα φτερά του. Ήταν όμως δική της απόφαση αυτό το φευγιό των κοριτσιών. «Οι κόρες μας μεγάλωσαν, πρέπει να παντρευτούν.» ήταν η γνώμη του πατέρα. «Οι κόρες μας μεγάλωσαν και θα σπουδάσουν» η γνώμη της μητέρας. Φυσικά το δικό της πέρασε.

Πίσω στην πατρίδα, η κατάσταση ήταν έκρυθμη. Η πολιτική αστάθεια και το στρατιωτικό καθεστώς είχαν καταστρέψει κάθε τι ζωντανό και ελπιδοφόρο. Με το πραξικόπημα ο πατέρας της είχε παραιτηθεί από τη χωροφυλακή. Και αριστερός, και αστυνομικός μέσα σε τόσο χαλεπούς καιρούς ήταν έννοιες ασυμβίβαστες.

Οι μήνες θα περνούσαν πολύ πιο δύσκολα από τι η ίδια φανταζόταν. Τα χρήματα θα αργούσαν απελπιστικά, θα υπήρχαν μέρες πείνας και εκείνο το βάζο με το γλυκό του κουταλιού μέσα στο οποίο η μαμά της έστελνε χρήματα θα φάνταζε μακρινό όνειρο. Ένα χρόνο μετά την άφιξή της ξαφνικά η κατάσταση έχασε τη ζοφερότητα της. Δεν ήταν που είχε κομματικοποιηθεί και έβλεπε τις καταστάσεις εκ των έσω. Ήταν που ο αέρας είχε αλλάξει. τα νέα ήταν καλά, ήταν που μετά από πολύ δουλειά ο ήλιος είχε αρχίσει να γυρίζει.

Ήταν δεκαοχτώ χρονών. Ήταν νέος και δεν είχε απλά όνειρα. Είχε φιλοδοξίες. Είχε την πεποίθηση ότι μπορούσε με το χέρι του να αλλάξει τον κόσμο, να γυρίσει τη Γη. Φοιτητής στο Πολυτεχνείο. Στη πρώτη του επιλογή. Με χακί αμπέχονο, παντελόνι καμπάνα και γένια. Με βλέμμα αστραφτερό και κουράγιο που ξεχείλιζε στα λίγα τετραγωνικά της σοφίτας που νοίκιαζε μαζί με συγκάτοικο γιατί τα χρήματα δεν έφταναν. Δούλευε δύο και τρεις δουλειές, έτρεχε στα αμφιθέατρα, έτρεχε στον αγώνα που σιγά-σιγά είχε αρχίσει να στήνεται. Όση ενέργεια κι αν κουβαλούσε εκεί τη διοχέτευε. Ήταν ένα από τα γρανάζια που κινήθηκαν για να αλλάξει ετούτος ο κόσμος. Ήταν ένα κομμάτι του τροχού. Ήταν τα ιδανικά του που τον οδήγησαν εκεί. Ο δύσκολος δρόμος που επέλεξε σε μια εποχή σκληρή και βίαιη. Και η καρδιά της Μάνας να χτυπά και ο φόβος να έχει φωλιάσει μέσα στη ψυχή της. « Φύγε να σωθείς». «Θα μείνω για να σωθούμε». Ένας πληθυντικός που στα χείλη του χώραγε ολόκληρο τον αγώνα του και μέρος από τα ιδανικά του.

Λίγους μήνες μετά η Ελευθερία πληρώθηκε πολύ ακριβά. Το αίμα αθώων συμφοιτητών τους έβαψε ανεξίτηλα τον αυλόγυρο του Πολυτεχνείου. Η πόρτα κλειστή έκτοτε για να θυμίζει και να μην αποκοιμίζει συνειδήσεις. Το σύνθημα πιο επίκαιρο παρά ποτέ σήμερα: «Δεν θα περάσει ο Φασισμός».

Χρόνια μετά αυτοί οι δύο φοιτητές συναντήθηκαν. Έσμιξαν τις ζωές τους και ένωσαν τα όνειρα τους. Αυτοί είναι οι δικοί μου ήρωες και νιώθω τόσο περήφανη γι’ αυτούς.
Μαμά αύριο να κατεβούμε μια βόλτα από το Πολυτεχνείο…

4 σχόλια:

Τhalassini είπε...

Πολύ πολύ τρυφερή γραφή και αναφορά! Φιλιά πολλά και καλή σου εβδομάδα!

cinderella είπε...

Καλή μας εβδομάδα Θαλασσινή μου!!

Algénibe είπε...

Έχεις κάθε λόγο να είσαι περήφανη για τους ήρωές σου. Δεν είναι μικρό πράγμα να είναι τόσο κοντά σου δυο άνθρωποι που έχουν διανύσει αυτή τη διαδρομή και δεν είναι και τόσο συχνό. Και, για να εξακολουθούν να είναι οι ήρωές σου, πάει να πει ότι ο δρόμος που ακολούθησαν όταν τα πράγματα εξομαλύνθηκαν (τότε ελλοχεύουν οι περισσότεροι κίνδυνοι τελικά)αποτελούσε συνέχεια εκείνου του αρχικού κακοτράχαλου δρόμου όπου πρωτοπερπάτησαν. Αν ήταν αλλιώς, εσύ πρώτη θα το είχες νιώσει. Το ένστικτο των παιδιών δε λαθεύει. Να είσαι καλά να μας διηγείσαι έτσι απλά και βαθιά, όπως το κάνεις και τώρα, τέτοιες μικρές κι ανθρώπινες, άρα μεγάλες και ουσιαστικές, ιστορίες συνθέτοντας ένα πολύχρωμο ψηφιδωτό της ζωής μας...

cinderella είπε...

Algy σου χω πει πόσο σε λατρεύω; Πως νιώθω τη ζεστασιά σου και την "αγκαλιά" σου; Στο λέω τώρα!